Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #18: Νικόλας Κονδύλης

The Fog Ensemble

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο μπασίστας και δημιουργός Νικόλας Κονδύλης, o οποίος κατανέμει την καθημερινότητά του βάσει της ενασχόλησής του με τη μουσική σε συγκροτήματα όπως οι The Fog Ensemble, Sick Boys Connection και Metronomic Head Move, εξηγεί τους λόγους που διατηρεί ακόμη άσβεστη την αγάπη του για το Parklife των Blur. 

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Επιφορτίζεται με τις ρυθμικές προτεραιότητες των εγχειρημάτων στα οποία συνδράμει μουσικά, από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας. Ο Νικόλας Κονδύλης, ο οποίος κατάγεται από την Αθήνα, μα ζει και δημιουργεί στην συμπρωτεύουσα εδώ και αρκετά χρόνια, διατηρεί το ρόλο του μπασίστα στα σχήματα των The Fog Ensemble και Sick Boys Connection, ενώ παλαιότερα τον διέκρινε κανείς ανάμεσα στους Metronomic Head Move.

Με τους πρώτους δραστηριοποιείται από το 2012 και φέτος ευτύχησε να δει υλικό που δούλευε μαζί τους από καιρό να διοχετεύεται σε πλήρους διάρκειας ηχογράφημα. Ο ομώνυμος δίσκος των The Fog Ensemble εκδόθηκε από την Melotron Recordings και αποτελεί ένα λυτρωτικό καταστάλαγμα των επιδιώξεων των μελών τους. Διατρέχει το νου του ακροατή, όντας μια αλληλουχία από στιγμιότυπα εκρήξεων και πραότητας, αναπαριστώντας με θελκτικό τρόπο τις νευρώσεις του σύγχρονου ατόμου.

Χωρίς να καταπιάνονται απλώς με το να μετουσιώνουν τις ανησυχίες τους σε ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να έρθουν σε μια κάποια καθαρτική κατάσταση, οι The Fog Ensemble διαχειρίζονται την εξ ολοκλήρου οργανική υπόσταση των συνθέσεων τους λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές της ψυχολογίας που μπορούν να συμβούν στον καθένα ή την καθεμία από μας. Πιο συγκεκριμένα, συλλαμβάνουν τις δονήσεις της μεγαλούπολης και τον αντίκτυπο αυτών, δίχως να καταφεύγουν σε εύκολους συναισθηματισμούς. Ο λυρισμός τους πηγάζει από τις αβίαστες και καθόλου προαποφασισμένες εναλλαγές ηχητικών τοπίων. Τοπίων που στυλώνονται σε μια μελαγχολία, η οποία δεν καταλήγει ποτέ σε μιζέρια, και δημιουργούνται με έμφαση στη λεπτομέρεια, εκδηλώνοντας τις εικονοπλαστικές αρετές των εμπνευστών τους.

Στο ελεγειακό ροκ του προκείμενου θεσσαλονικιώτικου γκρουπ, πρωτοστατούν οι κιθαριστικές επιδόσεις του Αντώνη Καρακώστα διάστικτες σε reverb, delay και chorus, οι διακριτικές αλλά καθοριστικές ηλεκτρονικές παρεμβολές δια χειρός του ιδίου, η δραματικά ελισσόμενη ρυθμολογία που απαρτίζεται από τις μελωδικές μπασογραμμές του καλεσμένου μας Νικόλα Κονδύλη και τις κρουστές ενέργειες του Γιώργου Νανόπουλου. Για τα ολοένα και πιο έντονα φορτισμένα «καρέ» τους, οι F.E. επενδύουν δίχως, εντούτοις, να αναλώνονται σε shoegaze νεφελώματα, post-punk νεύρο και ηλεκτρονικές ενδοσκοπήσεις Στο τέλος, δικαιώνονται, φτάνοντας σε διακριτικά θορυβώδεις κορυφώσεις.

Άκρως ενδιαφέρουσα κρίνονται και τα πεπραγμένα του Κονδύλη με τους Sick Boys Connection, δηλαδή το γκρουπ με την ιδιότυπη έδρα δράσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα εγχείρημα μεταξύ Θεσσαλονίκης, Πειραιά και Λονδίνου, που ο αποψινός Δισκοπαθής ως Depot Kid-πάντοτε από τη θέση του μπασίστα και του βασικού συνθέτη- «τρέχει» από κοινού με τους Νικόλαο Μαρδάκη (τον γνωστό Big Fat Lips, που εδώ εμφανίζεται ως Xploding Psychology, στην κιθάρα, τα ηλεκτρονικά, τα κρουστά και τα φωνητικά) και Βαγγέλη ΜουσίκαMziqass, στα ντραμς και τα κρουστά).

Μια σύμπραξη που κινείται αυτοσχεδιαστικά και με λιτότητα εκφραστικών μέσων, μεθοδεύοντας εμπνευσμένα τις ηχητικές τους ιδέες, οι οποίες θεμελιώνονται σε παραισθησιογόνα space rock/shoegaze μοτίβα και παραμορφωμένες ονειροπολήσεις, εκλύοντας μια ψυχεδελίζουσα αύρα. Στο επίκεντρο όλων, μια καλοβαλμένη επαναληπτικότητα, που τρυγάει ως επί το πλείστoν από τον motorik ρυθμό των Neu! και Kraftwerk, και η οποία εντείνει τις λυτρωτικές ιδιότητες τους υλικού τους. Ιδιότητες, που εν τέλει αρκούν για να αποσπάσουν την ανάλογη εκτίμηση από όσους τους έχουν ακούσει από το 2008 που υφίστανται ως γκρουπ. Έστω κι αν δεν εμφανίζονται συχνά ζωντανά (μερικές φορές μάλιστα το κάνουν ως ντουέτο οι Κονδύλης και Μαρδάκης) και παρότι δεν έχουν ένα ευρέως κυκλοφορημένο LP, παρά cd-rs και κασέτες με συλλήψεις τους.

Όπως σημείωσα στον πρόλογό μου, ο Κονδύλης (ως Depot Kiddo, στο μπάσο) αποτελούσε και το 1/4 των Metronomic Head Move, δηλαδή της βραχύβιας κομπανίας με krautrock λογική, που συστήθηκε σε συνεργασία με τους Aza (μπάσο), Funny Boy (ηλεκτρονικά) και Pussyfer Sam (ντραμς). Από το 2010 που ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι και το 2014 εξέδωσαν 2 EPs (Insert Coin [2001] και To Continue [2012 ψηφιακά και 2014 σε κασέτα]), στα οποία κυριαρχεί η πληθωρική παρουσία των δύο μπάσων με την αρμονική μελωδικότητα, λειτουργώντας καθηλωτικά πλάι στα τριπαριστά ηλεκτρονικά μέρη κοσμικής χροιάς και την μετρονομική προσήλωση στο επαναληπτικό τέμπο των ογκωδών τυμπάνων. Συνίστανται ανεπιφύλακτα, λοιπόν, στους θιασώτες της μουσικής ελευθεριότητας των γερμανικών ’70s (με αρμοστούς τίτλους κομματιών, όπως “Smoking In Dusseldorf”!), αλλά πολύ περισσότερο σε εκείνους που αναζητούν την χρυσή τομή ανάμεσα στον πειραματισμό και την στοχευμένη συνθετική άποψη.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Parklife
[Blur: Parklife, Food/SBK Records, 1994]

Πως μπορεί κανείς να διαλέξει τον αγαπημένο του δίσκο; Ποία είναι τα «αυστηρά κριτήρια» με τα οποία θα γίνει η επιλογή ανάμεσα σε τόσους αγαπημένους (δίσκους) μιας δισκοθήκης;

Το 1994 τα ακούσματά μου περιορίζονταν πάνω κάτω στους Beatles, το πανκ, τους Smiths, τη σόλο καριέρα του Morrissey και ότι έπαιζε η μία από τις δύο αγαπημένες μου εκπομπές, το “120 Minutes” του ΜTV.

Ήταν στο MTV’s Most Wanted, όμως, που θα έβλεπα για πρώτη φορά τους Βlur να παίζουν live και μάλιστα ακουστικά, κομμάτια από τον δίσκο τους Parklife. Το live τους αυτό στην τηλεόραση μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε μετά από δυο-τρεις ημέρες επισκέφτηκα το συνοικιακό δισκοπωλείο (υπήρχαν ακόμη τότε) για να αγοράσω το Parklife.

Τον άκουγα για μήνες συνέχεια… Το μεσημέρι που επέστρεφα από το σχολείο ή το πρωί πριν πάω σχολείο, ανάμεσα στην προπόνηση, τα αγγλικά και τα γερμανικά, μέχρι και σε κασέτα τον είχα γράψει για να μπορώ να τον ακούω στο Walkman μου στα κρυφά πριν κοιμηθώ. Είναι ένας δίσκος στον οποίο μέσα άκουγα όλα αυτά που μου άρεσαν. Κομμάτια με μελαγχολικές μελωδίες ,άλλα που αγγίζουν ή είναι πανκ, δύο ορχηστρικά που τα άκουγα με μεγάλη περιέργεια, ένα κομμάτι για τους πλανήτες και τα άστρα που το τραγουδάει ο μπασίστας και φυσικά αυτό το κομμάτι με το εθιστικό μπάσο που αναφέρει κάπου και την Ελλάδα… Έχει ήχους μιας πόλης που μπορεί να μου πήρε 11 ολόκληρα χρόνια από τότε για να την επισκεφτώ αλλά με το που πάτησα το πόδι μου εκεί μού ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του “London Loves”.

Το Parklife καθόρισε σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τα μουσικά μου ακούσματα μέχρι και το ντύσιμο μου κατά κάποιο τρόπο κι εμένα ως μουσικό και ας μη φαίνεται κάπου ξεκάθαρα σε αυτά που έχω κάνει μέχρι τώρα τουλάχιστον. Υπάρχει πάντα χρόνος άλλωστε! Το κυριότερο, όμως, είναι ότι για κάποιον που αγαπάει τόσο πολύ τις βρετανικές κιθάρες όπως εγώ, είναι ένας δίσκος αρκετά πολυσυλλεκτικός που έχει σίγουρα την πρώτη θέση 21 χρόνια μετά στη λίστα των αγαπημένων μου, παρόλο που έχω ακούσει πάρα πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους μουσικές από τότε.

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s