H μελανόμορφη υποβλητικότητα του Bare Hands των Reporters

Είναι απορίας άξιο το πώς η μουσική σε στέλνει να σκαλίσεις μνήμες που δεν ανήκουν σε σένα, μα προέρχονται από μια μακρινή εποχή και εσωκλείονται μια για πάντα στο νου αυτών που τη βίωσαν έντονα κάτω από την επιδερμίδα τους. Σε αυτό το πνεύμα και με μια διάθεση που δοκιμάζει τη δυνατότητα των σημερινών ακροατών να βρίσκονται με κάθε κλικ νοητά τόσο μα τόσο κοντά στο παρελθόν, δίσκοι σαν το Bare Hands των ομοεθνών μας Reporters ακούγονται μοναδικά επίκαιροι. Ένα άλμπουμ που σηματοδοτεί την παρθενική έκδοση βινυλίου 33ων στροφών από την περίφημη εγχώρια ετικέτα της Creep Records, η οποία επέλεξε να το κυκλοφορήσει εν μέσω μιας πλατιάς post punk αισθητικής επί του ήχου (με υφολογική ευρύτητα, ομολογουμένως) που ήδη κυρίευε από τα τέλη των ’70s την Βρετανία και τις ΗΠΑ.

Οι Reporters, λοιπόν, αποτέλεσαν ένα ακόμη μουσικό σχήμα που διατηρούσε ανοικτή γραμμή με τα όσα συνέβαιναν στο νεοκυματικό πεδίο επί του ροκ, προτού καταφθάσουν τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ο Κώστας Ποθουλάκης ήταν ένας από εκείνους που συντόνιζε τους πυλώνες του ήχου τους, από την ιδιότητα του κιθαρίστα και τραγουδιστή. Οι περισσότεροι θα συγκρατήσουν τα μεταγενέστερα κατορθώματά του υπό το ξέφρενο γκαραζο-γκόθικ ροκ των Villa 21, καθώς και τον απρόσμενο χαμό του σε τροχαίο το 1993. Αντιστοίχως, ελάχιστοι θα αναφερθούν στην ανάμειξή του στους Παρθενογένεσις. Εδώ, πάντως, επιδίδεται σε αιχμηρά κιθαριστικά κρεσέντο–σε αρμονία με τον Παρασκευά Κεραμικέ–και φωνητικούς ελιγμούς διάστικτους σε νευρικότητα, πάθος και σπαραγμό. Στο… «κάδρο» συνδράμουν ο υποβλητικός φουτουρισμός από τα ηχοχρώματα των synths δια χειρός Χρυσόστομου Μουράτογλου (προσχώρησε κι αυτός στους Villa 21) και η συγκροτημένη πλαισίωση γκρουβάτου (με φανκ στηρίγματα) ρυθμού από το μπάσο του Άκη Σταθόπουλου και τα τύμπανα του Γιώργου Ρουμάνη.

Η τεχνοτροπία του προκείμενου αθηναϊκού σχήματος, κομίζει αναφορές στη σύντομη μα απολύτως επιτυχή πρώτη τετραετία δράσης (’77-’81) των Magazine, αλλά και σε καθοριστικούς συντελεστές της darkwave ηχητικής πραγματικότητας (Cure, The Sound, Joy Division κ.α.). Άλλωστε, κάτι μου λέει ότι οι εξομολογητικές πρακτικές του Howard Devoto και της νευρώδους κομπανίας του, θα αλληλοσυμπληρώνονταν δισκογραφικά σε ένα δίκαιο κόσμο (οκ… κουβέντα να γίνεται) από το ντεμπούτο αυτό, διατηρώντας το ασυναγώνιστο σθένος της για δύο ακόμη χρόνια. Διανύουμε, βλέπετε, το 1983 και σε παράλληλο χρόνο με την αντίστοχη εκτός συνόρων καλλιτεχνική έκφραση, το Bare Hands αποτυπώνει (καθώς φαίνεται) υπό την αίσθηση και την αναγκαιότητα του επείγοντος, τους συλλογισμούς, τις αγωνίες, κι εν γένει μέρος της ιδιοσυγκρασίας ενός συνόλου νέων ανθρώπων που αλληλεπιδρούν με αφορμή τα όσα «τρέχουν» στα ενδότερά τους εξαιτίας των κοινωνικών δεδομένων και συσχετισμών της εποχής τους.

Ο λόγος για μια συνύπαρξη που υπογραμμίζει προβληματισμούς τόσο από τη διάσταση του ατόμου, όσο και από μια ευρύτερη, αυτή της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, οι παραστάσεις των μελών του γκρουπ μετασχηματίζονται σε γλώσσα μουσική, η ανάγνωση κυρίως μιας γκριζωπής καθημερινότητας κατατίθεται με την αρωγή ήχων και στίχων, σε οκτώ συναρπαστικές συνθέσεις. Συνθέσεις, οι οποίες διακρίνονται για τη λιτότητα τους, δομικά και ενορχηστρωτικά μιλώντας, καθώς και για την οδό μέσα από την οποία επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ λυσεργικών αναπτύξεων και ευέξαπτων εκρήξεων με φόντο μια σκοτεινή στα όρια του σκιαχτικού (συνηγορεί και το… καθηλωτικό εξώφυλλο), κι ενίοτε δραματική ατμοσφαιρικότητα. Είναι κι οι μικρές λεπτομέρειες που στριμώχνονται εδώ κι εκεί, στις γωνιές αυτών των εμπνεύσεων, που κάνουν τη συνταγή περισσότερο γευστική, όπως και να το κάνεις…

Το τρεχαλητό του “Fear” λειτουργεί καταλυτικά, ως μια από τις πιο εμπνευσμένες εισόδους σε ηχογραφήματα της ημεδαπής. Τα μοτίβα από τα πλήκτρα στο “Bare Hands” καταδεικνύουν όμορφα την επιρροή της σύμπραξης ανάμεσα σε Bowie και Eno, όπως αυτή καταγράφηκε μυσταγωγικά στη δεύτερη πλευρά των δίσκων Low και Heroes. Εκείνα τα κυκλικά τύμπανα του εύληπτου και ευκολομνημόνευτου “You Αnd I”, εξακολουθούν να περικυκλώνουν τον αποδέκτη, 25 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση εκεί έξω…

Ο κατακλυσμιαίος ειρμός του γκρουπ δεν θα παρεμποδιστεί μέχρι το τέλος. Θα βρει ελεύθερο πεδίο στις δαιδαλώδεις πτυχές των κιθάριστικων riffs και των στροβιλιζόμενων μελωδιών των synths του “Shades”, στο οποίο η απόγνωση και η πολυπόθητη λύτρωση συγκατοικούν για πολλοστή φορά στην ερμηνεία του Ποθουλάκη. Η rockabilly μπασογραμμή του “Your Love” κρίνεται ιδιαιτέρως εθιστική, με τα φωνητικά να προσεγγίζουν αυτά του Robert Smith, ενώ οι ξυραφάτες στρώσεις των κιθάρων στο “Ha-Ha-Ha” εκτραχύνουν επιφάνειες και… διαθέσεις.

Ως αποκορύφωμα τούτης της προσπάθειας, στέκει σαν μια κινούμενη αφήγηση στη ροή του χρόνου, το μνημειώδες οργανικό “Islam”. Ένα τρακ που συνιστά, αμετάκλητα, μία από τις σημαντικότερες συλλήψεις των ανεξάρτητων ελληνικών ’80s. Οι «ατμόσφαιρες» των πληκτροφόρων απλώνονται στο χώρο, ενόσω το κοφτό funky λίκνισμα των χορδών του μπάσου και τα ξερά ντραμς εντείνουν το κλειστοφοβικό σκηνικό.

Όταν o darkwave θρίαμβος του “I Live Ιn Lies” βάλει τελεία σε μια εκρηκτική παράσταση, θα δώσει τις τελευταίες καταγεγραμμένες στιγμές μιας βραχύβιας πορείας που σημαδεύτηκε κι από την κυκλοφορία ενός επίσης ιδιαίτερου 7” single, ονόματι Computer World. Θα πιστοποιήσει, δε, πως η αποφασιστικότητα των Reporters να καταθέσουν τις ιδέες τους μέσα από μια ορθά δομημένη οικονομία συστατικών και μια σχεδόν ποπ αμεσότητα, προσδίδει στο υλικό τους μια ακαταμάχητη γοητεία. Ξανά και ξανά…

|>| Στήσε αυτί |<|

*Μια πρώτη εκδοχή του κειμένου πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr

Advertisements

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #25: Στυλιανός Τζιρίτας

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Στυλιανός Τζιρίτας που καταπιάνεται με τον ηχητικό προσανατολισμό από τις ιδιότητες του συνθέτη, περφόρμερ, μουσικού παραγωγού, μουσικοκριτικού, ραδιοφωνικού παραγωγού, μας εξηγεί με γλαφυρότητα και ενθουσιασμό τους λόγους για τους οποίους το άλμπουμ Here Come The Warm Jets του Brian Eno, συνιστά την απάντηση στο ερώτημα «Αγαπημένος δίσκος;’.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Στη μακρά, πολύπλευρη και σχολαστική δραστηριοποίησή του πάνω στις ποικίλες μορφές και προεκτάσεις του ήχου, ο Στυλιανός Τζιρίτας δείχνει διαρκώς να αναζητά κάτι πέρα από το προφανές. Εμβαθύνει στο γίγνεσθαι των ακροαμάτων όχι μονάχα μελετώντας τις (και κάτω από τις) επιφάνειες και τις γωνίες των συχνοτήτων, αλλά εντείνοντας τις προσπάθειές του τόσο επί της ερμηνείας του διπόλου περιβάλλοντος(αιτίας και αφορμής)-αποτελέσματος στο έργο άλλων, όσο και επί της δικής του πρωτόλειας δημιουργίας ηχητικών δομών και τη ζωντανή αποτύπωσή τους (κι όχι την πιστή αναπαραγωγή τους) ενώπιον κοινού. Προσπάθειες, εν τέλει, οι οποίες εκδηλώνουν τις πτυχές μιας προσωπικότητας που σταχυολογεί στοιχεία και συστατικά από τα μέσα και τα έξω της, ώστε να τα μεταπλάσει σε ροές συλλογισμών με αδιαπραγμάτευτη την ιδιοσυγκρασιακή της θέση.

Από τα «παπούτσια» του εκφραστή ηχητικών προσδιορισμών-δεν τον λογίζω μεταξύ άλλων ως έναν τυπικό συνθέτη και μουσικό, κι ως εκ τούτου δεν μου «βγαίνει» να τον αναφέρω ως τέτοιο- ο Τζιρίτας μοιάζει να κινείται προσηλωμένα κάπου ανάμεσα στην ambient αρχιτεκτονική, την musique concrete συγκρότηση και κατάθεση ερεθισμάτων, τις spoken word πρακτικές, την αληθινή alternative rock εκφραστικότητα των ’80s και ’90s εξ ΗΠΑ, τη free jazz νευρικότητα, και εκείνες τις εκφάνσεις του προοδευτικού ροκ (με σημείο «μηδέν» τα ’70s) που θέλουν τη συνθετική διαδικασία ως μια συνισταμένη ποικίλων παραγόντων (concept, ψυχο-συναισθηματικές κλιμακώσεις, χειρισμό διαφόρων εξαρτημάτων και αλλιώτικων μεταξύ τους υφολογικών χαρακτηριστικών υπό μια κοινή κατευθυντήρια γραμμή).

Αξίζει να σταθεί κανείς σε ολάκερο τον βηματισμό του αποψινού Δισκοπαθή, ούτως ώστε να εξαγάγει ασφαλή(;) συμπεράσματα γύρω από τα όσα έχει παρουσιάσει με τα χρόνια στο ακροαστικό(sic) πεδίο. Με απαρχή τα ύστερα ’80s και τα πρώτα χρόνια των ’90s, πιο συγκεκριμένα μέσα από την ενασχόλησή του με τα μουσικά πεπραγμένα την περίοδο που την «έψαχνε» με τo raw rock των Feedbacking The Grass και Phoenix Εxcrementi, επιφορτίζεται με κιθάρα και μικρόφωνο, σε ένα ύφος που κόμιζε παραστάσεις και επιρροές από τα δρώμενα των post punk/hardcore ημερών της άλλης άκρης του Ατλαντικού, καθώς και της βρετανικής noise rock σκηνής (της post- The Jesus and Mary Chain γενιάς). Κι έρχονται τα ’00s και το πρώτο ολοκληρωμένο του άλμπουμ, Uba, εν μέσω του υβριδικού πύρινου παραναλώματος που έστησε το 2002 με το σχήμα Κοψωκέφαλοι (τι όνομα!), στήνοντας εν προκειμένω γέφυρες μεταξύ avant-jazz ελευθεριότητας, punk πνεύματος με ρυθμικά afro/funk υποστηρίγματα και ακραιφνούς rock ‘n’ roll βιώματος. Θαρρώ πως εκεί βρίσκονται τα ουσιαστικά και πρωταρχικά ψήγματα, δείγματα-όπως θέλετε πείτε τα- ενός συνειδητού προσανατολισμού από μεριάς Τζιρίτα, που εν συνεχεία θα συνδράμουν στο όλον της (ολοένα και διευρυνόμενης) ταυτότητάς του. Εκεί θα δώσει το έναυσμα με φωνή και κλαρινέτο. Από εκεί κι έπειτα, πιστεύω, θα αντιληφθεί κι ο ίδιος ότι ανοίγει μια αλλιώτικη… οδός, το παιχνίδι μεταφέρεται μονομιάς σε άλλο τερέν για το προσωπικό του όραμα.

Όραμα, το οποίο θα ακολουθήσει κατά μόνας αρχικά, μια διετία μετά, στην Κτιριολογία και δεύτερο σόλο ηχογράφημά του (μετά την κασετοκυκλοφορία του Weirdo’s Tale, εκεί ως Rayfish D.A.L.) και στο οποίο για πρώτη φορά το λεκτικό έρεισμα, αυτό των λέξεων της ελληνικής γλώσσας, θα διαδραματίσει κυρίαρχο λόγο στις ηχο-κατασκευές του. Κατά τη διάρκεια του προκείμενου δίσκου, ο σαρκασμός και η διάθεση για να αποδοθούν με μια χιουμοριστική χροιά τα τεκταινόμενα (αληθινά ή μη), οικοδομούν το ερμηνευτικό σκηνικό. Αυτό το δίπτυχο είναι που πιάνει το νήμα από τους σουρεαλιστικούς-μα πιθανότατα (καθόλα) βασισμένους σε πραγματικά γεγονότα- στίχους και το προωθεί σε ευθεία γραμμή με τη γκρουβάτη ρυθμολογία που επικοινωνούν ευφορικά μπάσο και τύμπανα. Πλάι τους, παρατηρείς την κατάλληλη… φροντίδα του Τζιρίτα στα πνευστά, που αφήνει την αίσθηση του ότι «τα σπάμε γιατί έτσι μας βγαίνει, του δίνουμε και καταλαβαίνει βρε παιδάκι μου». Άλλωστε, η «εικόνα» της εκστατικής παράστασης και της εκτεταμένης θεατρικότητας, μαρτυρά και τα όσα επί σκηνής πράττει ο Τζιρίτας με τα κατά καιρούς σχήματα και τις συνεργασίες του.

Εκ της ανάγκης για live εκπροσώπηση των ιδεών του,  προκύπτουν οι Στυλιανός Τζιρίτας Unit και στέκονται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία συντονισμού ανθρώπων με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού και της ανίχνευσης τρόπων ζωντανής αλληλεπίδρασης, όχι μόνο μεταξύ τους, μα και με τον χώρο στον οποίο δοκιμάζουν, και τους περιβάλλει. Ο ίδιος ο εμπνευστής αυτού του πυρήνα, ο Στυλιανός, λόγω της προϋπηρεσίας του σε εργοστάσιο μπρούτζου(!) έχει μεταφέρει εμπειρίες από αυτή σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες από την καθημερινότητα της μεγαλούπολης. Μια ανοιχτή λοιπών παρέα μουσικών (στην οποία έχουν συμπράξει οι Αντώνης ΛιβιεράτοςΒασιλική Παπαδημητρίου, Γιώργος Τσοπάνος, Γιώργος Τσιρίκος) με σταθερό μοχλό τον Τζιρίτα υφίσταται και επιχειρεί ενώπιον κοινού, φτιάχνοντας πέρα από ηχητικές κατασκευές με ανατρεπτικές ενορχηστρώσεις και installations, performances γύρω από ένα κεντρικό συνήθως θέμα, με το λαρύγγι του Τζιρίτα να ξεσπά, είτε μέσα από το κλαρινέτο του, είτε αξιοποιώντας τους γλωσσικούς φθόγγους. Είπαμε, ο λόγος έχει την… τιμητική του στις απόπειρες του Τζιρίτα.

Σε αυτή την εξελικτική πορεία θα κουμπώσουν και τα επόμενα εγχειρήματά του. Πρώτος σταθμός οι improv δισκογραφικές στιγμές και live εμφανίσεις των Trypanosoma, με τον Μάκη Παπασημακόπουλο (αργότερα στους Rattler Proxy) συνοδοιπόρο. Τα άλμπουμ τους Bayonette Limbo και A Study In Power (του 2005 και του 2006 αντίστοιχα), αμφότερα εσωκλειόμενεα σε DIY συσκευασίες CD-r, εκπέμπουν αυτοσχεδιαστικές free jazz διαθέσεις σε… hardcore φόντο, αυτή τη φορά με τη συμπαράσταση αιχμηρών ηλεκτρονικών μερών και του Fender Rhodes δια χειρός Κωστή Στεργιού, αστικής και βιομηχανικής χροιάς βόμβων, επίμονα ακατάληπτων φωνητικών και spoken word περασμάτων (αποκλειστικά στο δεύτερο εξ αυτών των δίσκων, υπό την ερμηνεία της Γαλλίδας Hedwige Hurtel). Μια μετάβαση, σε μια αντίληψη περισσότερο μπασμένη στον πειραματικό χώρο. Στο σημείο αυτό, δε, o Τζιρίτας συναρμολογεί ευέλικτες ωδές από κλαρινέτο και τενόρο σαξόφωνο, από μικροφώνου αλαλαγμούς, κοφτές μπασογραμμές και σκιαχτικά μοτίβα από θέρεμιν.

Κρατάς κι εκείνη την εξαιρετικά εύστοχη παραγωγή του στο EP των Victory Collapse, Rumours (2007), όπου o υποφαινόμενος σοφά επιλέγει να επιτείνει την οξύτητα και τον ανεπιτήδευτα ορμητικό ειρμό των συνθέσεων του εν λόγω αθηναϊκού post punk συγκροτήματος, δίχως να παραποιεί τις μελωδικές του αρετές. Κι έρχεσαι ξανά μανά να «δεις» μέσα από μια οπτική που αναπτύσσεται σταδιακά και στοχευμένα, υπάρχει πλάνο, το λοιπόν, το φωνάζουν κατοπίν δίχως να προσκολλώνται σε αυτό δύο mini album (Τ.Η.Πx2.N.Z. και A(r)mour), τα οποία δημοσιοποιούνται το 2012 και 2013 αντίστοιχα. Αυτό, το τελευταίο χρονικά από τα τρία,  το Α(r)mour, με τη διόλου τυχαία αμφισημία στον τίτλο του (armor και… amour συγκατοικούν στην ίδια λέξη), απευθύνει στο δέκτη ακόμη περισσότερα ερωτήματα και τον τοποθετεί στη περίοπτη θέση του… συνομιλητή. Ambient υφής μοτίβα με drone στρώσεις, συγκοπτόμενες jazz φράσεις, μυστικιστικής υφής αναπτύξεις και στη μέση… ο αστικός κλοιός. Σε έναν ανάλογο προσανατολισμό, με έμφαση στην αφαιρετικότητα και την κόψε-ράψε φιλοσοφία στη ροή των εκτελέσεων να κυριαρχεί, ο Τζιρίτας θα φέρει στο φως και το τελευταίο μέχρι και σήμερα πλήρους διάρκειας δίσκο του, το Α.Ο.Rτου 2015.

Πλησίον όλων των προηγηθέντων κόμβων στο ηχητικό πλάνο του προκείμενου καλεσμένου μας, συναντά κανείς και την επιμέλεια του στο περιρρέον δισκογραφικό τοπίο της χώρας μας. Ο ίδιος άνθρωπος, βρίσκεται από το 2015 πίσω από την ετικέτα ακραιφνώς πειραματικών έργων A Man Out Of A Man Records, υπό τη σκέπη της οποίας κυκλοφορούν εκεί έξω συλλήψεις με ιδιότυπη σφραγίδα από τους εμπνευστές τους. Το τελευταίο ηχογράφημα του Βαγγέλη Μπουλουχτσή –των Κεφάλαιο 24 και Όμμα- που τιτλοφορείται ως Αντηχήσεις αποτελεί ένα τέτοιο, εντός ενός ανοιχτού πλαισίου αυτοσχεδιαστικών ασκήσεων με το μπάσο σε ρόλο καθοδηγητή και το psych-ambient στίγμα να περιβάλλει μια συνεύρεση Δύσης, Ανατολής και εγχώριας παρακαταθήκης. (Το λιγότερο) Εξαιρετική δύναται να χαρακτηριστεί μια σειρά από συνθέσεις που απαρτίζουν την συλλογή Έλληνες Συνθέτες Ηλεκτρονικής Μουσικής Σε Πεδία Επιστημονικής Φαντασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ντόπιοι δημιουργοί από το μετερίζι της ευρύτερης ηλεκτρονικής τεχνοτροπίας επί του ήχου, αλληλεπιδρούν σε διαγαλαξιακής και εν γένει sci-fi οπτικής ηχητικά θέματα.

Οφείλω να ομολογήσω, καθώς προχωράμε στο παρόν κείμενο, πως ισάξια βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα να αναφερθώ στον Στυλιανό, είναι τα όσα μας έχει εξωτερικεύσει από τη σκοπιά του μουσικοκριτικού. Βλέπετε, τόσο ο αναλυτικός τρόπος υπό τον οποίο τοποθετείται απέναντι σε μουσικές καταθέσεις, όσο και οι ατομικές και κατ’ επέκταση κοινωνικές προεκτάσεις που εντοπίζει σε αυτές, φανερώνουν πέρα από γνώσεις και οξυδέρκεια. Και δεν αναφέρομαι σε κοινότυπα και πρόδηλα συμπεράσματα από μέρους του, αλλά σε μια ευρυγώνια ματιά που εξερευνά, κατανοεί και επεξηγεί καίρια σημεία της μουσικής έκφρασης καθώς και λεπτομέρειες αυτών, που τελικά κάνουν τη… διαφορά. Κι είναι κι η ίδια η αφηγηματική οδός που ακολουθεί, η οποία ρέει πηγαία και συναρπάζει.

Η παραπάνω «συνήθεια» του Στυλιανού, δεν περιορίζεται στα εκάστοτε κείμενα που έχει επιμεληθεί για τον μουσικό τύπο (έντυπο, δηλαδή Ποπ & Ροκ, Ήχος, Sonik, κ.α., κι ηλεκτρονικό, όπως κυρίως Avopolis και Crooked Minds), τα ενθουσιώδη fanzines (Σαστέιν, Trash City, Fractal, Κόρη Οφθαλμού), το blog του και τα συγγραφικά του εγχειρήματα (βιβλία για τον Elvis, τους U2 κ.α.), μα επεκτείνεται και στην παρουσία του στα ερτζιανά. Οι ραδιοφωνικές του εκπομπές στο πλευρό του συναδέλφου του στο Avopolis και το Sonik, επίσης εξαίρετου μουσικογραφιά, Χάρη Συμβουλίδη, φιλοξενούμενες στη συχνότητα Στο Κόκκινο 105.5 κάτω από τον τίτλο Συχνοτική Συμπεριφορά, φωτίζουν με ζωντάνια και παραστατικότητα εκφάνσεις ηχογραφημάτων από αλλιώτικα μεταξύ τους υφολογικά φάσματα. Στο γούστο και την αισθητική του προαναφερθέντος ντουέτου μπορούν κάλλιστα να χωρέσουν και να συνυπάρξουν ο Στέλιος Καζαντζίδης με τους Beach Boys και τον Στέφανο Βασιλειάδη, κι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τον David Sylvian και τον RZA.

Θα εξακολοθήσω κατά πως φαίνεται να παρακολουθώ τις εμπνεύσεις του Στυλιανού και κάτι μου λέει πως σε καθεμιά από δαύτες θα βρίσκω σημεία για να κοντοσταθώ…

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Brian Eno: Here Come The Warm Jets, 1973]

Μιλώντας με τον Παναγιώτη Σταθόπουλο για την κατάρτιση που αφορά το δικό μου σκέλος σε αυτή τη δημοσίευση διαπίστωσα ότι δεν αποτέλεσε έκπληξη η επιλογή μου όταν την κοινοποίησα σε ένα email. Για την ακρίβεια μου είπε ότι ο συγκεκριμένο δίσκος ήταν αυτός που και ο ίδιος είχε στο μυαλό του ως έναν από τους πιθανότερους, αν όχι ο πλέον αναμενόμενος, ως κορυφαίος από μεριάς μου και υποψήφιος για το κείμενο αυτό. Αν και η λέξη «Αναμενόμενος» είναι δικό μου πηλίκο από τα λεγόμενα του Σταθόπουλου εντούτοις με προβλημάτισε, ίσως γιατί μου είπε ότι έχω μιλήσει στο παρελθόν αρκετές φορές είτε σε άρθρα είτε σε κείμενα στην προσωπική μου σελίδα στο fb ή στο blog εκθειαστικά γι αυτή την κυκλοφορία. Θα προσθέσω στο σκεπτικό του Παναγιώτη ότι ακόμα και όταν η Θάλεια Ραφτοπούλου μου ζήτησε πριν μερικά χρόνια για τις ανάγκες ενός φιλμικού πειράματος της να μιλήσω για τον αγαπημένο μου δίσκο, πάλι γι αυτόν μίλησα.

«Και γιατί δεν είναι το The First Day των Sylvian/Fripp;» μονολόγησα, μετά την ιντερνετική συζήτηση με τον ξενοδόχο της σελίδας, καθότι εκεί ακούσαμε σκληρή κιθάρα που ΔΕΝ παρέπεμπε στο rock (κάτι που μήτε στο Last Exit της downtown κουλτούρας δεν επετεύχθη) μαζί με το απόσταγμα της γιουνγκιανής πιστοποίησης της επίδρασης της ανατολικής φιλοσοφίας στο δυτικό άνθρωπο, γιατί δεν είναι (σταμάτησα να μονολογώ και περιορίστηκα σε εσωτερικές συνειρμικές οδούς) το Eisen του David Jackman που όταν το πρωτοάκουσα μου ήρθε (και παραμένει) η φράση «μεγαλειώδης μουσική» στο μυαλό. Εν τέλει γιατί δεν είναι το Υπάρχω του Καζαντζίδη μίας και μιλάμε για μία κατάθεση που εκτός του εξωφρενικά και εκτός κώδικα υπαρξιακού παραληρήματος στην εκκίνηση του δίσκου έχει σμιλευμένο τον πρώτο concept λαϊκό δίσκο στην ιστορία του ιδιώματος θέτοντας ως παρωχημένη όχι μόνο την προηγούμενη λογική της άτακτης συλλογής 45αριών των καλλιτεχνών αλλά και την ομοιομορφία στην παραγωγή και ενορχήστρωση (η Μικρά Ασία και οι Μικρές Πολιτείες της ίδιας περιόδου δεν είναι έργα λαϊκής δομής αλλά με ψήγματα αυτής). Γατί να μην είναι το Virgin Beauty του Ornette Coleman που απέδειξε ότι εκτός του ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει ακόμα και τρεις τομές στην ιστορία της μουσικής στην πορεία της καριέρας του ή το Machine Head που έθεσε επί τάπητος ότι το hard rock συνεχίζοντας την 50s elvisιάδα ανήκει αποκλειστικά στην τεστοστερόνη που διοικεί δάκτυλα και γλώσσα και σε καμία περίπτωση δε χρειάζεται χαριτόβρυτες σοφιστικέ υποσημειώσεις για να υπάρχει ως αυτόνομο είδος.

Η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το Here Comes the Warm Jets, φυσικά. Η απάντηση βρίσκεται στη διαχείριση του δίσκου από τον ίδιο τον Brian Eno είτε σε επίπεδο παραγωγής (γνωστές οι μέθοδοι που είχαν να κάνουν όχι με την καλωδιακή συντεταγμένη αλλά και με την λογοκινητική θεωρία με την οποία περαίωσε το δίσκο ο Eno) είτε με την ίδια την παρουσία του δίσκου στα ράφια με την αισθητική να ξεκινάει από το εξώφυλλο και να καταλήγει στην τελευταία νότα του ομότιτλου τραγουδιού που ήταν και η σαρκαστική όσο και μακάβρια έξοδος της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.

Το Here Comes the Warm Jets είναι πέρα από κατηγορίες και ταμπέλες.
*Δεν είναι (μόνο) art rock η διάρκεια των τραγουδιών είναι στα όρια τη εισαγωγής προς την επικείμενη σύνθεση για το είδος.
*Δεν είναι (μόνο)pop διότι τι γυρεύει το διάρκειας 3 λεπτών και όμοιο της ωμότητας του Πιτυοκάμπτη solo του Fripp στο “Baby’s on Fire”.
*Δεν είναι (μόνο) glam διότι έχει τρίτες αναγνώσεις του κάθε τραγουδιού.
*Δεν είναι (καθόλου) rock διότι απλά ο οπαδός της εποχής εκείνης που άκουγε Doobie Brothers και Led Zeppelin το έβρισκε ακατανόητο στους στίχους και ασύντακτο στον ήχο. Η ακρόαση του δίσκου ακόμα και σήμερα από ένα μεταλλά θα γίνει κάνει κάτι παραπάνω από προφανές το επιχείρημα.
*Δεν είναι (μόνο) πειραματισμός διότι έχει χιούμορ.

Το να αναλύσω γιατί συνθέσεις όπως το “Baby’s on Fire” έχουν μία ντανταϊστική δομικότητα (όσο και αν αυτό το δίδυμο ακούγεται αντιστικτικό) θα ήταν κουραστικό διότι ο Σταθόπουλος καταρτίζει το blog και όχι εγώ σε συνέχειες (για τέτοια έκταση μιλάμε). Το ίδιο ισχύει για τον ακρογωνιαίο λίθο λυρισμού στα ’70s, με αναφορές κατευθείαν στον Satie όσο και στον Ravel και ο λόγος φυσικά για το “On Some Faraway Beach” που ακόμα ακούω σε 8-Track (και στο ανάλογο μηχάνημα βέβαια) που του προσδίδει ακόμα περισσότερη γοητεία ένεκα των (αναμενόμενων) θορύβων της ταινίας.

Το Here Comes the Warm Jets στην ουσία του και παρόλα αυτά που ανέφερα δύο παραγράφους παραπάνω ήταν απόλυτα προσβάσιμο, από την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του αρκεί πρώτον να είχες/έχεις ένα καλό ζευγάρι ακουστικών για να αντιληφθείς την οργιαστική ατμόσφαιρα των πίσω στρωμάτων ήχου σε κάθε της λεπτομέρεια και δεύτερον να είχες/έχεις αποδεχθεί ότι ο Jackson Pollock ήταν μία τομή όχι απλά για την τέχνη του 20ου αιώνα αλλά για τον τρόπο που εν δυνάμει μπορούμε να αντικρίσουμε το καθημερινό γίγνεσθαι.

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #24: Χρήστος Χριστοδούλου

Χρήστος Χριστοδούλου

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Χρήστος Χριστοδούλου του οποίου τις συνθετικές εμπνεύσεις συναντάμε κυρίως στην ηχητική πλαισίωση βιντεοπαιχνιδιών, και δευτερευόντως θεατρικών παραστάσεων και έργων για τη Μεγάλη Οθόνη, εξωτερικεύει την κάψα του για το άλμπουμ Dead Air For Radios, του Chroma Key (Kevin Moore).

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Η εκάστοτε επαφή με τον ηχητικό διάκοσμο που στήνει ο Χρήστος Χριστοδούλου, πότε μέσα από το μουσικό περίβλημα που ο ίδιος τοποθετεί σε video games και πότε από εκείνες τις εμπνεύσεις του που στέκονται τόσο πλάι στα καρέ κινηματογραφικών παραγωγών, όσο και στο φόντο θεατρικών παραστάσεων, μας συστήνει έναν -θα μου επιτρέψετε- υπερρεαλιστή συνθέτη. Από αυτή τη σκοπιά, ο Χριστοδούλου μοιάζει να ασπάζεται την άποψη, ή καλύτερα την φιλοσοφία καλλιτεχνικής ζωής του Edgar Froese (και σύσσωμων των παλιών καλών Tangerine Dream), που θέλει τη μουσική να αποτελεί μια αλληλουχία χρωμάτων. Τις μουσικές συλλήψεις, όπως λχ και τους περίφημους πίνακες του Νταλί (περιπλανιόμαστε… ακόμη στα λημέρια του υπερρεαλισμού), απαρτίζει ένα πλατύ φάσμα αποχρώσεων, εν προκειμένω προερχόμενο από παλέτες… ηχοχρωμάτων.

Που τον χάνεις, που τον βρίσκεις, ο Χριστοδούλου ανακατεύει διαρκώς την «τράπουλα» των ηχητικών επιλογών του, με τρόπους οι οποίοι απλώνουν εδώ κι εκεί ουσία και λεπτομέρειες που εντείνουν το στοιχείο της έκπληξης. Ο ίδιος διαμορφώνει τα ακροάματά του βασιζόμενος σε μια ποικιλομορφία μοτίβων, η εκφραστικότητα των οποίων πέραν της υφολογικής ευρύτητας που την διακρίνει, εξωτερικεύει και αλλιώτικες μεταξύ τους ψυχολογικές καταστάσεις, ή, αν προτιμάτε, διαθέσεις. Εδώ υπεισέρχεται κι αυτό το… αλισβερίσι των χρωμάτων στο οποίο επέμεινα νωρίτερα. Η καλλιτεχνική φαντασία του εν λόγω δημιουργού παρέχει κατάλληλο αποκούμπι στις συναισθηματικές διακυμάνσεις ώστε να δράσουν, είτε εκείνες απορρέουν από τις γκριζωπές πτυχές της καθημερινότητας, είτε καταφθάνουν μέσα από στιγμές ευφορίας.

Εκείνο λοιπόν που σφυγμομετρά επιτυχώς τον αντίκτυπο των πεπραγμένων του υποφαινόμενου συνθέτη, είναι η ευχέρεια στη διαχείριση και εν τέλει ανάπλαση των καταβολών και των ερεθισμάτων του γενικότερα. Οι καθόλα οργανικές και δίχως την υποστήριξη στιχουργικού, και εν γένει λεκτικού μέρους αναπτύξεις του, αναπνέουν όμορφα μέσα στο αντάμωμα διαφορετικών μεταξύ τους ηχητικών συντεταγμένων. Σε μια ανοιχτών οριζόντων και πολυπρισματικής αντίληψης γραφή, ο εμπνευστής της αξιοποιεί με σύνεση και επιδεξιότητα συστατικά από διάφορα σημεία ανά τον κόσμο σε πολύπλευρα στιγμιότυπα που συναρπάζουν.

Οι θέσεις του εν λόγω Σπαρτιάτη κάνουν έντονα την εμφάνισή τους κατά την συνύπαρξη της Άπω Ανατολής με τη Δύση και τη… Μεσόγειο, έξι χρόνια πίσω, στο σαγηνευτικό OST με τις αληθινά ρομαντικές βινιέτες του, για το point ‘n’ click adventure game The Sea Will Claim Everything (τι τίτλος!). Εν συνεχεία, επεκτείνονται στα μεμονωμένα και για ποικίλους σκοπούς tracks των The Uncanny Valey και Reks’ Mundi, εκδιδόμενα το 2013 και 2014 αντίστοιχα, καθώς και στο εγχείρημα για το ημιτελές και τελικά μη κυκλοφορημένο παζλ βιντεοπαιχνίδι Tangram, που ακούμε πια στο EP του 2015 Three Old Stones,  όπου η εξωτική χροιά της ιαπωνικής και κινέζικης κλασικότροπης και όχι μόνο ηχητικής κουλτούρας, δρουν στο προσκήνιο και πριν σβήσουν περνιούνται από ένα φίλτρο που θυμίζει Amon Tobin.

Παρ’ όλες τις παραπάνω αξιοπρόσεκτες καταθέσεις του, ο Χριστοδούλου είχε στο μεσοδιάστημα (το 2013) προσεγγίσει ένα αληθινό αποκορύφωνα όταν αρχικώς έδαφος για πειραματισμούς σε ala’ Warp Records αισθητικής πεδίο, με το score για mobile game Droidscape: Basilica (στη συλλογή Hexadecimal θα το εντοπίσουμε), και ολοκληρωτικά από τη στιγμή κατά την οποία πιάνει να συναρμολογήσει τα κομμάτια που θα ωθήσουν ηχητικά το action shooter game Risk Of Rain. Εκεί πραγματικά συντελείται… κάτι άλλο, τα μέρη ενορχηστρώνονται αριστοτεχνικά σαν συγκοινωνούντα δοχεία μιας ενιαίας λογικής δόμησης. Εδώ ρέει το προοδευτικό ροκ με απαρχή τις ’70s βάσεις, αλλά συμπορευόμενο και με τις μεταστάσεις του από τα ’80s μέχρι τα ’00s, μέσω υπέροχα κατανεμημένων συχνοτήτων από πληκτροφόρα όργανα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα (synths, keyboards, pads κ.α.), καθώς επίσης κι από το γνώριμο για τις ροκ φόρμες ενορχηστρωτικό τρίπτυχο, μα εκπεφρασμένο με μη τυποποιημένο τρόπο, κιθάρες-μπάσο-τύμπανα. Αυτή, λοιπόν, η νέα τάξη πραγμάτων στο δρόμο του Χριστοδούλου θα τον παροτρύνει και για επιπρόσθετα… παραστρατήματα.

Το πρώτο από αυτά, ακούει στο όνομα Wanderlust Adventures και αποτελεί ένα εξαίσια υβριδικό  σάουντρακ για το ομώνυμο RPG βιντεοπαιχνίδι, εντός του οποίου συνευρίσκονται αρμονικά όψεις του ροκ, της ηλεκτρονικής και της κλασικής σύνθεσης.  Σκυτάλη παίρνει η αιχμηρή IDM (ο όρος που θες και δεν θες να αναφέρεις) γλώσσα ούτως ώστε να ενσωματωθεί στο Earthling Priorities και έπειτα για να εμφανιστεί περισσότερο τεταμένη, ισχυρή  και σκοτεινή με τη βοήθεια μιας πιότερο ambient προσέγγισης στην επένδυση της ταινίας περιπέτειας Do It Yourselfτου Δημήτρη Τσιλιφώνη. Ενδιάμεση στάση, η εκστατική μουσική επιμέλεια για το stealth-action σύμπαν του video game Deadbolt, μέσα στο οποίο φανκοειδείς, στιβαρές fuzzy και «εγκαφαλικές» κιθάρες, κυκλικά συνθεσάιζερ και πλήκτρα (με ορισμένα jazzy περάσματα), πληθωρικές μπασογραμμές, κοφτά beats και φυσική ρυθμολογία, στήνουν ένα ελκυστικά χορευτικό τριπ, στο οποίο ξεπροβάλλουν και υπέροχα ατμοσφαιρικά μέρη.

Το χαρακτηριστικό που πραγματικά αναδεικνύει σε μεγάλο βαθμό και κατ’ επέκταση ενοποιεί όλους τους ανωτέρου ηχητικούς προσανατολισμούς του Χριστοδούλου, είναι η μελωδικότητα των κατασκευών του. Αυτή παρίσταται -εντυπωσιακά, τις περισσότερες των περιπτώσεων- στο επίκεντρο των τεκταινομένων που λαμβάνουν χώρα στα όσα μας έχει εξωτερικεύσει μέχρι σήμερα. Ελπίζω πως αυτή θα εξακολουθήσει να… λύνει και να δένει και στις επόμενες στροφές της σταδιοδρομίας του.

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

Dead Air For Radios
[Chroma Key: Dead Air For Radios, 1998]

Όποιος σου πει ότι ήξερε τι θα άκουγε στον τον πρώτο προσωπικό δίσκου του Kevin Moore, λέει ψέμματα.

Πριν καν ολοκληρωθούν οι ηχογραφήσεις του Awake (1994), ο πρώην πληκτράς των Dream Theater είχε ανακοινώσει την επικείμενη αποχώρησή του από το σχήμα—γεγονός που εκ των υστέρων φαίνεται αυτονόητο. Μας είχε δώσει δείγματα γραφής με τα κομμάτια “Wait for Sleep” και “Space-Dye Vest”, τα οποία, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να ενταχθούν στον ήχο της μπάντας, άφηναν σαφείς υπόνοιες ότι ο Moore είχε να πει κάτι πέραν του progressive. Η είδηση λοιπόν της κυκλοφορίας μιας σόλο δουλειάς ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, πόσο μάλλον στον υπογραφόμενο εκκολαπτόμενο πληκτρά που εκείνη την εποχή είχε τον Moore σαν πρότυπο.

Έτσι, τέλη του 1998 βρίσκομαι στο πάλαι-ποτέ Rock City για να αγοράσω ένα CD με ένα περίεργο πορτοκαλί εξώφυλλο που, αντί για Kevin Moore, φέρει την υπογραφή Chroma Key και τον τίτλο Dead Air For Radios. Στη διαδρομή της επιστροφής άρχισα να διαβάζω το βιβλιαράκι: “On a beach 20 yards from the roadside, back again, 6am, far from sleep”. Βλέπω τον Moore να μου κλείνει το μάτι (ως στιχουργός των 6:00 κ Wait for Sleep). Βλέπω τον Mark Zonder στα τύμπανα, βλέπω τις ευχαριστίες (θα αναφέρει άραγε τους παλιούς του bandmates;).

Φτάνω σπίτι, βάζω το CD στο player, φοράω ακουστικά, πατάω play… Ο 18χρονος εαυτός μου, μεγαλωμένος με Floyd, Beatles, Theater, Queen, δυσκολεύεται να κατηγοριοποιήσει αυτό που ακούει. Κάποιοι παλμοί της μεμβράνης είναι γνώριμοι. Ακούω συνθεσάιζερ, πιάνο, ντραμς, μπάσο, κιθάρα αραιά και που. Ακούω φωνή («αυτός που τραγουδάει γιατί είναι μονίμως βραχνιασμένος;» με είχε ρωτήσει μια φίλη κάποτε). Αλλά επίσης ακούω ακαθόριστα μουσικά στυλ που εναλλάσσονται από κομμάτι σε κομμάτι, μια αρμονία φτιαγμένη όχι από όργανα αλλά από αιθέρα, ανθρώπους να συζητάνε, ακανόνιστους θορύβους, ησυχία, ένα γαμημένο ποντίκι. Και η κάποια στιγμή η ακρόαση του δίσκου ολοκληρώνεται καθώς έρχεται το τέλος του κόσμου—είμαστε όλοι νεκροί.

Ή μάλλον, όχι ακριβώς νεκροί. Πλησιάζουμε το τέλος σκαρφαλώνοντας μια Σκάλα του Ιακώβ. Ζούμε τις τελευταίες μας στιγμές που στο μυαλό μας φαντάζουν χρόνια. Κι αυτές οι στιγμές, για αυτόν τον εκκολαπτόμενο πληκτρά που έχει ως πρότυπό του τον Kevin Moore, έχουν πλέον σαφές σημείο εκκίνησης. Η Σκάλα έχει βάση και η βάση έχει τίτλο και ο τίτλος της είναι Dead Air For Radios.

|>| Στήσε αυτί |<|