H συγκλονιστική post-everything εκφραστικότητα των Grails

Πέρα και έξω από δεσπόζουσες τάσεις, κυρίαρχα ρεύματα και (πόσο μάλλον) από εφήμερες μόδες, κινούνται εδώ και δεκαπέντε συναπτά έτη οι μουσικές καταθέσεις των Grails. Με απαρχή το 2003, όποτε και χρονολογείται το παρθενικό τους δισκογραφικό πόνημα, και ιδίως έπειτα από την έκδοση του Burning Off Impurities μια τετραετία μετά, το συγκρότημα από το Πόρτλαντ των ΗΠΑ οικοδομεί και επεκτείνει μία ηχητική διάλεκτο αδιαπραγμάτευτα προσωπική. Η καλλιτεχνική προβολή των συλλογισμών και ιδεών των μελών του [γκρουπ], εξόχως αναγνωρίσιμη πια, είναι ξεχωριστή ανάμεσα στον κυκεώνα των μουσικών κυκλοφοριών που μας κατακλύζει.

Τοποθετώντας τη rock -με την ευρεία έννοια του όρου- συνιστώσα στο επίκεντρο των αναπτύξεών τους, οι πολυοργανίστες Emil Amos, Alex John Hall, Zak Riles και William Slater (για να κατονομάσω τα σταθερότερά τους μέλη έως και σήμερα) επιδίδονται σε εξολοκλήρου οργανικές και χωρίς στιχουργικό και, εν γένει, λεκτικό έρεισμα περιπτύξεις. Μέσα από το ηχογραφημένο τους υλικό, προβαίνουν σε συνδυαστική προσέγγισή ποικίλων ηχοχρωμάτων και ρυθμολογιών από αλλιώτικα μεταξύ τους μουσικά είδη και ιδιώματα, ούτως ώστε να αναδυθεί μία φρέσκια κάθε φορά πρόταση. Στην ολοένα και ακμάζουσα τεχνοτροπία των Grails, συναντά κανείς τολμηρά διαφορετικούς και γοητευτικά νέους προσανατολισμούς, σαν ώσμωση πολλών και διαφόρων φορμών, που έτσι και στήσεις προσηλωμένα αυτί θα σε οδηγήσουν σε αναπάντεχα όμορφα μέρη…

Εκείνο το εικονοπλαστικό post/ambient rock στο οποίο κινήθηκαν κατά κύριο λόγο τα δύο πρώτα τους LP, The Burden Of Hope (2003) και Redlight (2004), ως μία πρωταρχική εξοικείωση με την στροφή του rock από τις αρχές των ’90s και σαν ένα… προειδοποιητικό δείγμα πηγαίας δημιουργικότητας, κέρδισε ένα μέρος του κοινού που αναζητούσε «φωνές» εκτός των τετριμμένων του εν λόγω ιδιώματος. Εντός του, οι Grails στέκουν και καταγράφουν τις συλλήψεις τους, ναι μεν βασιζόμενοι στις εναλλαγές μεταξύ νηνεμίας και εκρήξεων που τόσο έχουν αναπαραχθεί και τυποποιηθεί ως μοτίβο στο instrumental rock μετά τα ’90s, μα πράττουν αρκετά περισσότερα, τα οποία κι αποκαλύπτουν πραγματικές αρετές και προμηνύουν εξέλιξη… Πότε υπνωτικά και πότε εκρηξιγενή desert rock κιθαριστικά riffs με sludge προεκτάσεις, πλήκτρα που εντείνουν την ευάερη μελωδικότητα, αργόσυρτοι-σκονισμένοι ρυθμοί που αναλόγως με την πλοκή μεταβάλλονται, γλυκόπικρες δοξαριές από το βιολί εν είδει χαρμολύπης, εμβόλιμες jazz φράσεις…

Κι εγένετο Burning Off Impurities και αφού προηγήθηκε η συμμετοχή των Grails σε συλλογές και η κυκλοφορία μιας σειράς από πραγματικά γόνιμες ηχογραφημένες προσπάθειες ψυχεδελίζουσας ατμόσφαιρας στα Black Tar Prophecies Vol. 1, 2 & 3. Με σημείο μηδέν το συγκεκριμένο LP, το τρίτο τους πλήρους διάρκειας άλμπουμ μέχρι και το 2007, το αμερικάνικο σχήμα εκκινεί μια αλληλουχία από βαθιές ανατροπές στις δομικές αξίες της μέχρι τότε γραφής τους, καθώς εξωτερικεύει με έξοχο τρόπο τη ροπή του προς τον απανταχού ψυχεδελικό ήχο και προτάσσει έναν πολυπολιτισμικό διάκοσμο ως σύζευξη Δύσης και Ανατολής. Όλα εκτυλίσσονται στα πλαίσια μιας νοοτροπίας που διαθέτει και progressive rock χαρακτηριστικά. Εκεί κατεδαφίζονται και στήνονται εκ νέου η αισθητική και οι θέσεις των Grails. Από εκείνο το σημείο κι ύστερα προσέρχονται στους αποδέκτες κι αυτοί που επιζητούν το μυστηριώδες, το έξω από το comfort zone άκροασής τους στίγμα με απολαυστική αποτελεσματικότητα, την εφευρετικότητα στον πειραματισμό και στο αυτοσχεδιαστικό πνεύμα. Μία πιότερο αναλυτική ματιά επί του δίσκου θα βρείτε μετά το πέρας της παρούσας συνολικής αποτίμησης που λειτουργεί υπό μορφή προλόγου…

Θα επακολουθήσουν δύο επίσης εξαιρετικά επιτυχημένες ηχητικές προσπάθειες, τα LP Take Refuge In Clean Living και Doomsdayer’s Holiday, αμφότερα κυκλοφορημένα το 2008. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εκ των δύο δίσκων, το σχήμα δημιουργεί ένα μυστικιστικό περίβλημα με βασικούς πυλώνες το space rock παρελθόν (βλέπε Hawkwind και πρώιμους Pink Floyd) και την ινδική μουσική παράδοση (με την παραισθησιογόνο επίδραση του Ravi Shankar), στις εκτάσεις του οποίου ο ακροατής δύναται να βιώσει στιγμές ψυχικής ανάτασης, αιωρούμενος νοητά σε αχανείς περιοχές. Διαγαλαξιακή «εικονογράφηση» από τα θέματα που ξεπροβάλλουν από τα πληκτροφόρα όργανα και τις κιθάρες, καθώς και εξωτικές παραισθήσεις εκ μέρους των harpischord, μπαγλαμά, zither, συντονίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, στο Doomsdayer’s Holiday, η τετραμελής μπάντα με τη σύμπραξη κι άλλων ομοϊδεατών (με μέλη των Earth, Sunn O))) και Faust να συμβάλλουν) θα προσδώσει όγκο, οξύτητα, ένταση και μια avant φιλοσοφία στις αναπτύξεις της, κατασταλάζοντας σε ένα heavy rock-στα όρια του metal- ηχογράφημα καθοδηγούμενο από βραδυφλεγείς drone παραμορφώσεις, αργόσυρτο τέμπο, cosmic ατμοσφαιρικότητα και νουάρ κλίμα.

Περνώντας το κατώφλι του 2011, οι Grails είχαν σχηματοποιήσει στο νου και κατ’ επέκταση στην συνθετική τους αντίληψη τις οδούς μέσα από τις οποίες θα ενισχύσουν σημαντικά την εκφραστικότητά τους. Πράγμα το οποίο γίνεται άμεσα αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας επαφές με τα αμέσως επόμενα LP τους, Deep Politics (2011) και Chalice Hymnal (2017), που ανήκουν στις σπουδαιότερες έως σήμερα καταθέσεις τους, και για τα οποία θα επεκταθώ στις παρακάτω γραμμές…


Burning Off Impurities (2007)

Εν έτει 2007 και με την έλευση του τρίτου τους ολοκληρωμένου άλμπουμ, το ύφος και η αισθητική γραμμή των Grails λαμβάνουν την πλέον ουσιαστική και ιδιοσυγκρασιακή τους μορφή μέχρι τότε. Αρνούμενο να ακολουθήσει κάποιο προκαθορισμένο ηχητικό στυλ, το γκρουπ καταστρώνει και παραδίδει ένα μουσικό έργο υψηλής συνθετικής σύλληψης και απόδοσης, με διάστικτο το προσωπικό του στίγμα. Η μεθοδολογία του τετραμελούς συγκροτήματος γίνεται σχολαστικότερη από ποτέ έως τότε, η λεπτοδουλειά στις μελωδίες, τα εφέ και τη ρυθμολογία καθηλώνει, το μουσικό του σύμπαν διαστέλλεται και πάλλεται με συγκλονιστικό τρόπο. Κιθάρες (ηλεκτρική, δωδεκάχορδη και μη ακουστική, pedal steel), ούτι, μπάντζο, μπάσο, βιολί, πιάνο (ηλεκτρικό και κλασικό), hammond όργανο, keyboards, harpsichord, τρομπέτα, κόρνο, φυσαρμόνικα, τύμπανα και samplers, συνευρίσκονται ώστε να φέρουν σε πέρας το πλάνο.

Σαν σε ευθεία αντιπαράθεση με τη σημασία που φέρει ο τίτλος του δίσκου, οι Grails αναμειγνύουν ποικίλες μουσικές «συντεταγμένες», ώστε να ορθώσουν τελικά ένα πολυδιάστατο καλλιτέχνημα. Η εκφραστική τους δύναμη ισχυροποιείται, καθώς εντός ενός ψυχεδελικού περιβάλλοντος με προοδευτικά ροκ θεμέλια, απλώνουν συστατικά αφορμώμενα από διαφορετικά μεταξύ τους ιδιώματα, τα οποία λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Στο Burning Off Impurities αλληλεπιδρούν αρμονικά, η ελευθεριότητα του krautrock όπως αποτυπώθηκε σε ηχογραφήματα σαν αυτά των Amon Düül II, η απόκοσμη εξωτικότητα της kosmische musik, που μας βάρεσε κατά κούτελα εξαιτίας π.χ. των Popol Vuh, σπειροειδείς κιθάρες και εμμονικά εφέ με νύξεις στις space rock ατμόσφαιρες των Ash Ra Tempel, η ευρύτερη ανατολίτικη folk παράδοση (από την Τουρκία μέχρι την Ινδία και τη raga), heavy rock δυναμικές που κρατάν από την εποποιία των Black Sabbath, ο Morricone και η φιλμογραφία που πλαισίωσε ηχητικά… Φερειπείν, καρφώνεσαι σε kraut / folk περάσματα με περίσσιο ανατολίτικο άρωμα στο εναρκτήριο “Soft Temple”, ενώ η ένταση και η αιχμηρότητα ανεβαίνουν στον ογκόλιθο του “Silk Rd” που συγχωνεύει spaghetti western καρέ, εμπειρίες από την άπω Ανατολή και σκληροτράχηλο heavy rock των ’70s. Είναι κι εκείνο το έξτρα υβριδικό “Origin-ing”, η κορωνίδα της συνθετικής τους φαντασίας σε αυτό το LP, το οποίο πότε ηχεί ορμητικό με κιθαριστικά riff ψυχεδελικής παράνοιας που σβήνουν σε μια εξαίσια μελωδία και πότε «επιπλέει» σε ένα σημείο επαφής μεταξύ dub και jazz ατμοσφαιρικότητας. Στο κατόπι του για το πλέον ποικιλόμορφο track του δίσκου και το “Drawn Curtains”, που σε λιγότερα από πέντε λεπτά φέρνει τα πάνω κάτω, ανακατεύοντας western OSTs, αρχετυπικό folk/blues και post-’90s electronica.

Με φόντο ένα τεταμένο και αγχώδες κλίμα, κι έχοντας στο πλευρό της την υποβλητικότητα και τη μυσταγωγία ως μόνιμους συμπαραστάτες, καθώς και υποβοήθεια από τις loud-quiet-loud αναπτύξεις, η μπάντα από το Πόρτλαντ στήνει στωικά μια συστοιχία από ηχοτοπία που σε ρουφούν μονομιάς για να σε κάνουν κοινωνό των εθιστικών ιδιοτήτων τους.

Deep Politics (2011)

Μέσα στην έλλειψη τους σε λέξεις και στίχους, οι συνθέσεις των Grails (οξύμωρα) διατηρούν μια συναρπαστική αφηγηματικότητα. Και στο Deep Politics αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Μεταβαίνοντας από το ένα σημείο του δίσκου στο επόμενο, στοιχηματίζεις πως ακούς μια μουσική επίκληση στην απύθμενη σύγχυση και τον βαθύ σκοταδισμό που διακρίνουν τις σύγχρονες κοινωνίες ανά τον κόσμο.

Η καλλιτεχνική ευφράδεια των Grails εδώ ξεπερνάει κάθε προηγούμενο για τους ίδιους. Η κυριότερη εξέλιξη που συναντάμε στο πρόσωπο τους σε σχέση με το με το Burning Off Impurities, αφορά τόσο τη μελωδικότητα τους, που παρουσιάζεται πιο ελκυστική, όσο και τις δομές τους, γενικότερα, που γίνονται περισσότερο εύληπτες και ευκολομνημόνευτες δίχως, εντούτοις, να συμβιβάζονται σε mainstream πλαίσια, ή να καταφεύγουν σε άνευρες κοινοτυπίες. Ο λυρισμός πλάι σε έναν κλασικότροπο ρομαντισμό διατηρεί τα ηνία στην οικοδόμηση των συνθέσεων, με τις δραματικές κλιμακώσεις να πρωτοστατούν και να καταλήγουν λυτρωτικά σε μια άχαστη ψυχεδελική (ροκ και μη) ευφορία. To πιάνο μέσα από μια μελωδική λεπτότητα χρίζεται όργανο-οδηγός, τα έγχορδα (με πρωτοφανής έκτασης συμβολή) ξεσπούν θρηνητικά, οι κιθάρες πότε στροβιλίζονται σε μια νοσταλγική ψυχεδελική δίνη και πότε υπογραμμίζουν λυρικά την ατμόσφαιρα σαν να πλαισιώνουν μια γουέστερν μονομαχία, το τέμπο και ο ρυθμός μεταβάλλονται πότε εκστατικά και πότε με αυτοσυγκράτηση, ως ένδειξη σταδιακών και ταυτόχρονα απροσδόκητων εξελίξεων. Το σκηνικό της Άγριας Δύσης μοιάζει να μεταφέρεται μονομιάς στον ασφυκτικό αστικό κλοιό των μεγαλουπόλεων του σήμερα.

Η επιρροή των κινηματογραφικών θεμάτων του Ennio Morricone, των αντίστοιχων του Hugo Montenegro, καθώς και άλλων συνθετών που καταπιάστηκαν με τη συγγραφή σάουντρακ για ταινίες γούεστερν κατά κύριο λόγο, μα και εκείνων που επιτέλεσαν έργο για δισκογραφικούς σκοπούς στο πεδίο της library music, είναι αισθητή στο μωσαϊκό ήχων του Deep Politics. Παρόλα αυτά, εδώ δεν υπάρχει καμία πρόθεση από την πλευρά του γκρουπ να συνταχθεί με κανέναν… Κάνουν απλώς του κεφαλιού τους και πάλι, καθώς διαχειρίζονται εύστοχα τις ιδέες τους για να παράξουν εθιστικά στιγμιότυπα ήχων.

Κατά τη διάρκεια του έκτου δίσκου των προκείμενων Αμερικάνων, η μια σπουδαία σύνθεση διαδέχεται την άλλη, με τους Grails να γεμίζουν το χώρο γύρω σου με μεγαλόπνοες και συγχρόνως δωρικές μελωδίες, άκρως διαπεραστικές και συγκινητικές. Στις επικές δραματουργίες των “Future Primitive” και “All The Colors οf the Dark” με τις μινόρε κλίμακες, το reverb και τις υπέροχα κατανεμημένες στρώσεις από φυσικούς και ηλεκτρονικούς ήχους, έρχονται να προστεθούν οι λυσεργικές στιγμές που αποκρυσταλλώνει το εμμονικό beat και η πρωτόγονα εξωτική και σχεδόν απόκοσμη μελωδία που διατρέχουν του “Corridors οf Power”, όπως επίσης κι η υφέρπουσα ένταση του “Daughters Of Bilitis” με τις δοξαριές των εγχόρδων στο φόντο να επαυξάνουν το συγκινησιακό φορτίο που χτίζουν τα jazzy πλήκτρα.

Όσο για το ομώνυμο Deep Politics, θα έλεγα πως πρόκειται για μία από τις δυο-τρείς συγκλονιστικότερες καταθέσεις των Grails μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Πιάνο, κιθάρες, τύμπανα και έγχορδα, συνωμοτούν ούτως ώστε να συγκροτήσουν ένα ελεγειακό κομψοτέχνημα πλημυρισμένο από ευαισθησία. Κι εκείνη η συστοιχία των πιο γκρουβάτων και με παραμορφωμένους κιθαρισμούς “Almost Grew My Hair” και “Ι Led Three Lives”, εξάρει τη γόνιμη μεθοδολογία στην παραγωγή και τη μίξη που παρουσιάζεται σε όλο το δίσκο. Μια μεθοδολογία άμεσα επηρεασμένη από τις cut-and-paste τεχνικές του hip-hop, η οποία συνδράμει αποφασιστικά στη συνεκτικότητα του όλου μέσα από τη χρήση overdubs, samples, εφέ, πολλαπλών στρωμάτων ήχου και ηλεκτρονικών υποστηριγμάτων.

Chalice Hymnal (2017)

Η δισκογραφική επαναδραστηριοποίηση των Grails έξι χρόνια μετά το Deep Politics, τους βρίσκει πια ως τρίο (Amos, Hall και Riles), το οποίο και πλαισιώνεται από ένα σύνολο ικανότατων μουσικών. Κι είναι εντυπωσιακή η «συνομιλία» όλων των συνεργατών και των οργάνων, που αυτοί επωμίζονται, στο ηχητικό αποτέλεσμα που ξεπροβάλλει από το Chalice Hymnal. Καθεμία από τις συνιστώσες του, απαρτίζονται προσηλωμένα και με κυρίαρχο μέλημα την επίτευξη μιας ατμοσφαιρικότητας ικανής να εμφυσήσει ένα έντονα συγκινησιακό φορτίο σε κάθε του ακρόαση, πράγμα το οποίο φέρει τελικά εις πέρας. Παράλληλα, το εν λόγω άλμπουμ συνιστά το πλέον πληθωρικό δημιούργημα του αμερικανικού συγκροτήματος, με το αλισβερίσι μεταξύ ηχητικών ρευμάτων να είναι αληθινά θαυμαστό και πιο καρποφόρο από ποτέ. Οι ζυμώσεις, εντούτοις, αυτές δεν διαταράσσουν τη συνοχή και την ενότητα του συνόλου.

Πρόκειται για ένα ηχογράφημα που σηματοδοτεί την πλέον πειραματική, αυτοσχεδιαστική, ποικιλόμορφη και πολυσχιδή κυκλοφορία των Grails, ή ορθότερα αυτό τους το έργο που αφαίρεσε το rock συνθετικό από την post-rock ταμπέλα τους, εξαιτίας κυρίως των πρώτων δουλειών του σχήματος, για να τη μεταβάλλει καταλυτικά σε post-everything. To νιώθεις στη ραχοκόκκαλα σου, απολαμβάνοντας τις αισθαντικές ωδές του ομώνυμου κομματιού που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Σε ένα ambient υφής λεπτούργημα, καμπάνες κρούονται στο background, synths πάλλονται, ενόσω στο επίκεντρο δρουν ελαφρά παραμορφωμένες κιθάρες που εκτελούν το ονειρικό βασικό θέμα πλάι στο τενόρο σαξόφωνο. Και καταφθάνει το electro-rock τρεχαλητό του “Pelham” κι η μετάβαση όχι μόνο δεν ακούγεται παράταιρη, μα μοιάζει ως μια φυσική συνέχεια στη ροή.

Ambient αισθητικής και προσανατολισμών μέρη αποτελούν και τα υπέροχα ενορχηστρωμένα και εκτελεσμένα “Empty Chamber”, “Rebecca” και “The Μoth & Flame”, τα οποία και διακρίνονται για την κρυστάλλινη μελωδικότητά τους. Η πρώτη από τις τρεις συνθέσεις, θα μπορούσε να έχει γραφτεί από έναν post-trip hop δημιουργό, ενώ η δεύτερη ρέπει προς ένα new age ύφος ανάλογο με εκείνο που παρέδωσαν στο από κοινού ανατριχιαστικό τους άλμπουμ, Sleeps With The Fishes, οι Peter Nooten και Michael Brook. Στη δε τρίτη, κρυφοκοιτούν στις γκρίζες εκφάνσεις της σύγχρονης chamber music σε συνδυασμό με τις electronica παρεμβολές, σε ένα κράμα που προσιδιάζει στο έργο μυστών του είδους, όπως ο Ben Frost. Το φιτίλι ανάβει και πάλι, με την ορμητική sludge άποψη του New Prague, και το μυστηριώδες σκηνικό τρέφεται από την ηλεκτρονική πλευρά του krautrock στο Tough Guy. Κλείνοντας, το σχήμα θα παραδώσει μια ακραιφνώς ελεγειακή chamber στιγμή με ανατολίτικους χρωματισμούς, το “After The Funeral”, στο οποίο συνδράμουν όμορφα σαξόφωνο και δακρύβρεχτα έγχορδα.

Συνδετικοί κρίκοι με το Deep Politics, χρίζονται τα “Deeper Politics” (ως συνέχεια του “Deep Politics”) και “Deep Snow II” (ως συνέχεια του “Deep Snow”), τα οποία και επεκτείνουν τις ευεργετικές ιδιότητες των προκατόχων τους οξύνοντας τις δομές τους και αποκτώντας έτσι ένα πιο εκρηξιγενές πρόσωπο.

Το επίπεδο ωριμότητας και κατασταλάγματός του, όπως επίσης και το γεγονός ότι το γκρουπ παρουσιάζεται συνεπές απέναντι στο ίδιο του το έργο, αποτιμώντας το με σύνεση κατά ένα μέρος, συνηγορούν στο γεγονός ότι στη διάρκεια του έβδομου και τελευταίου τους δίσκου, οι Grails ηχούν περισσότερο Grails από ποτέ… Οι ίδιοι, άλλωστε, επιφορτίζονται με την παραγωγή και τη μίξη, ενώ παράλληλα παίζουν πολλά από τα όργανα που ακούμε εδώ μέσα.

Κατά τη διάρκεια του Chalice Hymnal, o τρόπος με τον οποίο οι Grails διατυπώνουν τις ιδέες τους, δοκιμάζει διαδοχικά την δεκτικότητα ακόμη και των μυημένων ακροατών τους. Προς όφελος εν τέλει όλων των πλευρών, του μόνιμου πομπού και του επίδοξου κάθε φορά δέκτη…

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε προ μηνός στο Progrocks.gr.

Advertisements

25 Χρόνια μετά το Selected Ambient Works 85-92

Selected Ambient Works

Στο κομβικό σημείο όπου η γόνιμη εκκεντρικότητα σμίγει με μια πολυσχιδή ευφυΐα, στήθηκε ο δημιουργικός οίστρος του Aphex Twin.

Όταν το εισιτήριο βγήκε δίχως επιστροφή πίσω στο 1991, θαρρείς πως ο Richard David James γνώριζε το μέγεθος του αντίκτυπου που θα πυροδοτούσε ο εκφραστικός του αναβρασμός. Απ’ τα δεκατέσσερά του χρόνια καλλιεργούσε μια αχαλίνωτη δημιουργικότητα, η οποία έμελλε να αποτυπωθεί στο σπουδαιότερο έως σήμερα τεχνούργημά του. Υπό την καλλιτεχνική προέκτασή του, Aphex Twin, καταθέτει ένα άλμπουμ που ξεσκονίζει δυο δεκαετίες (τα ’70s και τα ’80s) ηλεκτρονικών πειραματισμών, μεταπλάθοντας τα ερεθίσματα και τα πρότυπά του σε πρωτόγνωρες ηχητικές ενδοσκοπήσεις. Ως φυσικό επακόλουθο, θα επηρεάσει αξιοθαύμαστο σε ευρύτητα φάσμα μουσικών, με αποτέλεσμα να έρθουν εν συνεχεία στο φως ηχογραφήματα με εξαιρετικά ενδιαφέρον περιεχόμενο. Βλέπετε, η electronica του με το εκκεντρικό περιβάλλον δύναται να σε στείλει σε ποικίλα σημεία του ορίζοντα.

Η καθοριστική και οριακή, το δίχως άλλο, συμβολή του Selected Ambient Works 85-92 αντανακλάται στην αέναη κίνηση που τίθενται το πνεύμα και το σώμα. Σαν να τραβάς μια νοητή γραμμή απ’ τη στιγμή που εκκινεί η ακρόασή του και από κάτω να σημειώνεις διαδοχικά τις αντιδράσεις σου. Ανασύρεις, λοιπόν, απ’ το θυμικό την πρώτη φορά που άκουσες το “By This River” του Brian Eno πλάι στις αχανείς πεδιάδες πραότητας των Tangerine Dream και τη συνδέεις άρρηκτα με τις ιδροκοπημένες αναμνήσεις των νυχτερινών σου εξορμήσεων. Εξ ου κι οι περιγραφές του κλίματος που έκαναν λόγο για ambient techno και εν γένει για ένα νευραλγικό κρίκο της ευφυούς χορευτικής μουσικής (IDM).

Όσοι από εμάς δεν “βιώσαμε” εγκαίρως τις οργασμικές ηχητικές συνευρέσεις στο Detroit λίγο πριν και ύστερα απ’ την αυγή των ’90s, θα κοπιάζουμε ξανά και ξανά στις γωνίες του δίσκου. Παράλληλα, θα διασταυρωνόμαστε με το άγρυπνο γερμανικό βλέμμα και την αυστηρή τευτονική μετρονομία των Kraftwerk που θα κλιθούν ώστε να εμποτίσουν ξανά και ξανά τα παρόντα synth pop σχήματα.

Η μουσική του Aphex Twin διακατέχεται από μια σπάνια θαλπωρή για τη μηχανιστική της φιλοσοφία. Φροντίζει να αγκαλιάσει με θέρμη τον αποδέκτη, ακόμα κι αν μετέρχεται κατεξοχήν άψυχα μέσα. Κι εκεί εδράζεται η ουσιαστική αξιοποίηση των όσων έχει στα χέρια του ο δημιουργός. Το άψυχο λαμβάνει άμεσα ψυχή, το ψυχρό μετατρέπεται μονομιάς σε θερμό, το κάδρο δεν είναι πια περιορισμένο, έχει μια απέραντη επιφάνεια να καλύψει. Και θα την συμπληρώσει με επιβλητική καλαισθησία.

O Aphex Twin έχει εμπεδώσει τη λεπτεπίλεπτη μελωδικότητα και την παρεμβάλλει μεταξύ των υποβλητικών κι αλλοπαρμένων ρυθμικών του συλλήψεων. Αδράξτε την στο συναρπαστικό εναρκτήριο “Xtal”, με τα αφαιρετικά γυναικεία house φωνητικά να δείχνουν το δρόμο ακόμα και στο chillwave κίνημα των ημερών μας. Χορέψτε την ανάμεσα στα βαθιά synths και τη γκρούβα του “Ageispolis”. Χαθείτε στο εσωτερικό της χάρις στο breakbeat του “Heliosphan” και το αινιγματικά κυκλικό “Hedphelym”. Θυμηθείτε πως το lounge, ως ηχητική έννοια, υπήρξε κάποτε καλοδεχούμενη άφιξη (“We Are The Music Makers”). Κι αν η πορεία του AP σας εξέπληξε, εκεί θα βρείτε συνθέσεις (“Schottkey 7th Path”) που ακόμα κι ένας μοντέρνος κλασικός συνθέτης θα ζήλευε. Εξάλλου, τα ψήγματα κλασικής μουσικής θα λάβουν περισσότερο τα ηνία σε μετέπειτα εγχειρήματα του Βρετανού, βλέπε το φερώνυμο άλμπουμ του τέσσερα χρόνια μετά.

Για να μην μακρηγορεί κανείς, θα μπορούσε πράγματι να καταλήξει στο ότι μοτίβα όπως αυτό της σύμπραξης βιομηχανικού ρυθμού και ambient ευαισθησίας στο “Green Calx”, του μινιμαλιστικά αναπτυσσόμενου “Tha” και των κλαμπ φαντασιώσεων του “Delphium”, αποτελούν σημεία εστίασης για όποιον εξέφρασε ανησυχίες για το προς τα πού τράβηξε το ηλεκτρονικό ρεύμα της μουσικής απ’ τα 90s και δώθε. Μη γελιέστε, το Selected Ambient Works 85-92 βρίσκεται στην υπηρεσία μας μια εικοσαετία ολάκερη.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2012 στο mixtape.gr, με αφορμή, τότε, τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την κυκλοφορία του δίσκου.

Zenerik: Krautjazz ελευθεριότητα

zenerik yenesis

Αυτό που εντυπώνεται αβίαστα στο μυαλό καθώς περνούν από μπροστά σου οι ηχητικές επιδόσεις των Zenerik κατά τη διάρκεια του προ διετίας ντεμπούτο LP τους (κι ένα από συναρπαστικότερα εγχώρια άλμπουμ του 2015 για τη Δισκοπάθεια), Yenesis, είναι η ικανότητά τους να διαχειρίζονται τις ιδιαιτερότητες όχι μόνο της κάθε σύνθεσής τους ξεχωριστά, αλλά κι εκείνες που αφορούν τα διαδοχικά μοτίβα μέσα στην εκάστοτε σύνθεση.

Με υβριδική jazz-rock αισθητική, προοδευτική λογική και συγκρατημένη αναρχία που αγκαλιάζουν τις μουσικές μνήμες της Ηπείρου, το Bitches Brew στυλ του Miles Davis και τις free jazz παραφυάδες, την ευρύτερη ψυχεδελική θεώρηση στην prog rock νοοτροπία των ’70s και την krautjazz παρακαταθήκη της ίδιας δεκαετίας (βλέπε σχήματα όπως οι Annexus Quam, οι Out Of Focus και οι Cornucopia), καταλήγουν εκστατικά σε απρόοπτες κλιμακώσεις. Στα πέντε μέρη που ορίζουν το Yenesis, γινόμαστε κοινωνοί μιας ελεύθερης εκφραστικότητας που σε απορροφά τόσο στις ενδοσκοπήσεις, όσο και στις εκρήξεις της.

Το γκρουπ απαντά, μέσω της Λίνας και εμπνεύστριας του πρότζεκτ, στις ερωτήσεις της Δισκοπάθειας, δίνοντας μερικές κατευθυντήριες γραμμές για το ποιόν του.

Πότε και σε ποια πόλη πατήσατε το κουμπί της εκκίνησης για το πρότζεκτ σας;

Το κουμπί εκκίνησης πατήθηκε τον Νοέμβριο του 2012 και τελείωσε τον Ιούνιο του 2013 στην Αθήνα.

Από πού πηγάζουν τα ερεθίσματα που διαμόρφωσαν κατά κύριο λόγο τον ηχητικό σας προσανατολισμό;

Τα ερεθίσματα που διαμόρφωσαν τον ηχητικό μας προσανατολισμό είναι η παράδοση, η τζαζ, η blues, η ψυχεδέλεια και η πρωτοπορία.

Δίνετε την εντύπωση ενός σχήματος που επενδύει στην ποικιλομορφία, διότι δεν επικεντρώνεστε στο να αποδώσετε εντός ενός συγκεκριμένου μουσικού πλαισίου. Τι σας ωθεί να εμφανίζεται αυτή η συμπεριφορά;

Η ελευθερία κατά κύριο λόγο. Μας αρέσει η μουσική να έχει αυτά τα στοιχεία του απρόοπτου και του άναρχου ώστε να μην περιορίζεται σε συγκεκριμένες φόρμες και καλούπια.

Πίσω από τις συνθέσεις του παρθενικού σας άλμπουμ υφίστανται κάποιες ιστορίες/αφετηρίες, ή όλες τους αποτελούν εξ ολοκλήρου προϊόν αυτοσχεδιασμού;

Το άλμπουμ είναι καθαρά βιωματικό. Στην Ελλάδα της τελευταίας πενταετίας, όπως πολλοί άλλοι, έτσι κι εμείς κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε αιφνίδιες και δύσκολες καταστάσεις. Κάπως έτσι, μετά από ένα προσωπικό σοκ, έγραψα και το yenesis. Με τη βοήθεια φίλων και με περιορισμένα μέσα προχωρήσαμε στην ηχογράφηση του.

Τα πέντε κομμάτια είναι μια αλληλουχία συναισθηματικων καταστάσεων ύστερα από ένα προσωπικό σοκ: Fear, Confusion, Realization, Acceptance, Deliverance. Μια απόπειρα αυτοανάλυσης. Μια εφιαλτική διαδρομή απορρύθμισης και ανασφάλειας, που κορυφώνεται στο τελευταίο track όπου τα σπασμένα κομμάτια σιγά-σιγά μαζεύονται, η δομή και η αρμονία επανέρχονται και τα συναισθήματα γίνονται οριακά θετικά.

Τι μηνύματα μεταφέρει ο τίτλος του δίσκου σας “Yenesis”;

Έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με αυτό που ονομάζουμε δημιουργία και σε όλες τις εκφάνσεις της.

Νιώθετε όμορφα μέσα σε μια τζαζ ελευθεριότητα, σαν αυτή που κάνει την εμφάνισή της στο ντεμπούτο LP σας; Σας παρέχει αυτή η ελευθεριότητα ανοιχτό πεδίο δράσης, λειτουργώντας ως εφαλτήριο;

Ναι, μας αρέσει η ελευθεριότητα αυτί γιατί δεν μας περιορίζει σε κανόνες με αποτέλεσμα να δημιουργούμε την δική μας μουσική και τον δικό μας ήχο.

Στο ύφος σας συναντά κανείς παραστάσεις και μνήμες από την γερμανική ηχητική πραγματικότητα των ‘70s (krautrock/kosmische music κλπ). Υπάρχουν καλλιτέχνες/σχήματα και δίσκοι αναφοράς για σας που εντοπίζονται σε αυτήν (την πραγματικότητα); Θα βάζατε το πρόθεμα kraut δίπλα σε αυτή της jazz για να χαρακτηρίσετε το στυλ γραφής σας;

Πολλοί μας λένε ότι ο ήχος μας είναι κοντά σε αυτά τα είδη μουσική. Εμείς αγαπάμε την καλή μουσική και της καλές ιδέες, όπως ο Στόκχάουζεν, Amon Düül, Embryo, Out of Focus κλπ. Δεν ξέρουμε αν θα βάζαμε το πρόθεμα kraut δίπλα σε αυτό της jazz για να αυτοπροσδιοριστούμε, σίγουρα όμως αυτό που επιδιώκουμε φυσικά είναι μια αυθεντική, βιωματική κατάθεση.

Τι σημαίνει να δραστηριοποιείται κανείς καλλιτεχνικά σε μια περίοδο εκτεταμένης ύφεσης σαν και αυτήν που διέρχεται η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες (χώρες);

Το μόνο σίγουρo είναι οι πάρα πολλές δυσκολίες. Δυσκολίες πάσης φύσεως από οικονομικές μέχρι ψυχικές, που σημαίνει ότι με ένα πολύ μικρό budget να πρέπει να παράξεις ένα έργο και μέσα σε μια ατμόσφαιρα όχι και τόσο ευνοϊκή εντός και εκτός συνόρων.

Πως διαφαίνεται το μουσικό τοπίο στη χώρα και τι ανταπόκριση προσδοκάτε να συναντήσει ένας δίσκος όπως ο δικός σας που ξεφεύγει απ΄ τα mainstream πλαίσια;

Έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους κρίσης οι άνθρωποι αναζητούν αυτό που θα λέγαμε την «ουσία» των πραγμάτων και όχι το περιτύλιγμα, για αυτό και βλέπουμε να ξεπηδούν αρκετές καλές δουλειές και τον κόσμο να ανταποκρίνεται σε αυτές. Ελπίζουμε στο σωστό ένστικτο του κόσμου.

Ποιο format ήχου σας αντιπροσωπεύει περισσότερο και γιατί;

Προτιμούμε το βινύλιο και για αυτό το εκδώσαμε και στα δύο format, βέβαια υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή για όποιον ενδιαφέρεται. Μας αρέσει ηχητικά και αισθητικά το βινύλιο πάρα πολύ, μιας και είμαστε και εμείς συλλέκτες βινυλίων, όμως έχουμε ζήσει το μεταβατικό στάδιο του αναλογικού σε ψηφιακό ήχο και επειδή η χωρητικότητα του δίσκου είναι μικρότερη το εκδώσαμε και σε CD με 3 extra tracks.

|>| Στήσε αυτί |<|