Μία Δισκοπαθούσα Εξομολογείται #16: Matina Sous Peau (Ματίνα Σουπώ)

my drunken haze

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, η Matina Sous Peau-ψευδώνυμο της Ματίνα Θρουμουλοπούλου, το οποίο προφέρεται Ματίνα Σουπώ!- που τραγουδάει στο αθηναϊκό συγκρότημα My Drunken Haze και παράλληλα επιδίδεται σε ευφάνταστα (ζωντανά και μη) mashups μουσικών κομματιών και εν γένει ιδιοσυγκρασιακά dj sets, μας μεταφέρει την ευχάριστη και μοναδική έκπληξη που δοκίμασε και δοκιμάζει ακούγοντας το Third των Portishead.

Το προφίλ της… δισκοπαθούσας κατ’ εμέ

Μέσα σε μια εκτεταμένη αναζήτηση ήχων που εκ πρώτης άλλοτε μοιάζουν συγγενικοί μεταξύ τους και άλλοτε παντελώς μακρινοί, η Ματίνα Θρουμουλοπούλου στήνει τις μουσικές της συντεταγμένες ως βασική τραγουδίστρια του ψυχεδελοποπ σχήματος των My Drunken Haze (με έδρα την Αθήνα), ως συμμετέχουσα μουσικός σε πλήκτρα, βιολί και φωνητικά σε δουλειές άλλων δημιουργών (Monitor: Τραγούδι του Υδρογόνου [2007], Papercut: s/t [2010] & Pockets Of Silence [2015]Dusk: The Debut Of Crossing The Lines [2014]) και ως dj. Σε όλες τις ηχητικές δραστηριότητές της, εκφράζεται κυρίως με το προσωνύμιο Matina Sous Peau (Ματίνα Σουπώ, ή Ματίνα Σου Πω, ή πληρέστερα, Μα τι να σου πω!).

Ως ερμηνεύτρια των συνθέσεων του γκρουπ της, η Ματίνα ωθεί αυτές (τις συνθέσεις) πότε σε ευδιάθετους φωνητικούς κυματισμούς με 60s ευωδιές, που δηλώνουν απερίφραστα την προτίμησή τους προς το ξεφάντωμα, και πότε σε ονειρικές περιστάσεις που αποκρυσταλλώνουν μια μελαγχολική κυρίως διάθεση, δίχως επίπλαστες δραματουργίες. Βλέπετε, η παρουσία της πίσω από το μικρόφωνο του εν λόγω εξαμελούς συγκροτήματος στέκεται απολύτως επαρκής και τις περισσότερες φορές αρκούντως προωθητική για τις ανάγκες και τους στόχους των συλλήψεων αυτών. Με λιτές, πλην όμως ευέλικτες φωνητικές αναπτύξεις και κινήσεις του σώματος, η Ματίνα εκφράζει το στιχουργικό και γενικότερα το μουσικό αποτύπωμα των My Drunken Haze, είτε αυτά παρίστανται στις στουντιακές, είτε στις ζωντανές εκτελέσεις των κομματιών τους.

Είναι εμφανές και ευχάριστο, το ότι η εξέλιξη που παρουσίασαν οι M.D.H στο περσινό φερώνυμο ντεμπούτο τους LP (κυκλοφορημένο από την Inner Ear), έπειτα από αρκετές ζωντανές εμφανίσεις και μεμονωμένες ηχογραφήσεις, οφείλεται και στην δουλειά της σημερινής καλεσμένης της Δισκοπάθειας. Tο συγκρότημα που μέχρι τότε προσέφερε ένα πραγματικά ικανοποιητικό μίγμα ψυχεδέλειας με πολύχρωμες μνήμες από τη δεκαετία του 1960 και την αιθεροβατούσα κιθαριστική ποπ των 90s (την αποκαλείς και shoegaze/dream pop, για να καταλαβαινόμαστε), κατέθεσε και εξακολουθεί μετά το ολοκληρωμένο του άλμπουμ να καταθέτει ένα κατασταλαγμένο υφολογικό αποτέλεσμα που ακούγεται εξόχως απολαυστικό.

Μέσα από την ιδιότητα της dj, τώρα, η Ματίνα μιξάρει τις εμμονές της δίχως να προσκολλάται σε εφήμερα hit. Κατά πως φαίνεται, την απασχολεί η διαφορετικότητα του κάθε κομματιού και όχι το πως αυτό (το κομμάτι) μπορεί να «λάμψει» μέσα από ένα συγκεκριμένο είδος ή ιδίωμα, στο οποίο αναγκαστικά πρέπει να ανήκει. Στην ουσία, η ίδια στήνει τα set της χωρίς να νοιάζεται για προς τα ποια κατεύθυνση θα τραβήξουν. Θα έχουν ροκ, ποπ ή ηλεκτρονικό στίγμα; Θα πιάσουν το σφυγμό της εποχής, ακολουθώντας την ανοδική πορεία που έχει κάποιο κατασκευασμένο trend ή ρεύμα; Η Ματίνα δεν θα σπεύσει να απαντήσει σε καμία από τις παραπάνω ερωτήσεις.

Με την ίδια λογική, συνθέτει τα περιβόητα πια mashup της. Ένα μουσικό κομμάτι μπλέκεται με ένα άλλο, και η τροπή που παίρνει η εκάστοτε ζύμωση είναι αληθινά συναρπαστική. Στο «σύμπαν» της Ματίνας, η αισθαντικότητα της Τζένης Βάνου εντοπίζει το άλλο της μισό στον νουάρ λυρισμό που εκπέμπουν οι Cinematic Orchestra, οι νυχτερινές περιπλανήσεις της Dusk συμπράττουν με την κλασικότροπη μελαγχολία του Max Richter, η εξομολογητική απόγνωση του Στράτου Διονυσίου πιάνεται από την πηχτή dubstep μελαγχολία του James Blake… Στο τέλος, από όλες αυτές τις ευφάνταστες εμπνεύσεις της, μένει η ευχαρίστηση της ίδιας και των γύρω της…

…και τα λόγια τής ίδιας για τον αγαπημένο της δίσκο

«Να είσαι σε εγρήγορση για τον κανόνα των τριών.  θα λάβεις ο,τι δώσεις, κι αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να πάρεις. Θα πάρεις ο,τι σου αξίζει»

Ήταν γύρω στο 2005 όταν ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τους Portishead και την trip-hop σκηνή, ένα πολύ ενδιαφέρον σμίξιμο του συναισθηματισμού της soul μουσικής και των ρυθμών της funk, κάτω από το ευρύτερο πέπλο της ηλεκτρονικής μουσικής. Βασικά στοιχεία: μια ατμόσφαιρα σκοτεινή και ταυτόχρονα διονυσιακή και πάντα εκείνη η αίσθηση του ανολοκλήρωτου, της θλίψης, της απώλειας. Η Beth Gibbons βρέθηκε μέσα σ’αυτό τον σκοτεινό κόσμο, για να τον στιγματίσει για πάντα με την φωνή της, γράφοντας με τους Portishead δύο άλμπουμ που θεωρούνται πλέον κλασικά (Dummy, Portishead).

Portishead
[Portishead: Third, Island Records, 2008]

Το τρίτο τους άλμπουμ ήρθε δέκα χρόνια αργότερα ως μια μεγάλη έκπληξη, όχι μόνο για το χρόνο που έκανε, αλλά γιατί δε θύμιζε – εκ πρώτης ακροάσης – σε τίποτα ο,τι είχε γραφτεί ως τότε από τους Portishead. Ο λόγος που το ξεχωρίζω και παραμένει μέχρι σήμερα για μένα ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ δεν έχει να κάνει μόνο με το κατά τ’αλλα καθηλωτικό τελικό μουσικό αποτέλεσμα (για το οποίο θα μιλήσω στη συνέχεια), αλλά και με την εσωτερική διαδικασία που ακολουθήθηκε για να φτάσει τελικά στο νούμερο 3. Το Τhird δεν είναι απλώς το μουσικό καταστάλαγμα μια 10χρονης πορείας, είναι μια πράξη σχεδόν αυταπάρνησης προκειμένου οι δημιουργοί του να πάνε τη μουσική που οι ίδιοι σε μεγάλο βαθμό εδραίωσαν, ένα βήμα πιο μπροστά, ή καλύτερα ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που πάντα ήταν. Τα ίδια βασικά στοιχεία, το ίδιο γενετικό υλικό, αυτή τη φορά μετουσιωμένο σε μια άλλη πτυχή της μουσικής, εκείνη που αποτινάζει την στυλιζαρισμένη μελαγχολία των προηγούμενων δυο δίσκων της, σηκώνεται και κραυγάζει, χορεύει, σωματοποιείται σε ρυθμούς και ήχους παραληρηματικούς.

Ο ρυθμός ποικίλει από το επαναλαμβανόμενο industriual μοτίβο του “Machine Gun” και τους krautrock χτύπους του “We Carry On”, μέχρι τo διονυσιακό χορό του “Nylon Smile”, και την παντελή απουσία τους στο “Deep water”. Οι κιθάρες και τα πλήκτρα πάλλονται ανάμεσα στην αρμονία και στον θόρυβο, σε σκοτείνες μελωδίες και σε εμμονικές επαναλήψεις. Και είναι εκεί που εμφανίζεται η σπαρακτική φωνή της Beth Gibbons να σου υπενθυμίσει πως είναι οι ίδιοι Portishead, συμπυκνώνοντας όλη την ψυχοσύνθεση του Third στη φράση “Empty in our hearts, crying out in silence”.

Για πολλούς οι Portishead είναι το “Roads” και το “Numb”…
O καθένας θα πάρει αυτό που αξίζει.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Η φωτογραφία της Ματίνας προέρχεται από το αρχείο του beater.gr.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s