25 Χρόνια μετά το Selected Ambient Works 85-92

Selected Ambient Works

Στο κομβικό σημείο όπου η γόνιμη εκκεντρικότητα σμίγει με μια πολυσχιδή ευφυΐα, στήθηκε ο δημιουργικός οίστρος του Aphex Twin.

Όταν το εισιτήριο βγήκε δίχως επιστροφή πίσω στο 1991, θαρρείς πως ο Richard David James γνώριζε το μέγεθος του αντίκτυπου που θα πυροδοτούσε ο εκφραστικός του αναβρασμός. Απ’ τα δεκατέσσερά του χρόνια καλλιεργούσε μια αχαλίνωτη δημιουργικότητα, η οποία έμελλε να αποτυπωθεί στο σπουδαιότερο έως σήμερα τεχνούργημά του. Υπό την καλλιτεχνική προέκτασή του, Aphex Twin, καταθέτει ένα άλμπουμ που ξεσκονίζει δυο δεκαετίες (τα ’70s και τα ’80s) ηλεκτρονικών πειραματισμών, μεταπλάθοντας τα ερεθίσματα και τα πρότυπά του σε πρωτόγνωρες ηχητικές ενδοσκοπήσεις. Ως φυσικό επακόλουθο, θα επηρεάσει αξιοθαύμαστο σε ευρύτητα φάσμα μουσικών, με αποτέλεσμα να έρθουν εν συνεχεία στο φως ηχογραφήματα με εξαιρετικά ενδιαφέρον περιεχόμενο. Βλέπετε, η electronica του με το εκκεντρικό περιβάλλον δύναται να σε στείλει σε ποικίλα σημεία του ορίζοντα.

Η καθοριστική και οριακή, το δίχως άλλο, συμβολή του Selected Ambient Works 85-92 αντανακλάται στην αέναη κίνηση που τίθενται το πνεύμα και το σώμα. Σαν να τραβάς μια νοητή γραμμή απ’ τη στιγμή που εκκινεί η ακρόασή του και από κάτω να σημειώνεις διαδοχικά τις αντιδράσεις σου. Ανασύρεις, λοιπόν, απ’ το θυμικό την πρώτη φορά που άκουσες το “By This River” του Brian Eno πλάι στις αχανείς πεδιάδες πραότητας των Tangerine Dream και τη συνδέεις άρρηκτα με τις ιδροκοπημένες αναμνήσεις των νυχτερινών σου εξορμήσεων. Εξ ου κι οι περιγραφές του κλίματος που έκαναν λόγο για ambient techno και εν γένει για ένα νευραλγικό κρίκο της ευφυούς χορευτικής μουσικής (IDM).

Όσοι από εμάς δεν “βιώσαμε” εγκαίρως τις οργασμικές ηχητικές συνευρέσεις στο Detroit λίγο πριν και ύστερα απ’ την αυγή των ’90s, θα κοπιάζουμε ξανά και ξανά στις γωνίες του δίσκου. Παράλληλα, θα διασταυρωνόμαστε με το άγρυπνο γερμανικό βλέμμα και την αυστηρή τευτονική μετρονομία των Kraftwerk που θα κλιθούν ώστε να εμποτίσουν ξανά και ξανά τα παρόντα synth pop σχήματα.

Η μουσική του Aphex Twin διακατέχεται από μια σπάνια θαλπωρή για τη μηχανιστική της φιλοσοφία. Φροντίζει να αγκαλιάσει με θέρμη τον αποδέκτη, ακόμα κι αν μετέρχεται κατεξοχήν άψυχα μέσα. Κι εκεί εδράζεται η ουσιαστική αξιοποίηση των όσων έχει στα χέρια του ο δημιουργός. Το άψυχο λαμβάνει άμεσα ψυχή, το ψυχρό μετατρέπεται μονομιάς σε θερμό, το κάδρο δεν είναι πια περιορισμένο, έχει μια απέραντη επιφάνεια να καλύψει. Και θα την συμπληρώσει με επιβλητική καλαισθησία.

O Aphex Twin έχει εμπεδώσει τη λεπτεπίλεπτη μελωδικότητα και την παρεμβάλλει μεταξύ των υποβλητικών κι αλλοπαρμένων ρυθμικών του συλλήψεων. Αδράξτε την στο συναρπαστικό εναρκτήριο “Xtal”, με τα αφαιρετικά γυναικεία house φωνητικά να δείχνουν το δρόμο ακόμα και στο chillwave κίνημα των ημερών μας. Χορέψτε την ανάμεσα στα βαθιά synths και τη γκρούβα του “Ageispolis”. Χαθείτε στο εσωτερικό της χάρις στο breakbeat του “Heliosphan” και το αινιγματικά κυκλικό “Hedphelym”. Θυμηθείτε πως το lounge, ως ηχητική έννοια, υπήρξε κάποτε καλοδεχούμενη άφιξη (“We Are The Music Makers”). Κι αν η πορεία του AP σας εξέπληξε, εκεί θα βρείτε συνθέσεις (“Schottkey 7th Path”) που ακόμα κι ένας μοντέρνος κλασικός συνθέτης θα ζήλευε. Εξάλλου, τα ψήγματα κλασικής μουσικής θα λάβουν περισσότερο τα ηνία σε μετέπειτα εγχειρήματα του Βρετανού, βλέπε το φερώνυμο άλμπουμ του τέσσερα χρόνια μετά.

Για να μην μακρηγορεί κανείς, θα μπορούσε πράγματι να καταλήξει στο ότι μοτίβα όπως αυτό της σύμπραξης βιομηχανικού ρυθμού και ambient ευαισθησίας στο “Green Calx”, του μινιμαλιστικά αναπτυσσόμενου “Tha” και των κλαμπ φαντασιώσεων του “Delphium”, αποτελούν σημεία εστίασης για όποιον εξέφρασε ανησυχίες για το προς τα πού τράβηξε το ηλεκτρονικό ρεύμα της μουσικής απ’ τα 90s και δώθε. Μη γελιέστε, το Selected Ambient Works 85-92 βρίσκεται στην υπηρεσία μας μια εικοσαετία ολάκερη.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2012 στο mixtape.gr, με αφορμή, τότε, τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την κυκλοφορία του δίσκου.

Advertisements

Zenerik: Krautjazz ελευθεριότητα

zenerik yenesis

Αυτό που εντυπώνεται αβίαστα στο μυαλό καθώς περνούν από μπροστά σου οι ηχητικές επιδόσεις των Zenerik κατά τη διάρκεια του προ διετίας ντεμπούτο LP τους (κι ένα από συναρπαστικότερα εγχώρια άλμπουμ του 2015 για τη Δισκοπάθεια), Yenesis, είναι η ικανότητά τους να διαχειρίζονται τις ιδιαιτερότητες όχι μόνο της κάθε σύνθεσής τους ξεχωριστά, αλλά κι εκείνες που αφορούν τα διαδοχικά μοτίβα μέσα στην εκάστοτε σύνθεση.

Με υβριδική jazz-rock αισθητική, προοδευτική λογική και συγκρατημένη αναρχία που αγκαλιάζουν τις μουσικές μνήμες της Ηπείρου, το Bitches Brew στυλ του Miles Davis και τις free jazz παραφυάδες, την ευρύτερη ψυχεδελική θεώρηση στην prog rock νοοτροπία των ’70s και την krautjazz παρακαταθήκη της ίδιας δεκαετίας (βλέπε σχήματα όπως οι Annexus Quam, οι Out Of Focus και οι Cornucopia), καταλήγουν εκστατικά σε απρόοπτες κλιμακώσεις. Στα πέντε μέρη που ορίζουν το Yenesis, γινόμαστε κοινωνοί μιας ελεύθερης εκφραστικότητας που σε απορροφά τόσο στις ενδοσκοπήσεις, όσο και στις εκρήξεις της.

Το γκρουπ απαντά, μέσω της Λίνας και εμπνεύστριας του πρότζεκτ, στις ερωτήσεις της Δισκοπάθειας, δίνοντας μερικές κατευθυντήριες γραμμές για το ποιόν του.

Πότε και σε ποια πόλη πατήσατε το κουμπί της εκκίνησης για το πρότζεκτ σας;

Το κουμπί εκκίνησης πατήθηκε τον Νοέμβριο του 2012 και τελείωσε τον Ιούνιο του 2013 στην Αθήνα.

Από πού πηγάζουν τα ερεθίσματα που διαμόρφωσαν κατά κύριο λόγο τον ηχητικό σας προσανατολισμό;

Τα ερεθίσματα που διαμόρφωσαν τον ηχητικό μας προσανατολισμό είναι η παράδοση, η τζαζ, η blues, η ψυχεδέλεια και η πρωτοπορία.

Δίνετε την εντύπωση ενός σχήματος που επενδύει στην ποικιλομορφία, διότι δεν επικεντρώνεστε στο να αποδώσετε εντός ενός συγκεκριμένου μουσικού πλαισίου. Τι σας ωθεί να εμφανίζεται αυτή η συμπεριφορά;

Η ελευθερία κατά κύριο λόγο. Μας αρέσει η μουσική να έχει αυτά τα στοιχεία του απρόοπτου και του άναρχου ώστε να μην περιορίζεται σε συγκεκριμένες φόρμες και καλούπια.

Πίσω από τις συνθέσεις του παρθενικού σας άλμπουμ υφίστανται κάποιες ιστορίες/αφετηρίες, ή όλες τους αποτελούν εξ ολοκλήρου προϊόν αυτοσχεδιασμού;

Το άλμπουμ είναι καθαρά βιωματικό. Στην Ελλάδα της τελευταίας πενταετίας, όπως πολλοί άλλοι, έτσι κι εμείς κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε αιφνίδιες και δύσκολες καταστάσεις. Κάπως έτσι, μετά από ένα προσωπικό σοκ, έγραψα και το yenesis. Με τη βοήθεια φίλων και με περιορισμένα μέσα προχωρήσαμε στην ηχογράφηση του.

Τα πέντε κομμάτια είναι μια αλληλουχία συναισθηματικων καταστάσεων ύστερα από ένα προσωπικό σοκ: Fear, Confusion, Realization, Acceptance, Deliverance. Μια απόπειρα αυτοανάλυσης. Μια εφιαλτική διαδρομή απορρύθμισης και ανασφάλειας, που κορυφώνεται στο τελευταίο track όπου τα σπασμένα κομμάτια σιγά-σιγά μαζεύονται, η δομή και η αρμονία επανέρχονται και τα συναισθήματα γίνονται οριακά θετικά.

Τι μηνύματα μεταφέρει ο τίτλος του δίσκου σας “Yenesis”;

Έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με αυτό που ονομάζουμε δημιουργία και σε όλες τις εκφάνσεις της.

Νιώθετε όμορφα μέσα σε μια τζαζ ελευθεριότητα, σαν αυτή που κάνει την εμφάνισή της στο ντεμπούτο LP σας; Σας παρέχει αυτή η ελευθεριότητα ανοιχτό πεδίο δράσης, λειτουργώντας ως εφαλτήριο;

Ναι, μας αρέσει η ελευθεριότητα αυτί γιατί δεν μας περιορίζει σε κανόνες με αποτέλεσμα να δημιουργούμε την δική μας μουσική και τον δικό μας ήχο.

Στο ύφος σας συναντά κανείς παραστάσεις και μνήμες από την γερμανική ηχητική πραγματικότητα των ‘70s (krautrock/kosmische music κλπ). Υπάρχουν καλλιτέχνες/σχήματα και δίσκοι αναφοράς για σας που εντοπίζονται σε αυτήν (την πραγματικότητα); Θα βάζατε το πρόθεμα kraut δίπλα σε αυτή της jazz για να χαρακτηρίσετε το στυλ γραφής σας;

Πολλοί μας λένε ότι ο ήχος μας είναι κοντά σε αυτά τα είδη μουσική. Εμείς αγαπάμε την καλή μουσική και της καλές ιδέες, όπως ο Στόκχάουζεν, Amon Düül, Embryo, Out of Focus κλπ. Δεν ξέρουμε αν θα βάζαμε το πρόθεμα kraut δίπλα σε αυτό της jazz για να αυτοπροσδιοριστούμε, σίγουρα όμως αυτό που επιδιώκουμε φυσικά είναι μια αυθεντική, βιωματική κατάθεση.

Τι σημαίνει να δραστηριοποιείται κανείς καλλιτεχνικά σε μια περίοδο εκτεταμένης ύφεσης σαν και αυτήν που διέρχεται η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες (χώρες);

Το μόνο σίγουρo είναι οι πάρα πολλές δυσκολίες. Δυσκολίες πάσης φύσεως από οικονομικές μέχρι ψυχικές, που σημαίνει ότι με ένα πολύ μικρό budget να πρέπει να παράξεις ένα έργο και μέσα σε μια ατμόσφαιρα όχι και τόσο ευνοϊκή εντός και εκτός συνόρων.

Πως διαφαίνεται το μουσικό τοπίο στη χώρα και τι ανταπόκριση προσδοκάτε να συναντήσει ένας δίσκος όπως ο δικός σας που ξεφεύγει απ΄ τα mainstream πλαίσια;

Έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους κρίσης οι άνθρωποι αναζητούν αυτό που θα λέγαμε την «ουσία» των πραγμάτων και όχι το περιτύλιγμα, για αυτό και βλέπουμε να ξεπηδούν αρκετές καλές δουλειές και τον κόσμο να ανταποκρίνεται σε αυτές. Ελπίζουμε στο σωστό ένστικτο του κόσμου.

Ποιο format ήχου σας αντιπροσωπεύει περισσότερο και γιατί;

Προτιμούμε το βινύλιο και για αυτό το εκδώσαμε και στα δύο format, βέβαια υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή για όποιον ενδιαφέρεται. Μας αρέσει ηχητικά και αισθητικά το βινύλιο πάρα πολύ, μιας και είμαστε και εμείς συλλέκτες βινυλίων, όμως έχουμε ζήσει το μεταβατικό στάδιο του αναλογικού σε ψηφιακό ήχο και επειδή η χωρητικότητα του δίσκου είναι μικρότερη το εκδώσαμε και σε CD με 3 extra tracks.

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #22: Χρήστος Παπαδάκης (Tendts)

Cheap Poetry

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Χρήστος Παπαδάκης και 1/2 του ηλεκτρονικού ντουέτου των Tendts ανασύρει σκέψεις και συναισθήματα που του προκαλεί το-πρωτοκυκλοφορημένο το 1980- Remain In Light των Talking Heads, μέσα από ένα ξεκαρδιστικό διάλογο…

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ο Χρήστος Παπαδάκης αποτελεί τον έναν από τους δύο συνδετικούς κρίκους στην αλυσίδα που τιτλοφορείται ως Tendts. Πρόκειται για ένα δίδυμο ηλεκτρονικής μουσικής από τη συμπρωτεύουσά μας, το οποίο συμπληρώνει ο αδερφός του Χρήστου, Φώτης.

Ένα ντουέτο, το οποίο από τις πρώτες ημέρες, πίσω στο 2012, που δημοσιοποίησε τη δράση του μέσα από το 12″ EP Slow Years, δεν υπηρετεί ρητά κάποιου είδους τεχνοτροπία και ύφος. Αντιθέτως, μοιάζει να επισκέπτεται ποικίλους χώρους εντός αυτού και γύρω από αυτό που ευρύτερα εκλαμβάνουμε ως electronica. Αυτή η ροπή τους προς μια ηχητική διάλεκτο πλατιά και ποικιλόμορφη έχει καθοδηγήσει τους Tendts σε αληθινά όμορφες και συναρπαστικές ηχητικές περιπέτειες. Περιπέτειες που, δεν λένε να κοπάσουν μέχρι τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές.

Οι εν λόγω Θεσσαλονικείς, προσδίδουν στην πολυσυλλεκτικότητά τους διάφορους «χρωματισμούς», οι οποίοι απορρέουν από ανάλογα συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις. Πότε επενδύουν τις ιδέες τους με έκδηλη χαρά, κάνοντάς τες να ηχούν σαν προδιάθεση ξεφαντώματος, πότε τις φιλτράρουν υπό ένα πρίσμα νοσταλγίας ωθώντας τον ακροατή/την ακροάτρια σε μια «επίσκεψη» στο παρελθόν του/της, και πότε απλώς επιτρέπει στις σκέψεις να «τρέχουν» μέσα σε μια ράθυμη ξεγνοιασιά. Κι αν πρέπει να κατασταλάξω σε ένα χαρακτηρισμό που θα ήταν αρκούντως περιγραφικός για τα όσα πράττουν στη μουσική τους τα προκείμενα αδέρφια, τότε θα υποστήριζα ότι η μουσική τους είναι… κατά περίσταση χορευτική. Διαπίστωση που, εν τέλει, σου εντυπώνεται συμπεριλαμβανομένων και των εναλλαγών που επιλέγουν οι Tendts να εφαρμόσουν στη ρυθμολογία των συνθέσεών τους.

Μια κατεξοχήν οργανική ηλεκτρονική άποψη leftfield κοπής (σύμφωνα με την ’90s ορολογία) και με τη μελωδικότητα να κυριαρχεί, με λίγες προσθήκες «πειραγμένων¨ και ενίοτε αιθέριων- όχι, πάντως, με την… cheesy έννοια- φωνητικών μερών, είναι αυτή που καταθέτουν οι Tendts. Άποψη, η οποία θαρρώ πως άπτεται του γούστου και της αισθητικής ανθρώπων που αναζητούν εκεί έξω μια εύληπτη ηχητική αγκαλιά, ήτοι ευκολομνημόνευτες στιγμές που δεν είναι περιοριστικές και εν πολλοίς συντεθειμένες από συγκεκριμένα στοιχεία.

Στο ηχογραφημένο υλικό του σχήματος, συναντά κανείς μια σύζευξη συστατικών από τα γενικότερα ιδιώματα της house, της techno, της dub, της synth/electro-pop, της ambient electronica, της hip hop,  κ.α., που ανά διαστήματα θα περιδιαβούν στιγμές από τη δισκογραφία του Four Tet, του Caribou, καθώς και ονομάτων της Warp Records, όπως ο Aphex Twin και οι Boards Of Canada. Σε κάθε περίπτωση, οι Tendts απλώνουν εμπρός του δέκτη μια πραγματικά απολαυστική πολυχρωμία. Καταλήγεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κερδίζοντας όμορφες αναμνήσεις μέσα από την ευθύτητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό που εκδηλώνουν οι μελωδίες και οι ρυθμοί του πλέον ολοκληρωμένου έως σήμερα δημιουργήματος του γκρουπ, του LP τους ονόματι Cheap Poetry, το οποίο κυκλοφόρησε το 2015. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν, μια, επίσης, αξιόλογη κατάθεση, η συλλογή συνθέσεων με τον εύγλωττο τίτλο Accept Failure As Part Of The Process, στην οποία οι αδερφοί Παπαδάκη αποτίουν φόρο τιμής στους ήρωές τους William S. Burroughs, Vito Acconci, Οδυσσέα Ελύτη, Joseph Beuys, Γιώργο Σεφέρη και την οποία παραχωρούν δωρεάν.

Ανάλογη συνθήκη κολλητικών electro στιγμιοτύπων με αυτή που περιγράφηκε πρωτύτερα, διαπνέει και τα δύο εφετινά EP τους, με το 12″ It’s Everywhere να ξεχωρίζει, ενώ η κασέτα του 3431 Years πέρα από δύο πρωτότυπα κομμάτια περιλαμβάνει και remix αυτών από Kid Flix και Bonebrokk. Είναι, όμως, κι η συμμετοχή (μεταξύ άλλων καλλιτεχνών) των Tendts στην προ τετραετίας συλλογή Finest Ego: Faces 12″ Series Vol. 5  που δίνει ακόμη περισσότερες κατευθυντήριες γραμμές για το ποιόν τουςΣτο συγκεκριμένο μέρος της σημαντικής συλλογής, στην οποία φιλοξενούνται αισθαντικά και ατμοσφαιρικά δείγματα μιας – κατεξοχήν– αστικής electronica που σβήνει αργά μέσα σε ένα πέλαγος συναισθηματισμού, παραγόμενη από διάφορους φερέλπιδες δημιουργούς ανά τον κόσμο, οι Tendts παρουσιάζουν πιο ατμοσφαιρικές και σκοτεινές πτυχές της τεχνοτροπίας τους, διασχίζοντας εντυπωσιακά και dubstep (στην… πλευρά των Darkstar και του Burial) περιοχές.

Μπείτε…

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Remain In Light
[Talking Heads: Remain In Light – Sire Records, 1980]

– Ωχ ρε φιλέ, και τι έγινε;
– Λοιπόν, αυτή η φαγούρα που ένοιωθα στο λοβό του δεξιού αυτιού μου το βράδυ της περασμένης Τρίτης, δεν ήταν τυχαία ρε μαλακά. Αλήθεια σου λέω. Το έψαξα, το πρωί της Τετάρτης σηκώθηκα έβαλα τις πιο χαλαρές και πελώριες φόρμες μου, ένα ποτήρι δροσερό ανθρακούχο νερό, και καθαρό σώβρακο. Άφησα την μπαλκονόπορτα ανοιχτή γύρω στα δέκα εκατοστά, τόσο περίπου έλεγαν οι οδηγίες, και έμπηξα μια δισκάρα να παίζει στο πικάπ.
– Ποια δισκάρα;
– Έ ρε δεν θυμάμαι τώρα, αλλά ήταν δισκάρα. Είμαι σίγουρος.
– Ναι καλά, ναι καλά, ψέματα! Σε ξέρω οχτακόσια χρόνια, γιατί πρέπει να ακούω όλες αυτές τις σαχλαμάρες; Σε ξέρω από τότε που έτρωγες τις μύξες σου και έλεγες ότι είχαν γεύση δρακουλινια. Πες τα ψέματα σου σε κάποιον που δε σε ξέρει. Είσαι μεγάλος μπουρδολόγος! Ό,τι και να πεις από έδω και περά είναι μπούρδες, Μπούρδες, μπούρδες!
– Μα σου λέω, θα συμβεί κάτι απίθανο στη συνεχεία.
– Ουστ ρέ!!! Ούξοοοο, που λέγαν και οι μπασμένοι ενεργειακοί βρικόλακες.
– Σε παρακαλώ!
– Ούξοοοο!
– Σε παρακαλώ πολύ! Μη μιλάς έτσι για τα παιδιά!
– Πρώτον, μη μου ξανά υψώσεις τον τόνο της φωνής σου. Δεύτερον, μη γουρλώνεις τα μάτια σου γιατί νομίζω ότι θα χυθούν σαν ξεχειλωμένα στήθια γριάς. Τρίτον, θα πω στον Κωστάκη τι έκανες προχθές στην καφετιέρα του.
– Δεν έκανα τίποτα. Ό,τι και αν νομίζεις ότι έκανα… Μάλλον το φαντάστηκες. Κάνεις δε θα σε πιστέψει, διότι όλοι ξέρουν ποσό φαντασμένος είσαι! Τέλος πάντων. Ξαπλώνω στο κρεβάτι που λες και αρχίζω να χαϊδεύω απαλά, αισθησιακά το λοβό μου.
– Είσαι σίχαμα. – Σταδιακά νοιώθω ότι εισχωρώ και εισέρχομαι σε μια άλλη διάσταση. Το ήξερα, το περίμενα, το είχα διαβάσει στις οδηγίες αλλά αυτό που βίωσα ήταν απίθανο. Τα πράγματα γύρω μου, το ίδιο μου το σπίτι, δονούταν και κινούταν. Το κορμί μου έγινε πιο ελαφρύ, άρχισα να αιωρούμαι. Από την μπαλκονόπορτα που είχα αφήσει ανοιχτή μπήκε μπόλικο φως. Όλο το δωμάτιο, όλο το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο με φως που σχεδόν με τύφλωνε. Από κάπου μακριά, σιγά σιγά άκουγα μουσική.
– Το βινύλιο θα ήταν.
– Δε ξέρω.
– Τι δεν ξέρεις ρε ψεύτη!
– Η μουσική έγινε πιο ξεκάθαρη, ρυθμός, γκρουβ, κρούστα, κιθάρες και φωνές. Προσπάθησα να εστιάσω την προσοχή μου στις φωνές, να καταλάβω τί λένε. Ήταν σαν κάποιος να έκανε κήρυγμα. Άλλες φορές μπορούσα να βγάλω κάποιο νόημα, άλλες φορές όχι. Καταστάσεις που βιώνουμε, ίσως αναφορές σε πολιτική, ξέρεις τέτοια πράγματα και θεματικές που μας αφορούν όλους. Άλλες φορές άκουγα αρλούμπες, δεν καταλάβαινα Χριστό. Όσο πιο πολύ εστίαζα τη προσοχή μου, τόσο πιο κοντά έρχονταν οι φωνές, αλλά και οι μουσικές. Αχ αυτές οι μουσικές. Ένοιωθα όλο και πιο όμορφα, όχι γαλήνια, όμορφα. Οι φωνές σταδιακά έγιναν μια φωνή. Μια ανδρική φωνή. Ωραία, λίγο περίεργη, αλλά αρρενωπή… έτσι με κυρός.
– Το κήρυγμα έπαιζε ακόμα; – Ναι, ναι, σταματά να με διακόπτεις! – Ποιανού ήταν η φωνή; Ποιος έκανε το κήρυγμα;
– Μια ανδρική φιγούρα έβλεπα να ξεπροβάλλει μέσα από το φως, δεν μπορούσα να διακρίνω. Σταμάτησα να την προσέχω, η μουσική με είχε συνεπάρει, οι funk ρυθμοί και τα κρούστα που ξεπετάγονταν από όλες τις κατευθύνσεις, από παντού γύρω μου. Άρχισα να κουνιέμαι διστακτικά, αλλά με νεύρο. Ήμουν χορευτής πλημμυρισμένος στο φως.
– Σιγά ρε μπαλαρίνα του Ντεγκά. Ξέρω ποιος έκανε το κήρυγμα. Ο Κάπτεν Πλάνετ.
– Αλήθεια ρε φιλέ, χόρευα πολύ ωραία και ταυτόχρονα αιωρούμουν!
– Αποκλείεται να χόρευες ωραία. Είσαι τσιμεντένιος. Μήπως θυμήθηκες ποιον δίσκο έβαλες τελικά;
– Όχι. Νοιώθεις καθόλου τη στιγμή; Καταλαβαίνεις τι μαγικό συνέβη;
– Δεν με νοιάζει!!! Ο φωνακλάς που έκανε το κήρυγμα, ποιος ήταν; Tον ειδές;
– Ξεκόλλα… Δεν ήταν ακριβώς κήρυγμα και δεν έχει σημασία, που να άκουγες τις μουσικάρες!
– Ο Kάπτεν Πλάνετ ήταν στα σίγουρα.

|>| Στήσε αυτί |<|