Τα Συναρπαστικότερα Εγχώρια Άλμπουμ του 2015

Καλύτερα Ελληνικά Άλμπουμ του 2015

Το 2015 αποτέλεσε κατά γενική, πια, ομολογία μια χρονιά κατά την οποία ο παραλογισμός κατέκλυσε την καθημερινότητά μας. Παγκοσμίως, κυριάρχησε ο προβληματισμός και οι αναλύσεις για τον εκτροχιασμό της οικονομικής κρίσης, η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών και των δήθεν ενώσεών τους (βλέπε Ευρωπαϊκή Ένωση) έδειξε ξανά στην πράξη ότι πνέει τα λοίσθια, καθώς οι πολεμικές συρράξεις, οι περιπτώσεις casus belli και οι εχθροπραξίες έκαναν αισθητή την παρουσία τους, φωτογραφίζοντας για ακόμη μια φορά τους υπαίτιους της εκτεταμένης αστάθειας · τον δογματισμό και την απληστία, που διογκώνονται από τη δίψα για χρήμα και εξουσία.

Μέσα σε αυτό το έκρυθμο και ζοφερό κλίμα, και δη σε εκείνο που απλώθηκε πάνω από την απύθμενη ύφεση από την οποία διέρχεται η Ελλάδα, με αποκορύφωμα την επόμενη περίοδο των φετινών βουλευτικών εκλογών, το δημοψήφισμα, τα capital controls και τα νέα δυσοίωνα μέτρα, κατατέθηκαν εξαιρετικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα στον χώρο της μουσικής. Ηχητικά έργα που στέκονται αυτόνομα στις ανά τον κόσμο μουσικές εξελίξεις, παραθέτοντας το δικό τους στίγμα και την προσωπική τους φωνή ανάμεσα κυκεώνα των αναρίθμητων κυκλοφοριών. Δίπλα σε αυτά τα καλλιτεχνικά εγχειρήματα και σε πείσμα των καιρών, βρέθηκαν επενδύοντας (όχι μόνο οικονομικά και στο μέτρο του δυνατού) και εγχώριες δισκογραφικές ετικέτες.

Πρόκειται για πλήρους διάρκειας άλμπουμ (LP) που προέκυψαν είτε από τις εμπνεύσεις Ελλήνων και Ελληνίδων δημιουργών οι οποίοι και οι οποίες κινητοποιήθηκαν κατά μόνας, είτε από εκείνες ντόπιων σχημάτων των περισσότερων του ενός μουσικών. Τριανταπέντε (20+15=35 από το 2015) στον αριθμό, τούτες οι συγκομιδές ηχητικών συνθέσεων δεν εφάπτονται υφολογικά μεταξύ τους, με την καθεμία από αυτές να κινείται αβίαστα στο πεδίο κάποιου ή κάποιων μουσικών ιδιωμάτων και ειδών, δίχως όμως να προσκολλάτε σε αυτό/αυτά.

Δίχως αξιολογική σειρά, ακολουθούν τα 35 συναρπαστικότερα εγχώρια άλμπουμ του 2015…

                                                                     Eziak

                                       Eziak: No Place Land [Garden Of Dreams Records]                                          Στο δεύτερο LP τους, No Place Land, οι Eziak ξεπροβάλλουν με έναν ηχητικό σχεδιασμό που τοποθετεί τη μορφολογία των συνθέσεων στην ίδια ευθεία με την αμεσότητα αυτών, αναμιγνύοντας ροκ φόρμες με τζαζ περάσματα. Κοντολογίς, όσο πολυσυλλεκτικές και ανά στιγμές δαιδαλώδεις κι αν ακούγονται οι δομές τους, άλλο τόσο άμεσες είναι. Το εισπράττεις από το εναρκτήριο, κιόλας, κομμάτι, “Jiddu”, όπου η γλυκόπικρη μελαγχολία στη μελωδία των πνευστών σφηνώνεται στο νου καθώς εκεί που αρχικά θαρρείς πως σε στέλνει στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα ειδικότερα, την επόμενη στιγμή νιώθεις πως σε μεταφέρει στη σκανδιναβική τζαζ πραγματικότητα ενός Arve Henriksen.

inner ear

                                                           Σtella: Σtella [Inner Ear Records]                                                            Η Στέλλα Χρονοπούλου ή απλώς Σtella, δημοσιοποιεί τoν πρώτο της πλήρους διάρκειας δίσκο, έπειτα από τo προ τριετίας απολαυστικό EP της, Keep Me Naked, καθώς και ύστερα από τις ηχητικές της περιπέτειες με άλλους μουσικούς (στο ντουέτο της με τον Αλέξη Ζαμπάρα, ως Fever Kids, τους My Wet Calvin, τον ΝΤΕΙΒΙΝΤ, κ.α.). Στο φερώνυμο αυτό άλμπουμ της, προσελκύει το μυαλό και το σώμα του ακροατή προτάσσοντας ευκολομνημόνευτα ρυθμικά και μελωδικά σχήματα, σε αμιγώς προσωπικά της τραγούδια που διακατέχονται από χορευτική εκτόνωση και καθοδηγούνται από ηλεκτρονική ποπ ευδιαθεσία. Σε καιρούς πλατιάς κατήφειας σαν αυτούς που διανύουμε, μας χρειάζεται (περισσότερο από οποτεδήποτε ίσως) μια τέτοια ηχητική προσέγγιση. 

Αντιφαντασιωβίωση

                                             Κόκκαλα: Αντιφαντασιωβίωση [Spettro Records]                                            Στο εξ ολοκλήρου οργανικό αυτό άλμπουμ η καθεμία από τις συνθέσεις αναπαριστούν με σουρεαλιστικό τρόπο το εξίσου σουρεαλιστικό μήνυμα (Αντιβιοτικά+Φαντασία!) του τίτλου τους. Για αυτή την καλοδεχούμενη εξέλιξη, ευθύνεται το εγχείρημα που ακούει στο όνομα Κόκκαλα και αποτελεί εκφραστική οδό του Άκη Καράνου. Ο τελευταίος, στο πρώτο εκ των δύο ηχογραφημάτων που κυκλοφόρησε σε κασέτα μέσα στο 2015, μαζί με την Βούλα Φρασιόλα και την επιπρόσθετη συμμετοχή των Ανέστη Νείρου (των Gioumourtzina) και Γιώργου Ζάχου, παραδίδουν μια ιδιότυπη drone-rock όπερα. Μια αλληλουχία στιγμών που αποτυπώνει με τσιτωμένη ένταση τις αστικές νευρώσεις και την κλειστοφοβία των τσιμεντουπόλεων.

Η Επόμενη Μέρα

                                           Λάμδα: Η Επόμενη Μέρα [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                              Οι Λάμδα επαναπροσδιορίζουν την συνθετική αντίληψη που παρουσίασαν στο ομώνυμο ντεμπούτο τους πίσω στο 2013 και εσωκλείουν μοναδικής ομορφιάς ηχητικά τοπία σε δέκα τραγούδια. Στην ουσία, επενδύουν μουσικά σε μια σύζευξη ελληνικότητας (με μνήμες και από την καθ’ ημάς Ανατολή) και δυτικών προσανατολισμών, αξιοποιώντας με καθηλωτικό τρόπο ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα. Η Επόμενη Μέρα περιέχει αρκετές κορυφώσεις του εκφραστικού πλουραλισμού του πενταμελούς σχήματος, που αντλεί από τη λαϊκή μας ηχητική παράδοση (την παλαιά και τη σύγχρονη), από την 90s κιθαριστική πραγματικότητα και το ambient-rock, χρησιμοποιώντας και υποστηρικτικά στοιχεία της electronica. 

Endless

                                        Dimitris Petsetakis: Endless [Into The Light Records]                                          H έκδοση υλικού ενός εκ των αληθινά ιδιαίτερων ηλεκτρονικάριων του τόπου μας ύστερα από 24 χρόνια σιγής, είναι ευχής έργον για όσους παρακολουθούμε τις εγχώριες μουσικές εξελίξεις (στον ηλεκτρονικό και μη χώρο). Ο λόγος για τον Δημήτρη Πετσετάκη και τη συγκομιδή συνθέσεών του που τιτλοφορείται ως Endless, κι η οποία περιλαμβάνει αδημοσίευτες -εδώ και 30 χρόνια- ηχογραφήσεις του ίδιου. Πρόκειται για μια συστοιχία στιγμών που αναπτύσσονται με λιτότητα εκφραστικών μέσων, δηλαδή μέσα από μίνιμαλ πομπές κιθάρων, συνθεσάιζερ και ποικίλων ακουστικών όργανων, εκπέμπουν ambient υποβλητικότητα και εξωτικό-λόγω των διαφόρων πολιτισμικών κληρονομιών που εμπεριέχουν- μυστικισμό. Τα δέκα μέρη που απαρτίζουν το δίσκο ηχούν συγχρόνως αρχαΐζοντα και φουτουριστικά, μα στην ουσία άχρονα.

Ciccada

                   Ciccada: The Finest Of Miracles [AltrOck Productions/Fading/Missing Vinyl]                    Όπως και στο παρθενικό τους LP, έτσι και στην διάδοχη κατάσταση αυτού, στο The Finest Of Miracles, φαίνεται πως στο ύφος των Ciccada προΐσταται η μελωδικότητά τους και ακολουθεί η καλοβαλμένη πολυπλοκότητα στην ενορχήστρωση και εκτέλεση των ιδεών τους. Αυτό που επίσης γίνεται άμεσα αντιληπτό στον δεύτερο αυτό δίσκο τους, είναι το περισσότερο αποτελεσματικό και κατ’ επέκταση ώριμο συνθετικό «πρόσωπο» που παρουσιάζουν αναφορικά με το παρελθόν. Η προοδευτική φιλοσοφία τους επί του ροκ, τοποθετεί σε ακόμη πιο περίοπτη θέση την φολκ (με την βρετανική κυρίως έννοια του όρου) σε σχέση με πρωτύτερα και εξακολουθεί να εμπεριέχει κυκλικές «αφηγήσεις» με τζαζ, κλασικότροπο και συμφωνικό στίγμα, οικοδομώντας έναν σωστό… νεραϊδόκοσμο.

ice_eyes

                                                  Ice_Eyes: Quartz [Nutty Wombat Records]                                                Παρόλο που οι εμπνεύσεις των Ice_Eyes αναπτύσσονται υπό techno ρυθμολογία που ενυπάρχει σε ambient λογικής διαστρωματώσεις, δεν «νιώθουν» όμορφα σε καμία τυποποιημένη κατηγοριοποίηση. To συνολικό στίγμα  του άλμπουμ θα μπορούσε κανείς να το φανταστεί δίπλα στον ηλεκτρονικό λυρισμό των ηχογραφημάτων του Jon Hopkins και των Moderat, να συμπλέει με τα θρυμματισμένα συναισθήματα του Lee Burton (Λευτέρη Καλαμπάκα) και του Nicolas Jaar, να μοιράζεται σκέψεις και οράματα με τα έργα που συναντά κανείς στη διαγαλαξιακή electronica της Border Community (του James Holden), να σιγοκαίει σε μια εγκεφαλική χορευτική δίνη όπως θα έκαναν οι αντιήρωες της Warp Records, να συνομιλεί με τις κινηματογραφικές μνήμες του Blade Runner και του π…

SANS

                                                 SANS: Mapping The Invisible [Poeta Negra]                                                  Κοσμική ηλεκτρονική μουσική, είναι ένας χαρακτηρισμός που μπορεί αρχικά να αποδοθεί στα όσα πράττουν στο παρθενικό τους LP οι SANS. Στο Mapping The Invisible, τo τρίο από τη συμπρωτεύουσα αναπλάθει ευρηματικά έξι και πλέον (από το 1960 και δώθε) δεκαετίες ηλεκτρονικών πειραματισμών, καταθέτοντας τελικά μια ακολουθία ηχητικών στιγμιοτύπων που ξεκινούν από τον εσώτερο εαυτό μας και κατευθύνουν το βλέμμα μας προς το υπερβατικό. Βόμβοι πηγαινοέρχονται καθώς συστέλλονται και διαστέλλονται, απόκοσμα παράσιτα παρεμβάλλονται στη ροή τους, επίμονες μελωδίες ξεπροβάλλουν υποβλητικά, τα μηχανικά beats πότε απουσιάζουν και πότε εντείνουν το γκριζωπό βιομηχανικό σκηνικό, η «ατμόσφαιρα» φορτίζεται σαν σε διστοπικό sci-fi σενάριο… Η παρακαταθήκη του Conrad Schnitzler, των Kluster και των Cluster της προ Zuckerzeit περιόδου, οι πρώιμες drone ενέργειες του Klaus Schulze στα LP Irrlicht και Cyborg, καθώς και το industrial μένος των Coil, βρίσκουν ξανά συνοδοιπόρους…

 Moa Bones

                                                       Moa Bones: Spun [Inner Ear Records]                                                         Η επίτευξη μιας απολαυστικά μελωδικής γραφής, μέσα από την απλότητα του τρόπου παρουσίασής της, μοιάζει να είναι η κινητήριος δύναμη σε όσα πράττει ο Δημήτρης Αρώνης με το προσωπικό του εγχείρημα Moa Bones. Στο δεύτερο άλμπουμ του υπό τον τίτλο Spun, o κιθαρίστας των ιδιόμορφων Modrec που παραμένουν ανενεργοί εδώ και κάποια χρόνια, προβαίνει σε ειλικρινείς εξομολογήσεις των βιωμάτων του των τελευταίων ετών μέσα από συγκινητική τραγουδοποιία. Κι επιλέγει για να εκφραστεί ένα ακουστικό περιβάλλον συντεθειμένο από αμερικάνικη folk, country, blues και ολίγη από ψυχεδέλεια. Με άλλα λόγια, αυτό που περατώνει εδώ ο Αρώνης είναι μια ευάερη americana με ρίζες στα ’60s και τα ’70s (οκ και στον Dylan), αλλά με το βλέμμα και την προσήλωσή του καρφωμένα στο σήμερα και τη δική του καθημερινότητα επί ελληνικού εδάφους. 

Σαββαΐδης

                                Σείριος Σαββαΐδης: Πλανωδία [Garden Of Dreams Records]                                    Η δισκογραφική επαναδραστηριοποίηση του Σείριου Σαββαΐδη μετά το προ διετίας εξαιρετικό LP του, Το Αξιακό Σύστημα Των Άστρων, συνοδεύεται από μια επιτυχημένη αισθητικά και συνθετικά τραγουδοποιία, που μοιάζει εφάμιλλη με εκείνη του προκατόχου του. Σε επτά πράξεις ο Σαββαΐδης αναπροσαρμόζει την ψυχεδελική αύρα του προηγούμενου δίσκου του, αναζητώντας και εν τέλει συλλαμβάνοντας στην… Πλανωδία νέους τρόπους και τόπους συνάντησης των αναφορών και των καταβολών του. Οι μυσταγωγικές φωνητικές τοποθετήσεις του Καβαλιώτη δημιουργού συμπλέουν εξαίσια με τις λιτές ακουστικές φόρμες των κιθάρων του, συστήνοντας ένα κατανυκτικό ακρόαμα. Έναν δίσκο που εμπεριέχει αρώματα, χρώματα και γεύσεις από την παράδοση της ημεδαπής, στοιχεία που παρουσιάζονται εκστατικά εντός του έχοντας και την βοήθεια αγγλοαμερικανικών folk και singer-songwriter συντεταγμένων. 

Next Step Quintet

                            The Next Step Quintet ft. Tivon Pennicott: 2 [Puzzlemusik Records]                          Για τη δημιουργία του δεύτερου δίσκου τους, οι The Next Step Quintet επιλέγουν το συνδυασμό «στρωτής» αφήγησης και αβίαστου αυτοσχεδιασμού. Στο πλάι τους αυτή τη φορά συναντάμε τον Νεοϋορκέζο Tivon Pennicott με το τενόρο σαξόφωνό του, καθώς και τον γνώριμό τους Τάκη Πατερέλη (στο άλτο σαξόφωνο), οι οποίοι συνδράμουν αποφασιστικά με τη σειρά τους στο ονειρικό τζαζ σκηνικό που οικοδομείται εντός των κομματιών του 2. Στη ροή των καθόλα οργανικών συνθέσεών του, το τετραμελές σχήμα -που καταφθάνει ενισχυμένο λόγω των συμμετεχόντων– παραδίδει μια γοητευτική σειρά από περιπετειώδεις αναπτύξεις, στις οποίες δρουν όμορφες πιανιστικές και μελίρρυτες πνευστές φράσεις, νευρικά κιθαριστικά μέρη και «γκρουβάτη» συνομιλία μπάσου-ντραμς.

 

Ectopic Apiary

                                    Black Lesbian Fishermen: Ectopic Apiary [Cryptanthus]                                        Οι Black Lesbian Fishermen καταθέτουν έναν από τους απολαυστικότερους avant δίσκους της χρονιάς, κατορθώνοντας εντός του να διατηρούν τα πειραματικά χαρακτηριστικά της γραφής τους και ταυτόχρονα να ακούγονται προσβάσιμοι. Στο εύλογα απαιτητικό Ectopic Apiary, η πολυεθνική κολεκτίβα που απαρτίζεται από τα δύο εκ των μελών των έξοχων «δικών μας» Vault Of Blossomed Ropes, τους Νίκο Φωκά και Στρατή Σγουρέλλη, από την Αμερικανίδα Rebecca Loftiss καθώς και από τον Άγγλο Alan Trench, σκαρώνουν εκτεταμένους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς με έντονα ενδοσκοπικά στοιχεία. Μέσα από δύο ζωντανά ηχογραφημένες-στο Six D.O.G.S- σύνθεσεις και τέσσερις στουντιακές εκτελέσεις, το προκείμενο συγκρότημα τοποθετεί τελετουργικά έναν cosmic μανδύα πάνω από παρασθησιογόνα ηλεκτρονικά και κιθαριστικά drones, ψυχεδελικά φολκ μοτίβα, ρυθμικές λούπες και κοφτές μπασοσυχνότητες. Εν τέλει, προκύπτει αξιοθαύμαστα ένα απόκοσμο ambient λεπτούργημα.  

         Alex K

                Thee Holy Strangers: The Holy Strangers [Labyrinth Of Thoughts Records]          Στηριζόμενοι στις εποικοδομητικές παραστάσεις των μελών τους από τα σχήματα (Last Drive, Dustbowl, Night On Earth, Ludmila, Make Believe, Expert Medicine, 700 Machines, κ.α.) στα οποία αυτά (τα μέλη) έχουν συνδράμει μέχρι σήμερα, οι Thee Holy Strangers ντεμπουτάρουν δισκογραφικά με ενθουσιώδη τρόπο. Φτιάχνοντας τραγούδια που αφορμώνται από τον ευρύτερο χώρο του αμερικάνικου (κυρίως) ροκ, το επταμελές συγκρότημα διοχετεύει την ορμητικότητα και το κέφι του σε ένα ηχητικό γαϊτανάκι που διαρκεί κάτι παραπάνω από μία ώρα. Εδώ εντοπίζει κανείς ευκολομνημόνευτα κιθαριστικά riff, φωνητικά μέρη που σε στέλνουν άμεσα σε sing along καταστάσεις, ρυθμούς που κινητοποιούν αβίαστα το σώμα. Στην ουσία, ερχόμαστε σε επαφή με ένα ηχογράφημα που πατά στο παρελθόν, μα δεν στριφογυρνάει νοσταλγικά γύρω από ρετρό περιστάσεις. Αντιθέτως, στέκεται όμορφα και με rock ‘n’ roll πιστότητα στο σήμερα.

1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς)

                 Nefeli Walking Undercover: 1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς) [Αυτόνομη Κυκλοφορία]          Η Νεφέλη Λιούτα ως Nefeli Walking Undercover, συστήνει με πηγαίο τρόπο εδώ και κάποια χρόνια μια φολκ τραγουδοποιία ευαισθησιών που δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς για να πείσει. Αυτή η διαπίστωση διασχίζει το μυαλό σου και κατά τη διάρκεια της ακρόασης ενός εκ των δύο άλμπουμ που εξέδωσε μέσα στο 2015. Η εικοσιεξάχρονη συνθέτρια στήνει θαυμάσιες γέφυρες μεταξύ της εγχώριας μουσικής παράδοσης πολλών δεκαετιών (από την Ήπειρο, το Αιγαίο, τη Θράκη…) και της δυτικοτραφούς φολκ, εκμεταλλευόμενη δομές κι ενορχηστρώσεις διαμπερείς. Το 1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς) αποτελεί το σπουδαιότερο προϊόν των μέχρι σήμερα κόπων της και ωθεί τη Λιούτα σε καθηλωτικές εικονογραφήσεις των σκέψεων και των συναισθημάτων της, έχοντας σε πρώτο πλάνο τις παραμυθένιες φωνητικές της αρμονίες, τις εύθραυστες συχνότητες του βιολιού, τα κλιμακωτά αρπίσματα της κιθάρας, τις κοφτές φράσεις του πιάνου και τις ρυθμικές λούπες. 

The You and What Army Faction

                                     The You and What Army Faction: Glum [Smash Records]                                    Σκιαχτικό reverb σε κλίμα αποσάθρωσης, τελετουργικά τύμπανα και αιχμηροί no wave «διάλογοι» μεταξύ κιθάρας και μπάσου, φωνές που ψάχνουν επίμονα εξιλέωση… Έπειτα από το ντεμπούτο LP τους, καθώς κι από μια σειρά από EPs που μας έβαλαν σε υποψίες περί της ικανότητάς τους να πλάθουν σκοτεινές ιστορίες σε ένα αληθινά δικό τους ηχητικό σύμπαν, οι The You And What Army Faction επιστρέφουν με ένα πακτωλό ιδεών που κατατίθενται με απολαυστικά σκοτεινό τρόπο στο δεύτερο πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους. Το Glum, για το οποίο γίνεται εδώ λόγος, καταφθάνει για μας εφοδιάσει με τους καρπούς μιας τεχνοτροπίας που μπορεί να δομείται πάνω σε (αμερικάνικα και βρετανικά) μετά-πανκ θεμέλια, μα ανοίγεται προς πολλές ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις στην πορεία αυτής της μορφοποίησης. 

kissonas

                                                  Methexis: Suiciety [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                                  Στον δεύτερο του δίσκο με το εγχείρημα Methexis, ο γνωστός κιθαρίστας (κυρίως) κι από την παρουσία του στους Verbal Delirium και Yianneis Νικήτας Κίσσοναςαναζητώντας μουσικά διαλεκτικούς τρόπους για να συντονίσει τις ιδέες του μαζί με εκείνες των καταλυτικών συμμετεχόντων, φτάνει σε ένα ηχητικό αποτέλεσμα ανοιχτών οριζόντων και μεστά πολύπλοκο. Κοινός τόπος για τα ετερόκλητα στοιχεία που διατάσσονται εδώ-προερχόμενα από την ποπ και την κλασική συνθετική αντίληψη μέχρι την τζαζ και την αβάν-γκαρντ- είναι το προοδευτικό ροκ που μεσουράνησε στα ’70s και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αναπτύσσεται αισθητικά. Στο Suiciety δεν εντυπωσιάζει μονάχα η δεξιοτεχνία των μουσικών, μα πολύ περισσότερο οι δρόμοι μέσα από τους οποίους αυτή η δεξιοτεχνία υπηρετεί τη λογική της συγγραφής των κομματιών και τις ενοργανώσεις τους. 

Melotron Recordings

                                The Fog Ensemble: The Fog Ensemble [Melotron Recordings]                                    Το ελεγειακό ροκ των Θεσσαλονικιών The Fog Ensemble διατρέχει το νου του ακροατή, όντας μια αλληλουχία από στιγμιότυπα εκρήξεων και πραότητας, συλλαμβάνοντας τις δονήσεις της μεγαλούπολης και αναπαριστώντας με θελκτικό τρόπο τις νευρώσεις του σύγχρονου ατόμου. Για τα ολοένα και πιο έντονα φορτισμένα «καρέ» τους, οι T.F.E. επενδύουν δίχως, εντούτοις, να αναλώνονται σε shoegaze νεφελώματα, post-punk νεύρο και ηλεκτρονικές ενδοσκοπήσεις. Στο τέλος, δικαιώνονται, φτάνοντας σε διακριτικά θορυβώδεις κορυφώσεις καθώς προάγουν έναν λυρισμό που πηγάζει από τις αυθόρμητες και καθόλου προαποφασισμένες εναλλαγές ηχητικών τοπίων.

Μαύρη Συχνότητα

                                                        ION: Μαύρη Συχνότητα [Ion Musik]                                                          O Γιάννης Παπαϊωάννου ή ION έχει αποδείξει πολλάκις πως διευρύνει και μορφοποιεί διαρκώς την άποψή του επί του ηλεκτρονικού ήχου, είτε κατά την δραστηριότητά μου με διάφορα σχήματα στα οποία συνδράμει κατά καιρούς (με πιο πρόσφατο αυτό των Mechanimal), είτε στην αμιγώς προσωπική του σταδιοδρομία. Έτσι και στον φετινό του δίσκο, Μαύρη Συχνότητα, o ΙΟΝ καταγράφει σκέψεις και συναισθήματα εκμεταλλευόμενος μια εξόχως πολυεπίπεδη τεχνοτροπία. Μια τεχνοτροπία ambient electronica προσανατολισμών με techno και dub υποστηρίγματα, η οποία πλάθει εικόνες και εγείρει ερωτήματα για το μέσα μας, αλλά και για το έξω μας. Στα ενδότερα αυτής της τεχνοτροπίας, ο βρυχηθμός του αστικού τοπίου και η νηνεμία της φύσης λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία αλληλεπιδρώντας σαγηνευτικά τόσο σε επίπεδο ρυθμολογίας, όσο και σε επίπεδο μελωδικότητας. 

Τάνια Γιαννούλη

                                           Tania Giannouli Ensemble: Transcendence [Rattle]                                        H προσέγγιση της Τάνιας Γιαννούλη γύρω από τον ηχητικό σχεδιασμό (έτσι μπορώ μόνο να αποκαλέσω αυτό που την απασχολεί), επικεντρώνεται για μία ακόμη φορά στην λιτή σύζευξη τζαζ και κλασικής μουσικής κλιμακώνοντας το συναισθηματικό φορτίο των συλλήψεών της. Από κοινού με το σχήμα της επιδίδεται μετρημένα σε όμορφες ονειροπολήσεις και μελωδικές ουτοπίες. Μέσα από την παραπάνω οδό, δεν διαταράσσεται καθόλου η συνοχή αλλά και οι ισορροπίες στο φετινό της άλμπουμ, Transedence. Ο λόγος για έναν δίσκο που αποκρυσταλλώνει μια αισθητική εφάμιλλη με εκείνες που συναντάμε στις κυκλοφορίες των γερμανικών δισκογραφικών εταιρειών ACT και ECM Records με τις τζαζ τάσεις από την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, ενόσω εκδηλώνει την ελληνικότητά του και τη μεσογειακή του φύση. 

nutty wombat

                                                The Hydra: Morals [Nutty Wombat Records]                                                  Ο Δημήτρης Παπαδάτος μοιάζει κάθε φορά που καταπιάνεται με τα διάφορα ηχητικά ιδιώματα να διακατέχεται από αυτοπεποίθηση και από τον ενθουσιασμό της εξερευνητικής του δίψας. Έτσι έπραξε και μέσα στο 2015 και παραμερίζοντας τις ευθύνες του ως KU, καθώς και εκείνες με τα ντούετα των ΜΤ DU και Virilio στα οποία συμμετείχε, ο Παπαδάτος θέτει ξανά σε εφαρμογή το εγχείρημά του The HydraΠρόκειται για ένα προσωπικό του πρότζεκτ, που διατηρεί από το 2008 και με το οποίο κυκλοφορεί αραιά υλικό ηλεκτρονικών κατευθύνσεων. Φέτος δε, επαναπροσδιόρισε την τεχνοτροπία του, παρουσιάζοντας dub-techno ελεγείες με διεισδυτικότητα, φουτουριστική χροιά και ambient διάταξη. Με την επαναληπτικότητα πανταχού παρούσα, ηλεκτρονικά beats αντηχούν δυστοπικά, θραύσματα μελωδιών, κοφτοί θόρυβοι και ποικίλες συχνότητες παρεμβάλλονται καθαρτικά. Εθιστικό άκουσμα… 

dozen draft

                                             Dozen Draft: Elasticity [Numb Capsule Records]                                              Έπειτα από μερικές ακροάσεις του Elasticity, αντιλαμβάνεσαι ότι το προ διετίας ντεμπούτο του Dozen Draft, δηλαδή του Μπάμπη Μπόζογλουονόματι Hands φανέρωσε ένα μέρος των συναρπαστικών ιδιοτήτων της μουσικής του. Κι αυτό, διότι στο νεοφερμένο του άλμπουμ επικοινωνεί τις ήδη γνωστές αρετές του με έναν ανέλπιστα πειστικό τρόπο και ενδυναμώνει την εκφραστικότητά του. Πιο συγκεκριμένα, βασίζεται σε πλουμιστές ενορχηστρώσεις με τα ηλεκτρονικά στηρίγματα (beats, bleeps, vibes)  να προσφέρουν καταλυτικά τις υπηρεσίες τους στις αναπτύξεις των φυσικών οργάνων και των φωνητικών. Η χορευτική μέθεξη διαδέχεται τις υπνωτικές tribal στιγμές, σε ένα περιβάλλον τροπικής ψυχεδέλειας που ξεχωρίζει χαρακτηριστικά εκεί έξω.

Μαρία Λατσίνου

                                Μαρία Λατσίνου: Μια Ανάσα Δρόμος [Puzzlemusik Records]                                    Με τη θεατρικότητα και το ρομαντισμό σε περίοπτη θέση τόσο στις φωνητικές ερμηνείες της Λατσίνου, όσο και στις πομπές των οργάνων, η ευρύτητα στην νοοτροπία των συντελεστών του δίσκου (με τον Χρήστο Αλεξόπουλο σε ρόλο συνθέτη-συμπρωταγωνιστή) πριμοδοτεί την καθεμία από τις συνθέσεις που τον απαρτίζουν με μια αλλιώτικη χροιά. Από τη gypsy jazz, τα γαλλικά chanson, την cool jazz εξ Αμερικής, τα βαλς και εν γένει την αισθητική των καπνισμένων καμπαρέ, ο ειρμός της Λατσίνου, του Αλεξόπουλου και των υπολοίπων (με διόλου αμελητέο μερίδιο) συμμετεχόντων «μετοικίζει» σε διάφορες περιοχές της ροκ και της ποπ έκφρασης, περιδιαβαίνοντας και τη μουσική παρακαταθήκη της Μεσογείου, με την ελληνικότητα να βρίσκει ενίοτε χώρο δράσης.

Adolf Plays The Jazz

                                        Adolf Plays The Jazz: Tinder [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                          Η ικανότητα των Adolf Plays The Jazz να κινητοποιούν το νου με τις άνευ στίχων συνθέσεις τους είναι πια μια πραγματικότητα για όσους τους γνωρίζουν. Στο δε Tinder που κυκλοφόρησε φέτος, φτάνουν στο πιο εμπνευσμένο και αποτελεσματικό σημείο της διεισδυτικότητάς τους. Οι δεικτικές ambient-rock δομές τους αποκτούν περισσότερο στέρεες βάσεις σε σχέση με το παρελθόν, εξαιτίας της ισχυροποιημένης τους μελωδικότητας, των πιο μεστών εναλλαγών στις εντάσεις και της σχολαστικότητας στις λεπτομέρειες, συστατικά που απορρέουν από την αλληλεπίδραση κιθάρας, πνευστών, μπάσου, τυμπάνων και ηλεκτρονικών εργαλείων. Οι νεοφερμένες ηχητικές αναπτύξεις και διατάξεις της αθηναϊκής κολεκτίβας, εντυπώνονται βαθύτερα στον δέκτη σε σχέση με τις προγενέστερες τους, ως αποτέλεσμα της πλέον ιδιοσυγκρασιακής τεχνοτροπίας που καταγράφηκε μέχρι τώρα σε δίσκο του γκρουπ.  

Mikael Delta

                                               Mikael Delta: Life Is Now [Inner Ear Records]                                                Αν είσαι ανυποψίαστος και κάποιος άλλος αφήσει τον προκείμενο δίσκο να στριφογυρίζει στο πικάπ ή στο cd-player σου, τότε πιθανότατα θα στοιχηματίζες ότι προέρχεται από τον κατάλογο της Ad Noiseam ή της Denovali. Στην πραγματικότητα, εντούτοις, όλα αυτά τα ειδυλλιακά ηχητικά περιβάλλοντα αποτελούν προϊόντα έμπνευσης του Μιχάλη Δέλτα και κυκλοφορούν υπό την σκέπη της πανταχού παρούσας πατρινής ετικέτας της Inner Ear. Στο Life Is Now, το λοιπόν, ο Μιχάλης Δέλτα διοχετεύει με αρκούντως θελκτικό τρόπο τις εικονοπλαστικές ιδιότητες της τεχνοτροπίας του, μέσα από οργανικά θέματα που επωφελούνται από την εποικοδομητική συνύπαρξη συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικού υπολογιστή, πιάνου, τσέλων, κιθάρας και μεταλλοφώνου. Η λεπτεπίλεπτη μελωδικότητα και ο ρομαντισμός ενός εκ των ιδρυτών των Στέρεο Νόβα αγκαλιάζει τους αγχωτικούς μηχανικούς ρυθμούς της μεγαλούπολης, σε έναν δίσκο ωδή στο Βερολίνο και στην αρχιτεκτονική της ηλεκτρονικής μουσικής από απαρχής της. 

Larry Gus

                                                  Larry Gus: I Need New Eyes [DFA Records]                                                    O Larry Gus ή Λάρυγγας ή ληξιαρχικά Παναγιώτης Μελίδης, μου έδινε από τις πρώτες του μέρες ως δημιουργός την εντύπωση ότι φτιάχνει μουσική που αξιοποιείται καλύτερα εκείνες τις στιγμές που το μυαλό κολλάει και ψάχνει από κάπου για να… επανεκκινήσει το σκεπτικό του. Σε τέτοιες περιστάσεις δρα καταπληκτικά και το νέο του LP, πάλι υπό την αρωγή της DFA Records. To I Need New Eyes μοιάζει σαν έναν επανακαθορισμό των αναγκών του Larry Gus, παρόλο που περικλείει τον πλουμιστό ποπ διάκοσμο και τον οργανικό πανηδονισμό της μέχρι τώρα πορείας του. Είναι που στην ιδιότυπα ψυχεδέλικη τραγουδοποιία του προσθέτει τώρα περισσότερο ’80s ηλεκτρο-ποπ χρώμα, είναι που τα samples από ηχογραφήσεις του ίδιου αλλά και άλλων δένουν με τον πλέον συναρπαστικό τρόπο έως και σήμερα, είναι που ο εξωτισμός του εντείνεται και σε στέλνει μακρύτερα μέσα από τα tropical, afro και ανατολίτικα στοιχεία που τον απαρτίζουν. Είναι που κατέθεσε το ομορφότερο σύνολο εμπνεύσεών του από καταβολής της Larry Gus ύπαρξής του. 

Μέντα

                                                                Μέντα: Telepherique [Mnt]                                                                  Στο έκτο τους πλήρους διάρκειας άλμπουμ, οι Μέντα παρέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα αναλογικά πληκτροφόρα όργανα (synths όπως τo Minimoog της Moog και το CS-15 της Yamaha). Επιδίδονται, έτσι, κυρίως σε ένα ηχητικό αλισβερίσι με την παρακαταθήκη της ηλεκτρονικής μουσικής των ’70s και των ’80s, παραμερίζοντας τις κιθαριστικές φόρμες του παρελθόντος τους. Σε αυτόν τον σχεδόν καθόλα οργανικό του δίσκο που τιτλοφορείται ως Telepherique, το τετραμελές σχήμα δημιουργεί μελωδικά μοτίβα που εναλλάσσουν κατάλληλα τα συναισθήματα. Κάποιες συνθέσεις τους διακρίνονται για την ευάερη μελαγχολία τους, κάποιες για την αιθέρια ευφορία τους και άλλες για την αγωνία και το άγχος που μεταδίδουν. Και παρόλο που μεγάλο μέρος των επιρροών του γκρουπ έρχονται στο φως, η εκφραστικότητά του στέκει πραγματικά πηγαία και εμπνευσμένη.

Victory Collapse

                                             Victory Collapse: Atlas [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                              Στα όσα λαμβάνουν χώρα σε αυτό το δεύτερο LP τους, οι Victory Collapse εξακολουθούν να στήνουν τους punk-funk σκοπούς τους και ακούγονται αληθινά κατασταλαγμένοι σχετικά με την εξέλιξη της τεχνοτροπία τους. Κι είναι απολαυστικό να τους ακούς να κλιμακώνουν την ένταση στις «στροβιλοειδείς» δομές τους με γνώμονα την ισορροπημένη ζύμωση μελωδικών και θορυβοποιών συστατικών. Στο Atlas, το προκείμενο τετραμελές γκρουπ καταθέτει δέκα συλλήψεις του που διασχίζουν την ροκ ιστορία -έχοντας το 1977 ως καθοδηγητή- με αιχμηρότητα στις κιθάρες, πληθωρικότητα στην ευέξαπτη «συνομιλία» μπάσου-κρουστών, αλαλαγμούς στα φωνητικά. 

dreamline

                                                       Dreamline: Here And Gone [Gripen]                                                           Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όσα αφουγκραζόμαστε κατά τη διάρκεια του Here and Gone διαδραματίζει μια ανατριχιαστική αισθαντικότητα. Πίσω από εύθραυστο ηχητικό σύμπαν των Dreamline που καταγράφεται και δημοσιοποιείται στη συσκευασία αυτού του LP, συναντάμε τα μέλη των South Of No North Γιώργο Κ. και Φοίβο, τον Housework, ο οποίος μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων συνέβαλε και στο περυσινό άλμπουμ των This Fluid, καθώς επίσης και τον Κωνσταντίνο Κούζα που βρέθηκε στην τελευταία φάση των Metro Decay. Άπαντες, από κοινού διαμορφώνουν μια αλληλουχία βραδυφλεγών και τις περισσότερες φορές υπνωτικών στιγμών, που απορρέουν από λεπτομερείς και κομψές ενοργανώσεις. Στο επίκεντρο των συνθέσεων των Dreamline τοποθετούνται οι συναισθηματικά φορτισμένες φωνητικές ερμηνείες, οι αγχωτικά σπονδυλωτοί ρυθμοί και οι γκριζωπές μελωδίες και συχνότητες (εν γένει) των κιθάρων και των πλήκτρων. Μπείτε…    

Κτίρια Τη Νύχτα

                                          Κτίρια τη νύχτα: Σαχτούρης [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                        22 συνθέσεις (με μέση διάρκεια  περίπου το ένα λεπτό) που αφορμώνται από ισάριθμα ποιήματα του Σαχτούρη, κατορθώνουν να ισοδυναμούν με γέφυρες που ενώνουν δύο κόσμους · αυτόν της ποίησης, που προβάλλει ως εφαλτήριο για τον παρόντα δίσκο και εκείνον της μουσικής ή καλύτερα του ηχητικού σχεδιασμού. Ο γλωσσικός υπερρεαλισμός του Σαχτούρη με τις αλλόκοτα απόκοσμες μα βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις του φιλτράρεται από την οπτική και τις παραστάσεις του Κτίρια τη νύχτα και εκτίθεται όμορφα μέσα από μια οργανική λιτότητα, αφού για να περατωθεί το εγχείρημα αξιοποιούνται μονάχα ακουστικές και κλασικές κιθάρες, με ή δίχως εφέ από pedal και ηλεκτρονική επεξεργασία κλπ. Οι εικόνες από μια παράλληλη πραγματικότητα συναντούν την καθηλωτική τους αναπαράσταση σε ένα μουσικό καταστάλαγμα διάρκειας 23 λεπτών.

zenerik

                                                        Zenerik: Yenesis [Positive/Negative]                                                      Αυτό που εντυπώνεται αβίαστα στο μυαλό καθώς περνούν από μπροστά σου οι ηχητικές επιδόσεις των Zenerik κατά τη διάρκεια του ντεμπούτο LP τους, είναι η ικανότητά τους να διαχειρίζονται τις ιδιαιτερότητες όχι μόνο της κάθε σύνθεσής τους ξεχωριστά, αλλά κι εκείνες που αφορούν τα διαδοχικά μοτίβα μέσα στην εκάστοτε σύνθεση. Με υβριδική jazz-rock αισθητική, προοδευτική λογική και συγκρατημένη αναρχία που αγκαλιάζουν τις μουσικές μνήμες της Ηπείρου, το Bitches Brew στυλ του Miles Davis και τις free jazz παραφυάδες, την ευρύτερη ψυχεδελική θεώρηση στην prog rock νοοτροπία των ’70s και την krautjazz παρακαταθήκη των ’70s (βλέπε σχήματα όπως οι Annexus Quam, οι Out Of Focus και οι Cornucopia), καταλήγουν εκστατικά σε απρόοπτες κλιμακώσεις. Στα πέντε μέρη που ορίζουν το Yenesis, γινόμαστε κοινωνοί μιας ελεύθερης εκφραστικότητας που σε απορροφά τόσο στις ενδοσκοπήσεις, όσο και στις εκρήξεις της.


Zenjungle

                                                            Zenjungle: Flow [Midira Records]                                                          Ο Φίλιππος Γαρδέλης αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα υπερδραστήριου δημιουργού από τα μέρη μας. Ως Zenjungle, από το 2012 ξεκίνησε να χαρτογραφεί με στωικότητα και προσήλωση έναν ηχητικό κόσμο στον οποίο συνευρίσκονται με συγκλονιστικό τις περισσότερες φορές τρόπο τζαζ και ηλεκτρονικές συντεταγμένες. Σε ambient λογικής «καρέ» που μπλέκουν αστικές εικόνες παρεμβάλλεται ένας θεσπέσιος νατουραλισμός, με τις μελωδικές πνοές του σαξοφώνου τού Zenjungle να αποτυπώνουν πότε ευφορικά και πότε μελαγχολικά την ύπαρξη της φύσης στις σύγχρονες μηχανιστικές κοινωνίες. Έτσι και στο  Flow, σε υπόβαθρο με drones, βόμβους και επιτόπιες ηχογραφήσες από εξωτερικούς χώρους, στέκεται αρμονικά το σαξόφωνο σαν μια επιβεβαίωση ελευθεριότητας μπροστά στον ασφυκτικό κλοιό της βιομηχανοποιημένης καθημερινότητας.                                                  

Cheap Poetry - Tendts

                                    Tendts: Cheap Poetry [Fair Weather Friends Records]                                        Απαιτεί μια και μονάχα ακρόαση από όσους γνωρίζουν το σχήμα,  για να αντιληφθούν ότι οι Tendts καταθέτουν την πιο ευήλια και ευκολομνημόνευτη συνθετική άποψή τους μέχρι τώρα. Όντας εναρμονισμένοι με την εποχή, τα αδέρφια Χρήστος και Φώτης επιδίδονται σε κολλητικές ηλεκτρονικές αναπτύξεις με παγκόσμιο στίγμα και lo-fi υφή, αναδεικνύοντας διαρκώς το βάθος και την ποικιλία στο ύφος αυτών. Εντός του Cheap Poetry, η χημεία μεταξύ των πολλών και διαφόρων ιδιωμάτων από περιοχές της electronica λειτουργεί αυθόρμητα και αποτελεσματικά, παράγοντας εννέα όμορφα στιγμιότυπα ήχων. Beats και bleeps με house, techno και hip hop συνιστώσες συνδιαλέγονται σε διάφορα τέμπο, καθώς στο προσκήνιο παρίστανται μελωδίες με ambient επίχρισμα προερχόμενες από synths και εν γένει από ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Στο τέλος, μένει μια υπέροχα ράθυμη νοσταλγία με αύρα καλοκαιριού. 

Δεληβοριάς-Καλλιθέα

                                               Φοίβος Δεληβοριάς: Καλλιθέα [Inner Ear Records]                                        Στο πλέον πολυσυλλεκτικό και ποικιλόμορφο άλμπουμ της σταδιοδρομίας του, ο Φοίβος Δεληβοριάς ανατέμνει μερικές από τις πιο έντονες εμπειρίες του παρελθόντος του εν μέσω μιας απολαυστικής τραγουδοποιίας. Μιας συγκομιδής τραγουδιών, η οποία πέραν της εξαιρετικά περιγραφικής της αφηγηματικότητας, διακρίνεται για την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της. Με τη στιχουργική του γλαφυρότητα σε κεντρικό ρόλο, ο Δεληβοριάς μας μεταφέρει σε στιγμές από την παιδική και την εφηβική του ηλικία κατά την δεκαετία του ’80 συνοδευόμενος κατάλληλα από όμορφα μελωδικά σχήματα που δρουν ενώπιον μιας ευέλικτης ρυθμολογίας. Δίχως να βουλιάζει στη νοσταλγία, αντιμετωπίζει το παρελθόν ως μια καθοριστική για τη ζωή του πλην όμως περασμένη… ιστορία, και το αποχαιρετά πλαισιώνοντάς το εξαίσια-με τη σύμπραξη σημαντικών εγχώριων μουσικών- με ήχους από πληκτροφόρα όργανα (πιάνο, mellotron, synths, casio keyboard, farfisa, clavinet και όργανο), έγχορδα (κιθάρες και κοντραμπάσο), πνευστά (τρομπόνι, τρομπέτα, γαλλικό κόρνο και φλογέρα) και κρουστά (τύμπανα). 

Mockbirth

                                                   Mockbirth: Moro [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                                    H εξελικτική πορεία των Mockbirth τους θέλει να ισχυροποιούν την συνθετική τους ικανότητα κάθε φορά που δραστηριοποιούνται δισκογραφικά. Απόδειξη της παραπάνω άποψης, αποτελεί το γεγονός πως ύστερα από μια σειρά από εξαιρετικά EPs κατόρθωσαν να αρθρώσουν μια καθηλωτική ηχητική «γλώσσα» μέσα στο παρθενικό τους LP. Κατά τη διάρκεια του Moro, το τρίο από την πρωτεύουσα εσωκλείει σε δέκα τραγούδια ένα καλαίσθητο και αποτελεσματικό αντάμωμα κιθαρισμών που πηγάζουν από τo εναλλακτικό φάσμα του δυτικού ροκ των ’90s και ’00s με περιβάλλοντα κλασικής μουσικής αντίληψης. Το μελωδικό αυτό αντάμωμα, τοποθετείται έξοχα σε trip hop φόντο. Κι είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το ότι καταφέρνει να δημιουργεί τραγούδια που ακούγονται προσιτά και πολυσχιδή την ίδια στιγμή. Διαπιστώστε το…

Takis Barbagalas

                                     Takis Barbagalas: Phosphorus Hesperus [Missing Vinyl]                                      H μακροχρόνια δραστηριοποίηση του Τάκη Μπαρμπαγάλα στα εγχώρια μουσικά πράγματα τον προίκισε με ποικίλες παραστάσεις, δίνοντάς του την ευκαιρία να καταθέτει τις ιδέες του κάθε φορά με πιο κατασταλαγμένο τρόπο και με ισχυρότερη πειθώ. Μετά την ενασχόλησή του με τα κύρια εκφραστικά του οχήματα Will-O-The Wisp και Manticore’s Breath, αλλά και τη σπουδαία προϋπηρεσία σε Λευκή Συμφωνία και τη συμμετοχή στους Red Mist, ο Μπαρμπαγάλας κυκλοφορεί υπό το ονοματεπώνυμό του ένα καλαίσθητο ηχητικό απόσταγμα ψυχεδελικών, διαγαλαξιακών και προοδευτικών ροκ συντεταγμένων. Σε δύο μόλις μεγαλόπνοες συνθέσεις (Phosphorus και Hesperus), ο εν λόγω δημιουργός απλώνει σαν σε μυσταγωγία τις αρμονίες της κιθάρας του και δευτερευόντως αυτές του μεταλλοφώνου, έχοντας την συμπαράσταση οργάνου, μπάσου, διαφόρων κρουστών και ολίγων φωνητικών. Κι ο μύθος γύρω από τους διόσκουρους Φώσφορο και Έσπερο, αποκτά τη δική του αρμοστή ηχητική υπόκρουση.

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #19: Μιχάλης Εμμανουηλίδης

Μιχάλης Εμμανουηλίδης

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο υπεύθυνος προγράμματος και ραδιοφωνικός παραγωγός του σερραϊκού ραδιοσταθμού Ρόδον 95 FM, Μιχάλης Εμμανουηλίδης, ανακαλεί διεξοδικά την περίοδο που πρωτοήρθε σε επαφή με το The Head On The Door των Cure, καταγράφοντας τα συστατικά του προκείμενου άλμπουμ που τον οδήγησαν σε αξέχαστη για τον ίδιο συναισθητική φόρτιση.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Με την εδώ και δεκαετίες συγκέντρωση του ενδιαφέροντος στις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εγχειρήματα που εμφανίστηκαν στην ελληνική επαρχεία δεν λάμβαναν συνήθως την ανταπόκριση που τους αναλογούσε. Εντούτοις, οι τεχνολογικές εξελίξεις και δη η ευρυζωνική εποχή του διαδικτύου, μας παρέχουν από τα μέσα των ’00s τη δυνατότητα να βρισκόμαστε «δίπλα» και να αξιολογούμε ορθότερα τα τεκταινόμενα εκτός του κλασικού διπόλου πρωτεύουσας-συμπρωτεύουσας.

Για τον ραδιοφωνικό σταθμό Ρόδον (95 στα FM), ο οποίος από το 1994 που ιδρύθηκε εδρεύει στις Σέρρες, η δυναμική της ADSL πραγματικότητας λειτούργησε εποικοδομητικά διευρύνοντας το κοινό του και τις καλές κουβέντες που ακούγονταν γύρω από την αισθητική και το επίπεδο του. Αυτή μοιάζει ως μια φυσική εξέλιξη για τον σταθμό, συναρτήσει των κόπων και της προσπάθειας των ανθρώπων αυτού.

Καταγράφοντας τα παραπάνω, μου έρχεται αβίαστα στο νου ο υπεύθυνος προγράμματος και ένας από τους απολαυστικότερους παραγωγούς του Ρόδον, ο Μιχάλης Εμμανουηλίδης.  Λατρεύει τους Στέρεο Νόβα, κι εκτός του ότι διατηρεί ένα εξαιρετικό μουσικό (κυρίως) μπλογκ που φέρει αγγλιστί το όνομά τους, το Stereo Nova (stereonova.blogspot.com), θα τον συναντήσεις εδώ κι εκεί ως Μιχάλη Έψιλον. Με ένα προσωνύμιο, δηλαδή, εμπνευσμένο από εκείνα των μελών του αγαπημένου του αθηναϊκού τρίο, των Μιχάλη Δέλτα, Κωνσταντίνου Βήτα και Αντώνη Πι. Βέβαια, οι τρεις μουσικοί κατασκεύασαν τα καλλιτεχνικά τους ψευδώνυμα χρησιμοποιώντας ως δεύτερο συνθετικό το αρχικό του μικρού ονόματος των πατεράδων τους, ενώ ο αποψινός καλεσμένος της Δισκοπάθειας αξιοποιώντας το πρώτο γράμμα του επιθέτου του…

Στις σχετικές με τη μουσική δραστηριότητες του Μιχάλη, γίνεται άμεσα αντιληπτή η εκλεκτικότητα και η γνώση του γύρω από όσα καταπιάνεται. Ο ίδιος φροντίζει να εντρυφήσει πρώτα στο ηχητικό υλικό και τις προεκτάσεις αυτού, κι έπειτα μας το παρουσιάζει τόσο στην εκπομπή του Club Rodon (κάθε Τρίτη 21:00-23:00 και κάθε Τετάρτη 20:00-21:00), όσο και στον προσωπικό του ιστόχωρο που προανέφερα. Προσωπικά, συναρπάζομαι ακούγοντας και τα-ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- ambient φύσης mixtapes που ετοιμάζει και ακούγονται στην μεταμεσονύχτια ζώνη του Ρόδον κάτω από τον τίτλο Γυμνή Νύχτα

Η ευρύτητα και η ποικιλομορφία των ακουσμάτων του Μιχάλη, συνάδει κατά πως φαίνεται με εκείνες των υπολοίπων παραγωγών του αγαπημένου σερραϊκού ραδιοσταθμού, προσφέροντας εκπομπές και απόψεις που δεν στέκονται σε κάποια συγκεκριμένα μουσικά ιδιώματα, μα επεκτείνουν τον υφολογικό ορίζοντά τους με γνώμονα την αισθητική και το μεράκι των εμπνευστών τους. (Πειραματική και μη) Ηλεκτρονική σύνθεση σύγχρονης και παλαιάς κοπής, διάφορες τάσεις στη χορευτική μουσική, ανοιχτόμυαλο ροκ, τζαζ με ελευθεριότητα και εξελεγκτική αντίληψη, κλασικότροπες φόρμες και ελεύθερους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς, καθώς και πολλές ακόμη μουσικές «καταστάσεις», δύναται να ακροαστεί κανείς στη συχνότητά του.

Στα αληθινά αξιοσημείωτα της δράσης του Ρόδον, συγκατελέγεται και η ενασχόλησή του με τα ηχητικά δρώμενα της ημεδαπής, μέσα από την επαρκώς επιμελημένη παρουσίαση τους στο πρόγραμμά του, όπως επίσης κι από τις μόνιμες αναφορές σχετικά με αυτά (τα δρώμενα) στο site του. Μάλιστα, με σκοπό να φωτιστούν κατάλληλα οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των εγχώριων μουσικών συμβάντων, δημιουργήθηκε η εκπομπή Night Shift, στην διάρκεια της οποίας ένα πρόσωπο (συνθέτης, παραγωγός, dj, μέλος δισκογραφικής ετικέτας, κλπ) ή σχήμα από το ντόπιο μουσικό… στερέωμα ξεδιπλώνει τις εμμονές του επιλέγοντας μουσικά κομμάτια.

Τερματίζω την πολυλογία μου και αφήνω το Μιχάλη να αναφερθεί σε μια δική του αγάπη.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

The Cure
[The Cure: The Head On The Door, Fiction/Elektra, 1985]

Πρέπει να είναι από τα δυσκολότερα ερωτήματα που τίθενται γενικώς σ’ έναν μουσικόφιλο. Ποιο είναι το αγαπημένο σου άλμπουμ όλων των εποχών;

Εδώ και αρκετές βδομάδες, από την στιγμή που μου έκανε την συγκεκριμένη ερώτηση και πρόταση ο Παναγιώτης, να γράψω μερικές λέξεις για το αγαπημένο μου άλμπουμ, ανατρέχω σε χιλιάδες δίσκους, τραγούδια, συγκροτήματα, μουσικούς. Σχεδόν τρεις δεκαετίες βουτηγμένος σε ήχους, είδη, μουσικά ρεύματα, hypes. Αριστουργήματα εκατοντάδες εκεί έξω. Επιστρέφω σε προσωπικές στιγμές, περιόδους φιλιών, συναναστροφών και γνωριμιών. Στάσεις μέσα στο χρόνο σε στιγμές που άφησαν ανεξίτηλα χνάρια. Επιλέγω δυο από αυτές που με οδηγούν σε μια τελική επιλογή. Την »είσοδό» μου στο Ποπ Κλαμπ του Γιάννη Πετρίδη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και την κάθοδό μου το 1985 στο Rock In Athens. Για τη μουσικόφιλη γενιά μου είναι δυο αυτονόητες επιλογές. Απέραντη αγάπη για το ραδιόφωνο και τη μουσική και αποτίναξη των δεσμών των genre για την πρώτη και το πέρασμα στην »ενηλικίωση» για τη δεύτερη.

Το βράδυ της 27ης Ιουλίου του 1985 στο κέντρο του Παναθηναϊκού Σταδίου δέχομαι την επιφοίτηση του Robert Smith και της παρέας του. Είμαι σίγουρος ότι οι ζωές πολλών παιδιών άλλαξαν εκείνη τη νύχτα. Επιστρέφω Σέρρες, αγοράζω το Live και δεν σταματώ να σκαλίζω σε τοίχους, παγκάκια και θρανία τις λέξεις The Cure. Μερικές βδομάδες αργότερα σκάει μύτη σε τοπικό δισκοπωλείο το The Head On the Door σε κόπια ιταλική. Άλλες εποχές, άλλα μουσικόφιλα ήθη και έθιμα.

Δεν πρόκειται να αμφισβητήσω ότι είχε προηγηθεί του The Head on The Door. Από το Three Imaginary Boys μέχρι το The Top. Δίσκοι σημεία αναφοράς για το είδος της μουσικής και για την πορεία του ίδιου του συγκροτήματος. Το 6ο στούντιο άλμπουμ των The Cure δεν αποτελεί μια προφανή επιλογή. Ήταν ένας δίσκος που εγκαταστάθηκε για τα καλά στο πλατώ του πικάπ και αποτέλεσε σάουντρακ μιας μεγάλης χρονικής περιόδου. Ο δίσκος συνδυάζει εξωστρεφείς ποπ μελωδίες, εξωτικά ηχοχρώματα, ατμόσφαιρες θλίψης και ανελέητου ρομαντισμού. Το μουσικό σύμπαν των The Cure είναι παρόν και οι αντιρρήσεις για την εξωστρέφεια έχουν κατατεθεί ήδη με την κυκλοφορία του The Top. Το “In Between Days” ανοίγει το δίσκο παρασέρνοντας με τον ανέμελο ρυθμό του, τη ζωντάνια της ακουστικής κιθάρας, τα χρωματιστά πλήκτρα. “Yesterday I got so old I felt like I could die” τραγουδάει ο Robert και είμαστε όλοι πληγωμένοι ερωτευμένοι. To Kyoto Song” είναι ένας εσωτερικός εφιάλτης αποτυπωμένος σε μια ασιατική καρτ ποστάλ. Το Push” μια παρότρυνση για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το άλλο μας κομμάτι… Στο The Baby Scream” καταγράφεται η αγωνία για το τέλος των βασάνων, στο Close To Me” η αναζήτηση του έρωτα. Το άλμπουμ κλείνει με το Sinking”. “So I trick myself like everybody else I crouch in fear and wait I’ll never feel again”. H βελόνα φτάνει στο τέλος του δίσκου. Επιστροφή στη μοναξιά των εφηβικών δωματίων.

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #18: Νικόλας Κονδύλης

The Fog Ensemble

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο μπασίστας και δημιουργός Νικόλας Κονδύλης, o οποίος κατανέμει την καθημερινότητά του βάσει της ενασχόλησής του με τη μουσική σε συγκροτήματα όπως οι The Fog Ensemble, Sick Boys Connection και Metronomic Head Move, εξηγεί τους λόγους που διατηρεί ακόμη άσβεστη την αγάπη του για το Parklife των Blur. 

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Επιφορτίζεται με τις ρυθμικές προτεραιότητες των εγχειρημάτων στα οποία συνδράμει μουσικά, από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας. Ο Νικόλας Κονδύλης, ο οποίος κατάγεται από την Αθήνα, μα ζει και δημιουργεί στην συμπρωτεύουσα εδώ και αρκετά χρόνια, διατηρεί το ρόλο του μπασίστα στα σχήματα των The Fog Ensemble και Sick Boys Connection, ενώ παλαιότερα τον διέκρινε κανείς ανάμεσα στους Metronomic Head Move.

Με τους πρώτους δραστηριοποιείται από το 2012 και φέτος ευτύχησε να δει υλικό που δούλευε μαζί τους από καιρό να διοχετεύεται σε πλήρους διάρκειας ηχογράφημα. Ο ομώνυμος δίσκος των The Fog Ensemble εκδόθηκε από την Melotron Recordings και αποτελεί ένα λυτρωτικό καταστάλαγμα των επιδιώξεων των μελών τους. Διατρέχει το νου του ακροατή, όντας μια αλληλουχία από στιγμιότυπα εκρήξεων και πραότητας, αναπαριστώντας με θελκτικό τρόπο τις νευρώσεις του σύγχρονου ατόμου.

Χωρίς να καταπιάνονται απλώς με το να μετουσιώνουν τις ανησυχίες τους σε ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να έρθουν σε μια κάποια καθαρτική κατάσταση, οι The Fog Ensemble διαχειρίζονται την εξ ολοκλήρου οργανική υπόσταση των συνθέσεων τους λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές της ψυχολογίας που μπορούν να συμβούν στον καθένα ή την καθεμία από μας. Πιο συγκεκριμένα, συλλαμβάνουν τις δονήσεις της μεγαλούπολης και τον αντίκτυπο αυτών, δίχως να καταφεύγουν σε εύκολους συναισθηματισμούς. Ο λυρισμός τους πηγάζει από τις αβίαστες και καθόλου προαποφασισμένες εναλλαγές ηχητικών τοπίων. Τοπίων που στυλώνονται σε μια μελαγχολία, η οποία δεν καταλήγει ποτέ σε μιζέρια, και δημιουργούνται με έμφαση στη λεπτομέρεια, εκδηλώνοντας τις εικονοπλαστικές αρετές των εμπνευστών τους.

Στο ελεγειακό ροκ του προκείμενου θεσσαλονικιώτικου γκρουπ, πρωτοστατούν οι κιθαριστικές επιδόσεις του Αντώνη Καρακώστα διάστικτες σε reverb, delay και chorus, οι διακριτικές αλλά καθοριστικές ηλεκτρονικές παρεμβολές δια χειρός του ιδίου, η δραματικά ελισσόμενη ρυθμολογία που απαρτίζεται από τις μελωδικές μπασογραμμές του καλεσμένου μας Νικόλα Κονδύλη και τις κρουστές ενέργειες του Γιώργου Νανόπουλου. Για τα ολοένα και πιο έντονα φορτισμένα «καρέ» τους, οι F.E. επενδύουν δίχως, εντούτοις, να αναλώνονται σε shoegaze νεφελώματα, post-punk νεύρο και ηλεκτρονικές ενδοσκοπήσεις Στο τέλος, δικαιώνονται, φτάνοντας σε διακριτικά θορυβώδεις κορυφώσεις.

Άκρως ενδιαφέρουσα κρίνονται και τα πεπραγμένα του Κονδύλη με τους Sick Boys Connection, δηλαδή το γκρουπ με την ιδιότυπη έδρα δράσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα εγχείρημα μεταξύ Θεσσαλονίκης, Πειραιά και Λονδίνου, που ο αποψινός Δισκοπαθής ως Depot Kid-πάντοτε από τη θέση του μπασίστα και του βασικού συνθέτη- «τρέχει» από κοινού με τους Νικόλαο Μαρδάκη (τον γνωστό Big Fat Lips, που εδώ εμφανίζεται ως Xploding Psychology, στην κιθάρα, τα ηλεκτρονικά, τα κρουστά και τα φωνητικά) και Βαγγέλη ΜουσίκαMziqass, στα ντραμς και τα κρουστά).

Μια σύμπραξη που κινείται αυτοσχεδιαστικά και με λιτότητα εκφραστικών μέσων, μεθοδεύοντας εμπνευσμένα τις ηχητικές τους ιδέες, οι οποίες θεμελιώνονται σε παραισθησιογόνα space rock/shoegaze μοτίβα και παραμορφωμένες ονειροπολήσεις, εκλύοντας μια ψυχεδελίζουσα αύρα. Στο επίκεντρο όλων, μια καλοβαλμένη επαναληπτικότητα, που τρυγάει ως επί το πλείστoν από τον motorik ρυθμό των Neu! και Kraftwerk, και η οποία εντείνει τις λυτρωτικές ιδιότητες τους υλικού τους. Ιδιότητες, που εν τέλει αρκούν για να αποσπάσουν την ανάλογη εκτίμηση από όσους τους έχουν ακούσει από το 2008 που υφίστανται ως γκρουπ. Έστω κι αν δεν εμφανίζονται συχνά ζωντανά (μερικές φορές μάλιστα το κάνουν ως ντουέτο οι Κονδύλης και Μαρδάκης) και παρότι δεν έχουν ένα ευρέως κυκλοφορημένο LP, παρά cd-rs και κασέτες με συλλήψεις τους.

Όπως σημείωσα στον πρόλογό μου, ο Κονδύλης (ως Depot Kiddo, στο μπάσο) αποτελούσε και το 1/4 των Metronomic Head Move, δηλαδή της βραχύβιας κομπανίας με krautrock λογική, που συστήθηκε σε συνεργασία με τους Aza (μπάσο), Funny Boy (ηλεκτρονικά) και Pussyfer Sam (ντραμς). Από το 2010 που ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι και το 2014 εξέδωσαν 2 EPs (Insert Coin [2001] και To Continue [2012 ψηφιακά και 2014 σε κασέτα]), στα οποία κυριαρχεί η πληθωρική παρουσία των δύο μπάσων με την αρμονική μελωδικότητα, λειτουργώντας καθηλωτικά πλάι στα τριπαριστά ηλεκτρονικά μέρη κοσμικής χροιάς και την μετρονομική προσήλωση στο επαναληπτικό τέμπο των ογκωδών τυμπάνων. Συνίστανται ανεπιφύλακτα, λοιπόν, στους θιασώτες της μουσικής ελευθεριότητας των γερμανικών ’70s (με αρμοστούς τίτλους κομματιών, όπως “Smoking In Dusseldorf”!), αλλά πολύ περισσότερο σε εκείνους που αναζητούν την χρυσή τομή ανάμεσα στον πειραματισμό και την στοχευμένη συνθετική άποψη.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Parklife
[Blur: Parklife, Food/SBK Records, 1994]

Πως μπορεί κανείς να διαλέξει τον αγαπημένο του δίσκο; Ποία είναι τα «αυστηρά κριτήρια» με τα οποία θα γίνει η επιλογή ανάμεσα σε τόσους αγαπημένους (δίσκους) μιας δισκοθήκης;

Το 1994 τα ακούσματά μου περιορίζονταν πάνω κάτω στους Beatles, το πανκ, τους Smiths, τη σόλο καριέρα του Morrissey και ότι έπαιζε η μία από τις δύο αγαπημένες μου εκπομπές, το “120 Minutes” του ΜTV.

Ήταν στο MTV’s Most Wanted, όμως, που θα έβλεπα για πρώτη φορά τους Βlur να παίζουν live και μάλιστα ακουστικά, κομμάτια από τον δίσκο τους Parklife. Το live τους αυτό στην τηλεόραση μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε μετά από δυο-τρεις ημέρες επισκέφτηκα το συνοικιακό δισκοπωλείο (υπήρχαν ακόμη τότε) για να αγοράσω το Parklife.

Τον άκουγα για μήνες συνέχεια… Το μεσημέρι που επέστρεφα από το σχολείο ή το πρωί πριν πάω σχολείο, ανάμεσα στην προπόνηση, τα αγγλικά και τα γερμανικά, μέχρι και σε κασέτα τον είχα γράψει για να μπορώ να τον ακούω στο Walkman μου στα κρυφά πριν κοιμηθώ. Είναι ένας δίσκος στον οποίο μέσα άκουγα όλα αυτά που μου άρεσαν. Κομμάτια με μελαγχολικές μελωδίες ,άλλα που αγγίζουν ή είναι πανκ, δύο ορχηστρικά που τα άκουγα με μεγάλη περιέργεια, ένα κομμάτι για τους πλανήτες και τα άστρα που το τραγουδάει ο μπασίστας και φυσικά αυτό το κομμάτι με το εθιστικό μπάσο που αναφέρει κάπου και την Ελλάδα… Έχει ήχους μιας πόλης που μπορεί να μου πήρε 11 ολόκληρα χρόνια από τότε για να την επισκεφτώ αλλά με το που πάτησα το πόδι μου εκεί μού ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του “London Loves”.

Το Parklife καθόρισε σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τα μουσικά μου ακούσματα μέχρι και το ντύσιμο μου κατά κάποιο τρόπο κι εμένα ως μουσικό και ας μη φαίνεται κάπου ξεκάθαρα σε αυτά που έχω κάνει μέχρι τώρα τουλάχιστον. Υπάρχει πάντα χρόνος άλλωστε! Το κυριότερο, όμως, είναι ότι για κάποιον που αγαπάει τόσο πολύ τις βρετανικές κιθάρες όπως εγώ, είναι ένας δίσκος αρκετά πολυσυλλεκτικός που έχει σίγουρα την πρώτη θέση 21 χρόνια μετά στη λίστα των αγαπημένων μου, παρόλο που έχω ακούσει πάρα πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους μουσικές από τότε.

|>| Στήσε αυτί |<|