Ben Frost: Καθαρτικός λυρισμός μέσα στο θόρυβο

Theory Of Machines

Η ιδιόμορφη περίπτωση του Ben Frost μας απασχολεί ευχάριστα ήδη από την προηγούμενη δεκαετία και έχοντας εδραιώσει την παρουσία της στη ζωή μας, επικοινωνεί και πάλι μαζί μας μέσα από ένα νεοφερμένο άλμπουμ ονόματι A U R O R A.

Αντιμετωπίζοντας τον ήχο και τις συχνότητες αυτού ως εξαιρετικά εύπλαστες οντότητες, ο γεννημένος το 1980 στη Μελβούρνη Ben Frost, γυρίζει τα κουμπιά των πάσης φύσεως μηχανημάτων του από τις αρχές των ’00s και μας καθοδηγεί λυτρωτικά σε προορισμούς που τριβελίζουν ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αυτό που δύνασαι πρωτίστως να διαπιστώσεις έπειτα από μια προσεκτική επαφή με τα δημιουργήματα του Ben Frost, είναι η ευχέρεια με την οποία ο εν λόγω δημιουργός ανατρέπει τα σχέδιά σου που αφορούν την κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση των ακουσμάτων σου. Με απαρχή εκείνο το κατανυκτικό αντάμωμα κλασικής μουσικής, electronica (trip hop, ambient, glitch…) και Sigur Ros αγγίγματος, στο ντεμπούτο του που εξέδωσε ιδιοίς εξόδοις πίσω στο 2001, το EP Music For Sad Children (τι αρμοστός τίτλος!), ο Αυστραλός, ας μου επιτραπεί η έκφραση, προβοκάτορας του ήχου, μας τροφοδότησε με πληθώρα ακουστικών ερεθισμάτων.

Κι αν στο παραπάνω, παρθενικό του εκφραστικό καταστάλαγμα δεν έδωσε για κάποιους επαρκή –ποιοτικά και ποσοτικά– δείγματα της ευρηματικότητας και της χρησιμότητας των εμπνεύσεών του, στην αμέσως επόμενη δισκογραφική του εμφάνιση μια διετία αργότερα, υπό το Steel Wound, θα το πράξει μεταδίδοντας έναν ισχυρό αντίκτυπο. Κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου άλμπουμ, ο Frost θα διαχειριστεί τις ιδέες του με ουσιαστική φειδώ και αξιοσημείωτα λεπτοσμιλεμένους ελιγμούς, γεγονός που θα αποδειχθεί προσοδοφόρο για το συνολικό αποτέλεσμα. Ένα οργανικό αποτέλεσμα «περιβαλλοντικής» μουσικής, βραδυφλεγές και δίχως έντονες εξάρσεις, που σφύζει από κενούς χώρους, τους οποίους o δημιουργός του παρεμβάλλει ανάμεσα στις γλυκόπιοτες/πικρόπιοτες (συγκινητικός, το δίχως άλλο, συνδυασμός) εκλύσεις κιθαριστικών αντηχήσεων και παραμορφώσεων. Υπεύθυνες για το ύφος του LP, είναι κατά κύριο λόγο οι αναφορές του Frost στη ροκ πραγματικότητα μετά την επίδραση των Talk Talk και Slint σε αυτή, στο απροσδιόριστα και αναιμικά τιτλοφορημένο post-rock. Σε παράλληλο χρόνο, ο προκείμενος ηχητικός σχεδιαστής (τον αποκαλείς και sound designer), θα ανατρέξει στις ημέρες που ο Brian Eno ετοίμαζε με κομψούς χειρισμούς και λιτότητα μέσων τις ambient κατασκευές του.

Διαβαίνοντας το κατώφλι του 2005, ο Frost μετοικίζει στο Ρέικιαβικ, ξέρετε στην πρωτεύουσα μιας ονειρεμένα ψυχρής χώρας, της Ισλανδίας, που από τα ’90s μας τροφοδότησε με χίλιες μύριες μουσικές αναμνήσεις. Ο γεωφυσικός ιστός αυτού του απόκοσμης ομορφιάς κράτους , που στο παρελθόν ώθησε αρκετούς καλλιτέχνες στην κατάθεση αριστουργημάτων, θα σταθεί ως εφαλτήριο στην προσπάθεια του Frost να ξετυλίξει ένα ιδιοσυγκρασιακό κουβάρι ηχοτοπίων. Μια προσπάθεια που εκκινεί ύστερα από μια διετία επί ισλανδικού εδάφους, με το δυστοπικό Theory Of Machines και μια μουσική γλώσσα περισσότερο αιχμηρή, ερεβώδη, πολυσήμαντη, ποικιλόμορφη, πολυσχιδή και ανοιχτή σε ερμηνείες. Με… συστατικά ηλεκτρονικής προέλευσης (beats, drones, βόμβοι, παραμορφωμένες συχνότητες, bleeps και παλλόμενες μελωδίες από synths), κιθαριστική τεχνοτροπία αλά post-rock όπως και no wave προσανατολισμών, με την επιρροή των Sonic Youth, των Swans (διόλου τυχαία τιτλοφορημένο κι ένα τρακ από εδώ ονόματι “We Love You Michael Gira”) και του… Fennesz να απλώνεται στα ογκώδη στρώματα από τα εφέ των πεταλιών, λυρικές σφήνες από έγχορδα και νεοκλασική μουσική αντίληψη, κρουστά με παγανιστικές βλέψεις, θραύσματα από επιτόπιες ηχογραφήσεις σε εξωτερικούς χώρους…

By The Throat

Η Γλώσσα των Μηχανών, λοιπόν, που αξιοποιεί ο Frost, και η οποία φαντάζει ψυχρή, στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με μια καθόλα ανθρώπινη διάλεκτο, προορισμένη για την ανάπλαση της ψυχοσύνθεσής μας. Κάτι τέτοιο, μου εντυπώνεται ακόμη πιο απτά και έντονα όταν έρχομαι σε επαφή με το αμέσως επόμενο τεχνούργημα του εδώ τιμώμενου προσώπου • το By The Throat που ξεμυτίζει δυο έτη μετά, σηματοδοτεί μια πορεία προς την επίτευξη της ψυχικής ανάτασης, παρά το εξτρεμιστικά νοσηρό του στίγμα. Η αρμονία στο θόρυβο και η οργάνωση στο χάος, είναι οι αποτυπώσεις που θέλουν τον Frost ως τον απόλυτο κυρίαρχο των δομών, των ενορχηστρώσεων και των κλιμακώσεων των εντάσεων στο δίσκο.

Σε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο οριακά μουσικά έργα των ’00s, ο εμπνευστής του χρησιμοποιεί ένα (μουσικό) λόγο γόνιμα πολυσύνθετο και άκρως αλληγορικό, με μεταφορές που δεν μένουν στα προφανή των τίτλων του άλμπουμ και των συνθέσεων αυτού. Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησε με το Theory Of Machines, προσδίδει ένα ευρύτερο νόημα, ένα επιπρόσθετο εκτόπισμα και περισσότερες προεκτάσεις στην Τέχνη του. Ο ειρμός του ακούγεται πια πιότερο εκφραστικός, συμπαγής, ογκώδης, συνεκτικός, πολυδαίδαλος, απολαυστικός… Από το εναρκτήριο “Killshot” μέχρι την έξοδο με το “Through The Mouth Of Your Eye”, αφουγκραζόμαστε ένα υλικό έτοιμο για να προκαλέσει κάθε μας αίσθηση και να εγείρει ερωτήσεις κι απορίες κάθε λογής, κάτι στο οποίο συνηγορεί καθοριστικά o υβριδικός χαρακτήρας καθενός εκ των έντεκα κομματιών. Τραχιές γραμμές από doom metal ατμόσφαιρα, μυσταγωγικές πομπές από κρουστά (gong, τύμπανα, καμπάνες…), υποβλητικά έγχορδα (harpsichord, dulcimer, προετοιμασμένο πιάνο, τσέλο, βιολί, βιόλα…) και πνευστά με μοντέρνα κλασική επίγευση (δες Krzysztov Penderecki, Jóhann Jóhannsson, Arvo Pärt…). Μαζί τους σε ένα τεταμένο ambient κλίμα, συνυπάρχουν, θρυμματισμένα beats και bleeps IDM (Aphex Twin είσαι εδώ;) αισθητικής, σκιαχτικό βιομηχανικό φόντο που παραπέμπει στους Coil, πηγαινοερχόμενοι ψηφιακοί βόμβοι, μπασοσυχνότητες που δένουν κόμπο το στομάχι, φωνές ανθρώπων και κραυγές των λύκων του εξωφύλλου…

«Και μετά τι;» θα αναρωτηθεί κανείς. Κι ο συνθέτης, πολυοργανίστας και παραγωγός Ben Frost, θα απαντήσει παραθέτοντας απλώς μια παραγωγικότητα που πηγαίνει αγκαζέ με την δημιουργικότητά του. Τη συνεργασία του με τον Tim Hecker (μέσω της παραγωγής στο σημαίνον Ravedeath, 1972 [2011] αυτού), εκείνη με τους Swans (αναπαράγοντας του ήχους της φωτιάς σε ένα κομμάτι του… The Seer [2012]), εκείνη με τον σαξοφωνίστα Colin Stetson (στην παραγωγή του τρίτου μέρους της συγκλονιστικής σειράς New History Warfare [2013]), εκείνη με τον Oren Ambarchi (για τις ανάγκες της ηχητικής υπόκρουσης του θεατρικού έργου Black Marrow [2013]), τρεις ακόμη αξιόλογες μουσικής πλαισιώσεις καλλιτεχνικών δρωμένων (για το δραματικό φιλμ Sleeping Beauty, για το πραγματευόμενο το μεταναστευτικό ζήτημα των Μεξικάνων ντοκιμαντέρ The Invisibles και για την χοροθεατρική παράσταση FAR).

Την πλέον ιδιαίτερη στιγμή, όμως, μετά την σαρωτική έλευση του By The Throat, θα σχηματοποιήσει το μινιμαλιστικό άλμπουμ Sólaris [2011] (εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία μυστηριώδους μελλοντολογίας του Tarkovksy), δηλαδή η δισκογραφημένη του σύμπραξη του Frost με τον Ισλανδό συνθέτη Daníel Bjarnason. Ένα φουτουριστικό ηχογράφημα από αργόσυρτα στιγμιότυπα, υπό το όραμα του οποίου οι εμμονές των δύο συνθετών τέμνονται. Τα εργαλεία διαμόρφωσης του οράματος αυτού, συγκεκριμένα: οι φειδωλές αναπτύξεις ενός προετοιμασμένου πιάνου από τον Bjarnason, οι κιθαριστικές απολήξεις του Frost και των πεταλιών του, οι ωδές της Συμφωνικής Ορχήστρας της Κρακοβίας και μια ψηφιακή επεξεργασία (ελέω pc λογισμικών) στα πρότυπα μιας αμπιεντίζουσας μοντέρνας κλασικής νοοτροπίας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πλάι στη διαδικασία «ύφανσης» του όλου έργου βρέθηκε ο Brian Eno, ο οποίος από το By The Throat κι έπειτα ανέπτυξε μια σχέση αλληλεπίδρασης με τoν Ben Frost, κατέχοντας μια θέση μέντορα απέναντι στη δράση του Ben. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Eno επεδίωκε εδώ και δεκαετίες η μουσική του να ακούγεται αλλιώτικη σε κάθε αναπαραγωγή της, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν αρκετά κοινά σημεία με τον Frost, αφού κι ο τελευταίος δείχνει να πλησιάζει πραγματικά κοντά σε ένα τέτοιο στόχο σε ό,τι αφορά τις δικές του ηχογραφήσεις…

Πάραυτα, ο Ben Frost νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορήσει και πάλι ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ εκτός ειδικών συνθηκών (συνεργασία, σάουντρακ, κλπ). Το A U R O R A, σκάει τούτη τη χρονιά ως μια γενναιόδωρη πράξη λατρείας του Frost για τους εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς και συνιστά ένα LP που δικαιώνει τις προσδοκίες των μέχρι τώρα υποστηρικτών του. Την ίδια στιγμή, ανανεώνει τη διάθεση του δημιουργού του για προτάσεις με σαφή προσωπική σφραγίδα, παραμερίζοντας αρκετά από τα αξιοποιηθέντα στο παρελθόν φυσικά όργανα (εγχορδά, πιάνο, κιθάρα) προς χάριν της ψηφιακής τεχνολογίας (του λάπτοτ, των συνθετητών, των ηλεκτρονικών εργαλείων) και τοποθετώντας καταπληκτικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τις πελώριες αναπτύξεις των κρουστών. Για την περάτωση αυτού του εγχειρήματος, ο Frost θα «ντύσει» συνοδοιπόρους τους Shahzad Ismaily (πολυοργανίστας και ενεργό μέλος της νεουρκέζικης ηχητικής πραγματικότητας), Greg Fox (ο πρώην ντράμερ των Liturgy) και Thor Harris (ο περκασιονίστας των Swans) και σύμφωνα με τις επιταγές της φιλοσοφίας του άλμπουμ, θα εγκατασταθεί μαζί τους για να το γράψει στους πρόποδες του ενεργού ηφαιστείου Nyiragongo στο ανατολικό άκρο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Στο… πλήρωμα, θα προστεθούν αρκετοί ακόμη που θα επωμιστούν από κοινού με τον Frost την παραγωγή, όπως οι Tim Hecker και Lawrence English (θα δώσουν κι επιπλέον βοήθειες στο στήσιμο των συνθέσεων με τα ηλεκτρονικά τους), ο Paul Corley, ο Valgeir Sigurðsson και ο Daniel Rejmer.

Στα 40 λεπτά του A U R O R A, ο 34χρονος, πια, συνθέτης και η παρέα του θα φροντίσουν να ξετυλίξουν τις εκφάνσεις ενός μυαλού που πηγαίνει με χίλια και ταυτόχρονα μπορεί να χωρέσει στις ίδιες σκέψεις πληθώρα αναζητήσεων. Φερ’ ειπείν, σμίγεις με τα “Nolan” και “A Single Point Of Building Light” και παρατηρείς καρποφόρες αναζητήσεις που ξεκινούν από στοιχειώδες τερέν θορύβου, για να εξαπλωθούν σε ένα υπέροχο κρεσέντο trance δεδομένων με άφρο μνήμες και ποπ (ναι ΠΟΠ) χροιά στη μελωδική τους ραχοκοκαλιά. Προχωρείς στις τυμπανοκρουσίες, τις ιαχές από τις καμπάνες και τις σπειροειδείς synth αρμονίες του “Venter” και βυθίζεσαι αβίαστα σε έναν μυστικισμό ανάλογο με εκείνον του Forest Swords. Στο “Secant” μεταφερόμαστε σε «περιοχές» όπου η μεταλλική υφή των θορύβων και το επίμονο σφυροκόπημα των κρουστών λειτουργούν σαν περίβλημα για την υφέρπουσα μελωδία που εξέρχεται από αυτό. Στα “No Sorrowing” και “Sola Fide”, το βιομηχανικό drone παραπέτασμα μπορεί να κάνει υπερήφανους μέχρι και τους Philip Jeck, Fennesz και Matmos.

Στη δεκαπενταετή περιπλάνησή του, ο Ben Frost ουδέποτε απευθύνθηκε σε μια δήθεν κάστα ελιτιστών. Αντιθέτως, επιθυμούσε και επιθυμεί να μεταδώσει το ελευθεριάζον όραμά του σε οποιονδήποτε αφήνει ορθάνοιχτα τα παραθύρια του νου και της ψυχής του, διατηρώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μας από τις αρχές της τρέχουσας χιλιετίας.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2014 στο mixtape.gr.

Advertisements

Κωνσταντίνος Βήτα: Ρυθμ Μποξ Αλήθειες

Δεν αρκεί να επιστρατεύσεις χαρακτηρισμούς όπως “εικονοπλάστης”, “ποιητής των αστικών κέντρων”, “εκφραστής των οξύμωρων σχημάτων της καθημερινότητας”, για να αποτυπώσεις τον αντίκτυπο της εικοσαετούς και πλέον ηχητικής περιπλάνησης του Κωνσταντίνου Βήτα. Η εξήγηση δια στόματος του ιδίου, στις γραμμές που ακολουθούν…

Καταρχάς, τι είναι αυτό που εξιτάρει τον Κωνσταντίνο Βήτα στη διαδικασία συγγραφής ενός μουσικού κομματιού;

Υπάρχει ο χρόνος που συλλαμβάνεις την ιδέα και υπάρχει και ο χρόνος που η ιδέα πρέπει να αποκτήσει μια μορφή κατά κάποιον τρόπο, το τελικό αισθητικό της αποτέλεσμα. Όταν γράφω μουσική νομίζω πως επικοινωνώ με ένα άγνωστο σύστημα. Κι όμως, νιώθω πως πρέπει να βρω μια γλώσσα να επικοινωνήσω μαζί του. Είναι μια διαφορετική γλώσσα το να συνθέτεις, ποτέ δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτήν, δεν έχει σχέση με το συναίσθημα τόσο, όσο με την αντίληψη.

Αντιμετωπίζετε τη σύνθεση μουσικής για κινηματογράφο/θέατρο/χορό με διαφορετική οπτική σε σχέση με αυτή που προορίζετε για την προσωπική σας δισκογραφία;

Σίγουρα είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Καταρχάς υπάρχει ο σκηνοθέτης που σε προσκαλεί στον κόσμο του και σε κατευθύνει ώστε να υλοποιήσεις τις ιδέες του. Δουλεύεις σε συγκεκριμένες ιδέες, σε συγκεκριμένες συνθήκες, με συγκεκριμένους ανθρώπους. Σίγουρα αφήνεις τη δική σου μετάφραση σε κάτι που έχει σκεφτεί κάποιος άλλος. Στις συνεργασίες αυτές πάντα προκύπτουν πολύ όμορφα πράγματα, γιατί ο μουσικός φεύγει από τη δική του αναφορά και μέσα από την προσπάθεια του να τα καταφέρει, επεκτείνεται σε άλλα πεδία.

Τι σας ωθεί ώστε να επενδύσετε με μερικές λέξεις τους ήχους σας εν έτει 2012;

Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα, συμπεριφορές, βλέμματα, στάσεις που έχουν ενδιαφέρον. Αν προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου σε κάτι καλύτερο και να διορθώσεις τα λάθη του χτες, τότε ανακαλύπτεις πως δεν έχεις και πολύ χρόνο. Η ζωή για μένα είναι ουσιαστικές αλλαγές, οτιδήποτε άλλο με βυθίζει στα γνωστά στερεότυπα. Μου αρέσουν κι αυτά, αλλά πιστεύω πως δεν είμαι τέλειος σε τίποτα και χρειάζομαι πολλή δουλειά.

Λόγω της αδιάλειπτης δραστηριοποίησής σας επί είκοσι συναπτά χρόνια, θα ήθελα να μάθω ποια είναι η σχέση σας με τον άσπλαχνο παράγοντα του χρόνου. Εάν έπρεπε, να τι θα επιλέγατε να ξεχωρίσετε από τη διαδρομή αυτή; 

Νιώθω πως είμαι περαστικός από αυτή τη ζωή, δεν θα ήθελα να δώσω παραπάνω διαστάσεις στα πράγματα από αυτό που είναι. Δεν θέλω να την μυθοποιήσω και να γραπωθώ από τις στιγμές ή τον ανθρώπινο συναισθηματισμό. Ο χρόνος που έχουμε είναι λίγος αν σκεφτούμε ποια είναι η ουσία της ζωής.

Πόσο άλλαξε ο Κωνσταντίνος Βήτα του Κλεμμένου Ποδηλάτου” και πόσο απέχει από τον εαυτό που αποτυπώθηκε στο “Μοτοκούζι” ; 

Νομίζω πως έμαθα κάτι περισσότερο για τη ζωή, για τον εαυτό μου. Η νεότητα πέρα από τη λάμψη της είναι σαν τσιγάρο που καίγεται. Στο  Μοτοκούζι” έχω αποτυπώσει τις θλιβερές μέρες που ο Κηφισός ποταμός γινόταν μπετόν μέχρι τη θάλασσα και τις πολιτικές καταστάσεις που θυμίζουν αρκετά τις σημερινές. Τότε η κρίση ήταν εξωτερική, σήμερα είναι και εσωτερική. Τότε στα τραγούδια μου με ενδιέφερε πολύ το χάος του αστικού τοπίου και οι συνθήκες ζωής. Με τον χρόνο μού άρεσε να επικεντρώνομαι και σε θέματα πιο εσωτερικά, πιο υπαρξιακά. Συνεχίζουν, όμως, να με ενδιαφέρουν εξίσου τα πάντα. Ζω μες στους δρόμους.

Από τα κατά μονάς εγχειρήματά σας, έπειτα από το ουσιαστικό αντίο των Στέρεο Νόβα, σε ποια εξελικτικά σας σημεία θα εστιάζατε ως δημιουργός

Τι να σας πω, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι ή να σταθώ σε κάτι συγκεκριμένο. Η κάθε δουλειά έχει έναν δικό της κόσμο. Νιώθω ότι μέσα στα τραγούδια που φτιάχνω υπάρχει ειλικρίνεια. Από κει και πέρα ας κρίνει ο κόσμος ποια είναι τα αγαπημένα του τραγούδια και άλμπουμ. Δεν είναι δική μου δουλειά να το κάνω αυτό.

Στα του τελευταίου σας άλμπουμ, που τιτλοφορείται ως “Χρυσαλλίδα”, τώρα, θα έλεγε κανείς πως εξακολουθείτε να καταγράφετε την αστική πραγματικότητα, αλλά περισσότερο αραιά από το παρελθόν. Ποιες εκφάνσεις  της καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων χρίζουν επιπρόσθετου σχολιασμού από τη σκοπιά σας;

Πάντα μου άρεσε να καταγράφω στα τραγούδια μου ασήμαντες και αθέατες πλευρές της ζωής, ώστε μέσα από αυτές να φτάνω στο κέντρο του στοχασμού. Δεν με ενδιαφέρει μόνο το τελικό γεγονός, αλλά και η πορεία της εξέλιξής του, γιατί μέσα από αυτήν θα μπορέσω να καταλάβω τα αίτια που το προκάλεσαν. Όλα έχουν σημασία, νομίζω όλα πρέπει να τα αγκαλιάζουμε και να τα κατανοούμε.

Πέραν της προηγηθείσας διαπίστωσης και της ερώτησης που προέκυψε, εντοπίζεται μια πιο φωτεινή και εύθυμα ρυθμική πτυχή να διέπει αυτό το νέο σας ηχογράφημα. Από που πηγάζει η εν λόγω κατεύθυνση;

Από το γεγονός ότι όλοι γύρω μου στις αρχές της κρίσης είχαν βουλιάξει σε ένα καναπέ και έκλαιγαν τη μοίρα τους. Κοίταξα τους Πατατοφάγους του Βαν Γκογκ και ένιωσα ότι πρέπει να ξαναπιάσω το ρυθμ μποξ και να κάνω επανεκκίνηση.

Στη “Χρυσαλλίδα”, φαίνεται πως στο επίκεντρο τοποθετείτε electro-pop, disco και funk συστατικά. Ποια ονόματα καλλιτεχνών αυτών των προσανατολισμών θα επιστρατεύατε ως αναφορές;

Αυτά τα στοιχεία που αναφέρετε είναι απλά μία φόρμα. Η φόρμα είναι φόρμα, τι να πει κάνεις γι’ αυτήν, δεν είμαι λάτρης του φορμαλισμού. Απλά χρησιμοποιώ αυτά τα είδη κάποιες φορές για να επικοινωνήσω με τον κόσμο.

Σε τι εξυπηρετεί μια ιδιαίτερα πλούσια και εξωστρεφής παραγωγή σε αντιδιαστολή με την ακουστική λιτότητα που παρατηρούταν στις προηγούμενες δουλειές σας;

Είναι μια αναφορά στη ματαιοδοξία του μεγάλου τίποτα. Επέλεξα αυτό τον ήχο γιατί θυμήθηκα τη θλιβερή δεκαετία του 1980, όπου η μουσική σκηνή είχε βαρύγδουπους μετά-ντίσκο ήχους και μιλούσε πάλι για αόρατες απειλές, την κατάρρευση των σχέσεων, για θανατηφόρες ασθένειες. Ήθελα να κάνω μια εξωστρεφή παραγωγή μιλώντας για μικρές, καθημερινές αλήθειες.

Έχετε κατά νου νέα κύκλο εμφανίσεων ή θα αργήσουμε να σας συναντήσουμε σε επί σκηνής παράστασή σας;

Φέτος το χειμώνα, κάθε Πέμπτη από τις 25 Οκτωβρίου θα εμφανίζομαι στην Απανεμιά, μια μικρή μπουάτ κάτω από την Ακρόπολη, όπου με δύο μουσικούς θα κάνουμε ένα ακουστικό σετ. Θα παρουσιάσουμε μαζί με τα παλιά μου τραγούδια και την “Χρυσαλλίδα” σε ακουστική μορφή. Ταυτόχρονα θα περιοδεύσουμε και σε άλλες πόλεις, όπου μπορούμε, ώστε να μας ακούσουν φίλοι μας.

Για τον επίλογο, αναφέρετέ μας μια πρόσφατη συναυλία που χαράκθηκε στη μνήμη σας;

Πήγα στον Morrissey στο Λυκαβηττό. Πέρασα πολύ όμορφα.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Imagine, στο τεύχος Οκτωβρίου του 2012.

Μία Δισκοπαθούσα Εξομολογείται #21: Μελεντίνη

Μελεντίνη

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, η Μελεντίνη που αποτυπώνει τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες είτε μοναχικά, είτε μέσα από διάφορα μουσικά σχήματα, καταγράφει τους λόγους για τους οποίους την συγκινεί το καθηλωτικό Slope του Steve Jansen, που πρωτοεκδόθηκε το 2007.

Το προφίλ της… δισκοπαθούσας κατ’ εμέ

Ορισμένες φορές κατά τις στιγμές που ψάχνεις λόγια για να συναρμολογήσεις τις εκφράσεις σου, έρχονται εκείνα και σε βρίσκουν, ευθέως και συντεταγμένα. Κάπως έτσι θαρρώ πως συνέβη όταν προσπάθησα να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου για το καλλιτεχνικό ποιόν της Μελεντίνης (αγγλιστί Melentini).

Ερχόμενος κανείς σε επαφή με τα ηχητικά πεπραγμένα της Μελεντίνης, αντιλαμβάνεται πως η ατμοσφαιρικότητα για εκείνη αποτελεί καίριο χαρακτηριστικό των όσων επιθυμεί να μεταδώσει. Κι είναι αληθινά λυτρωτικό που αυτή η ατμοσφαιρικότητα, με μια σχεδόν νουάρ αισθητική να την διακρίνει, καταφθάνει μέσα από έναν αυθορμητισμό, μια αμεσότητα και χαράσσει εξαίσια μια ευθεία γραμμή, η οποία διατρέχει κάθε δευτερόλεπτο ακρόασης των ακροαμάτων που προκύπτουν από τις ιδέες της εν λόγω τραγουδοποιού.

Πιάνεις των νήμα των όσων μόλις προείπα, ξεκινώντας από τις ημέρες της με τους Sequence Theory Project, δηλαδή της σύμπραξης της αποψινής καλεσμένης της Δισκοπάθειας με τον Wris Orpheus (Ριχάρδος Ορφέας König) και τον Κώστα Αντωνίου, κι άλλων guest συμμετεχόντων, σχήμα που διατηρεί από τo 2006 και το οποίο δισκογραφώντας έδωσε τρία αισθαντικά ηχητικά μνημεία. Μια τριάδα δημιουργημάτων συγκινητική, που μοιάζει να έχει ως μέλημα της και ίσως βασική της αρχή, την οικοδόμηση ενός ανατριχιαστικού περιβάλλοντος. Ο λόγος για ένα ένα αξέχαστο περιβάλλον, το οποίο απλώνεται γύρω και μέσα σου, προσιδιάζοντας σε μια έντονη ακουστική περιπέτεια, όπου αρχή, μέση και τέλος επικοινωνούν αλλάζοντας συχνά θέσεις, εν τέλει με ένα αρκούντως συναρπαστικό τρόπο. Σε αυτή την ακολουθία στιγμιοτύπων, η Μελεντίνη επιδίδεται σε φωνητικά παιχνιδίσματα που αμφιταλαντεύονται μεταξύ ιδιόμορφου παγανισμού και εύθραυστων καταθέσεων. Στο νου μου, ακούγοντάς την, σχηματίζει μια εικόνα που θέλει σιαμαίες την Kazu Makino (Blonde Redhead) και την Marissa Nadler ή τις αδερφές Casady (CocoRosie). Επιπρόσθετα, η ίδια πέρα από το στιχουργικό στίγμα, παραθέτει πιάνο, τρομπέτα και συνθεσάιζερ.

Στο επίκεντρο των συλλήψεων των Sequence Theory Project, συναντά, επίσης, κανείς μια ξεκάθαρη επιλογή του συγκροτήματος να τοποθετήσει πλάι πλάι ηλεκτρονικά και φυσικά όργανα, και να επωφεληθεί από τις ζυμώσεις και το καταστάλαγμα της αλληλεπίδρασης τους. Έπειτα από ένα σύνολο από ενδιαφέρουσες σκόρπιες ηχογραφήσεις τιτλοφορούμενο ως Whispers Of A Tree (2008) και το αληθινά αξιόλογο επίσημο EP τους Toyland (2010), ετοίμασαν ξανά  δυο χρόνια μετά  μια αντίστοιχη αλληλουχία διαλόγων, μα περισσότερο εύστοχη και επιτυχημένη από πριν, ανάμεσα σε φυσικά όργανα και ηλεκτρονικές παρεμβολές, στο καθαρτικό πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους, The Collapse Of Civilization.

Πρόκειται περί ενός ηχογράφηματος για το οποίο είχα ήδη εκφραστεί εκστασιασμένος στο παρελθόν, λέγοντας τα εξής (στα οποία δεν επιθυμώ να αλλάξω λέξη έως σήμερα): “Αναζητώντας επίκεντρο, σημεία αναφοράς και προσλαμβάνουσες, που καθόρισαν το μωσαϊκό ήχων της τρίτης τούτης αυτοοργάνωσης των Sequence Theory Project, προσανατολίζεται κανείς στον υποδειγματικό συγκερασμό επιβλητικότητας λυρισμού (εκ της κλασικής μουσικής, των jazz και ambient) και σκουρόχρωμης αστικής μελαγχολίας (μέσα από trip hop, dubstep, breakbeat, dub μοτίβα). Καθεμία από τις δώδεκα ηχητικές στοιβάδες του εγχειρήματος, διαμορφώνεται με γνώμονα την επίτευξη μιας δραματικής- κατά βάση- θεατρικότητας, που σε καθηλώνει μονομιάς και σε λυγίζει προοδευτικά. Οδηγός, η αξιοποίηση των ισχυρών δεσμών μεταξύ των συμβαλλόντων πλευρών του γκρουπ. Ήτοι, η γόνιμη διαδραστικότητα φωνητικών, πιάνου, συνθετητών και λοιπών πληκτροφόρων, καλίμπας, τρομπέτας, βιολιού, κιθάρας, μπάσου, ψηφιακών samples και ρυθμών.”.

Εξαιρετικό, πραγματικά, θα χαρακτήριζα και το περσινό και τρίτο πόνημα του προαναφερθέντος συνόλου, το EP με τίτλο Α Head Full Of Road. Εκεί θα σμίξεις με πιο φωτεινά χρώματα και με μια περισσότερο εύληπτη τραγουδοποιία με σαφείς ’80s νύξεις και ρετροφουτουριστικό μανδύα.

Στο μεσοδιάστημα, πριν και μετά από όλες τις παραπάνω δραστηριοποιήσεις, η Μελεντίνη κυκλοφορεί στα μουσικά πράγματα καταστρώνοντας τα αμιγώς προσωπικά της πλάνα. Ένα προ τετραετίας καταπληκτικό σόλο LP, Explosions Around, The Desert Inside, επιβεβαιώνει την συνθετική της ωριμότητα. Εδώ, ο πολυσχιδής ρόλος της συνθέτριας, στιχουργού και εκτελέστριας (με βοήθειες σε κάποια όργανα), δεν φαίνεται να την υπονομεύει. Αντιθέτως, η ίδια φτιάχνει τραγούδια ισορροπημένα, ευάερα και κλιμακωτά, που δεν χάνουν στιγμή τον ειρμό τους αφού θεμελιώνονται πάνω σε ένα συντονισμό των συστατικών που τα απαρτίζουν. Η έκβαση του εγχειρήματος είναι θετική, διότι η εμπνεύστρια αυτού δεν επενδύει στο να δώσει σε κάποια συνιστώσα του έργου της τα ηνία της διαδικασίας κατασκευής αυτού. Η φωνή, τα όργανα, οι στίχοι, κι αντιστοίχως οι μελωδίες και η ρυθμολογία έχουν την ίδια βαρύτητα στο όλον.

Η διαφορά τεχνοτροπίας, βέβαια, σε σχέση με την δραστηριότητά της με τους Sequence Theory Project, σχετίζεται με το ότι το ύφος της υποστηρίζεται ελάχιστα από ηλεκτρονικά όργανα και εξαρτήματα. Οι δομές του παρθενικού της προσωπικού δίσκου, μεταφέρουν καλαίσθητα μια μυσταγωγία συντεθειμένη από φολκ (ως σύμπλευση μεσογειακών, βαλκανικών αλλά και ιρλανδικών ιδιωμάτων), κλασικότροπες και τζαζ μουσικές φόρμες. Ακουστικά (κυρίως) όργανα, με προεξέχοντα τα έγχορδα και το πιάνο, καθορίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Στις ζωντανές της εμφανίσεις, δε, κερδίζει επικροτήσεις η εναλλαγή μεταξύ παραμυθένιου κλίματος και αστικών ηχοτοπίων.

Το τελευταίο της πόνημα, ένα σύνολο τεσσάρων κομματιών υπό το EP Λεωφόρος Εφιαλτών, επιφέρει μια ουσιαστική αλλαγή. Η γλώσσα αυτή τη φορά δεν είναι η αγγλική, αλλά η ελληνική. Το στοίχημα…, κερδισμένο, όπως στο μοναδικό ελληνόφωνο κομμάτι των STP, “Κύτταρα”, οι φθόγγοι δένουν, οι φωνητικές αρμονίες πιάνουν τον γλωσσικό σφιγμό, αιθέριες πομπές απλώνονται εδώ κι εκεί στο χώρο. Πιανιστικές κλιμακώσεις, ηλεκτρονικές περιπτύξεις από beats και bleeps υπεισέρχονται στην πορεία, η μελαγχολία στέκεται πλησίον της νοσταλγίας, οι αθέατες και συγχρόνως ολοφάνερες πτυχές των μεγαλουπόλεων μπλέκονται σαν κόμπους από στάχυα στον έναστρο ουρανό. Μια ακρόαση του κομματιού «Καβάντζα Ζωή», με τη μεταμεσονύχτια αχλή του, πείθει…

Παράλληλα, η κάτοικος Βερολίνου πια μουσικός συγκρότησε και τους The Running Blue Orchestra, μια αληθινά απολαυστική μπάντα nu jazz (κατά κύριο λόγο) προδιαγραφών. Το προαναφερθέν σχήμα καταλήγει σε μια νουάρ επιμειξία trip-hop, folk και ’60s ψυχεδέλειας (με την ευρεία έννοια του όρου), κατορθώνοντας να παρουσιάζει ένα φρέσκο πρόσωπο.

Η ίδια, θα συνθέσει και ηχητική υπόκρουση για ταινίες (βλέπε π.χ. Άφτερλωβ) και θεατρικά έργα, ενώ θα συμμετάσχει επιτυχημένα και σε εγχειρήματα άλλων μουσικών. O σπουδαίος Steve Jansen λ.χ. (των Japan, Nine Horses και Rain Tree Crow, και σημαντικός συνεργάτης του Davin Sylvian μεταξύ άλλων), για δίσκο του οποίου γράφει η Μελεντίνη στην παρούσα στήλη, της εμπιστεύτηκε μια θέση στους συμβάλλοντες στο εξαιρετικό περυσινό του άλμπουμ, Tender Extintion. Στο παρελθόν, ορισμένοι/ες θα την έχετε συναντήσει και σε credits εγχώριων δίσκων των Universe217, Παύλου Παυλίδη & B-Movies, Mani Deum, Blue Square… Ενώπιος ενωπίω μαζί της μπορεί να βρεθεί κανείς ως θεατής/ακροατής στις ζωντανές εμφανίσεις του Theodore, μιας και εκείνη αποτελεί μέλος του γκρουπ μουσικών που συνοδεύει συναυλιακά τον τελευταίο.

Δισκογραφικά ή συναυλιακά μιλώντας, στις στουντιακές της ή τις ζωντανές της παραστάσεις, η Μελεντίνη ενδύεται με και μεταδίδει μια μοναδική σαγήνη.

…και τα λόγια τής ίδιας για τον αγαπημένο της δίσκο

Steve Jansen
[Steve Jansen: Slope – Samadhisound, 2007]

Ένας απ’τους δίσκους που έχω ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια είναι το Slope του Steve Jansen-ιδρυτικού μέλους των Japan. Το Slope είναι ο πρώτος σόλο δίσκος του μετά τους Νine Horses ως παραγωγός και ύστερα από μια σειρά συνεργασίες με σημαντικούς μουσικούς της παγκόσμιας σκηνής. O δίσκος αποτελείται από 12 κομμάτια και περιλαμβάνει συμμετοχές των David Sylvian, Tim Enselburg, Anja Garbarek και Τhomas Feiner.

Πολύ αγαπημένο μου κομμάτι απ’ το συγκεκριμένο δίσκο είναι το “Playground Martyr’s”, το οποίο έχει συγκλονιστικές παύσεις και μία πολύ ουσιώδη μινιμαλιστική σύνθεση, στοιχείο που ακολουθεί όλος ο δίσκος, με το αργό πιάνο και τη φωνή του Sylvian σαν πληγωμένου παραμυθά.

To “Grip”, που είναι το πιο έντονα ηλεκτρονικό κομμάτι του δίσκου, έχει αυτές τις βραχνές τρομπέτες που με γοητεύουν ιδιαίτερα ανάμεσα στα κρατσανιστά samples και σε μια τυχαία μικρή μελωδία του πιάνου, κι όλα μαζί σε μια ασυμφωνία που όμως δένει υπέροχα σαν το σάουντρακ κάποιας σκηνής.

Το “Sow The Salt” ενορχηστρωμένο με τα έγχορδα της Βratislava Μovie Οrchestra είναι ένα κομμάτι αργόσυρτο σα μια southern μπαλάντα, με την εύθραυστη φωνή του Τhomas Feiner που σε κάνει να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε ένα ξεθωριασμένο πύρινο τοπίο στην έρημο.

Όλος ο δίσκος κινείται σε μια αστική μελαγχολία που εναλλάσσεται σε γήινο όνειρο, παραίσθηση, ψηφιακό τοπίο με ετερόκλητα μεταξύ τους σε ύφος τραγούδια. Η μουσική του Jansen με ελκύει γιατί έχει ένα σκεπτικισμό, μια νηφαλιότητα και παράλληλα μια εσωτερική και ειλικρινή κατάθεση που προέρχεται από έναν καλλιτέχνη με μεγάλη πορεία στα μουσικά πράγματα και εξευγενισμένη αισθητική στην παραγωγή ηχοτοπίων. H χρήση των πνευστών γίνεται με μια λεπτή χρήση της αρμονίας, οι ατμόσφαιρες με τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς ανάμεσα σε διάφωνα διαστήματα ελίσσονται σα να ακούγονται μέσα σε νερό και τα έγχορδα έχουν καταλυτικό ρόλο, τόσο μέσα στην ενορχήστρωση ως ensemble, όσο και στα σημεία που η δομή είναι ακαθόριστη και ακούγονται ως ηχοχρώματα.

Συνολικά το άκουσμα αυτού του δίσκου είναι ζωτικής σημασίας για μένα καθώς οι αρετές του Jansen, ενός ντράμερ/ πολυοργανίστα/ συνθέτη/ παραγωγού και δη αυτοδίδακτου μουσικού ανέδειξαν πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν επίσης τη μουσική των αγαπημένων μου καλλιτεχνών, όπως Radiohead, Aphex Τwin, Autechre, Boards of Canada, Soap and Skin κ.ά. To Slope είναι μάλλον απ’ τους δίσκους που δεν έχουν συγκεκριμένη διάθεση αλλά είναι υποβλητικοί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και αν τύχει να ακούσεις κάποιο απ τα κομμάτια του κάπου τυχαία σίγουρα θα κάνεις την ερώτηση “Πολύ ωραίο αυτό, τι είναι;”.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Φωτογραφία Μελεντίνης στο άρθρο: Τένια Δημακοπούλου