Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #19: Μιχάλης Εμμανουηλίδης

Μιχάλης Εμμανουηλίδης

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο υπεύθυνος προγράμματος και ραδιοφωνικός παραγωγός του σερραϊκού ραδιοσταθμού Ρόδον 95 FM, Μιχάλης Εμμανουηλίδης, ανακαλεί διεξοδικά την περίοδο που πρωτοήρθε σε επαφή με το The Head On The Door των Cure, καταγράφοντας τα συστατικά του προκείμενου άλμπουμ που τον οδήγησαν σε αξέχαστη για τον ίδιο συναισθητική φόρτιση.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Με την εδώ και δεκαετίες συγκέντρωση του ενδιαφέροντος στις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εγχειρήματα που εμφανίστηκαν στην ελληνική επαρχεία δεν λάμβαναν συνήθως την ανταπόκριση που τους αναλογούσε. Εντούτοις, οι τεχνολογικές εξελίξεις και δη η ευρυζωνική εποχή του διαδικτύου, μας παρέχουν από τα μέσα των ’00s τη δυνατότητα να βρισκόμαστε «δίπλα» και να αξιολογούμε ορθότερα τα τεκταινόμενα εκτός του κλασικού διπόλου πρωτεύουσας-συμπρωτεύουσας.

Για τον ραδιοφωνικό σταθμό Ρόδον (95 στα FM), ο οποίος από το 1994 που ιδρύθηκε εδρεύει στις Σέρρες, η δυναμική της ADSL πραγματικότητας λειτούργησε εποικοδομητικά διευρύνοντας το κοινό του και τις καλές κουβέντες που ακούγονταν γύρω από την αισθητική και το επίπεδο του. Αυτή μοιάζει ως μια φυσική εξέλιξη για τον σταθμό, συναρτήσει των κόπων και της προσπάθειας των ανθρώπων αυτού.

Καταγράφοντας τα παραπάνω, μου έρχεται αβίαστα στο νου ο υπεύθυνος προγράμματος και ένας από τους απολαυστικότερους παραγωγούς του Ρόδον, ο Μιχάλης Εμμανουηλίδης.  Λατρεύει τους Στέρεο Νόβα, κι εκτός του ότι διατηρεί ένα εξαιρετικό μουσικό (κυρίως) μπλογκ που φέρει αγγλιστί το όνομά τους, το Stereo Nova (stereonova.blogspot.com), θα τον συναντήσεις εδώ κι εκεί ως Μιχάλη Έψιλον. Με ένα προσωνύμιο, δηλαδή, εμπνευσμένο από εκείνα των μελών του αγαπημένου του αθηναϊκού τρίο, των Μιχάλη Δέλτα, Κωνσταντίνου Βήτα και Αντώνη Πι. Βέβαια, οι τρεις μουσικοί κατασκεύασαν τα καλλιτεχνικά τους ψευδώνυμα χρησιμοποιώντας ως δεύτερο συνθετικό το αρχικό του μικρού ονόματος των πατεράδων τους, ενώ ο αποψινός καλεσμένος της Δισκοπάθειας αξιοποιώντας το πρώτο γράμμα του επιθέτου του…

Στις σχετικές με τη μουσική δραστηριότητες του Μιχάλη, γίνεται άμεσα αντιληπτή η εκλεκτικότητα και η γνώση του γύρω από όσα καταπιάνεται. Ο ίδιος φροντίζει να εντρυφήσει πρώτα στο ηχητικό υλικό και τις προεκτάσεις αυτού, κι έπειτα μας το παρουσιάζει τόσο στην εκπομπή του Club Rodon (κάθε Τρίτη 21:00-23:00 και κάθε Τετάρτη 20:00-21:00), όσο και στον προσωπικό του ιστόχωρο που προανέφερα. Προσωπικά, συναρπάζομαι ακούγοντας και τα-ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- ambient φύσης mixtapes που ετοιμάζει και ακούγονται στην μεταμεσονύχτια ζώνη του Ρόδον κάτω από τον τίτλο Γυμνή Νύχτα

Η ευρύτητα και η ποικιλομορφία των ακουσμάτων του Μιχάλη, συνάδει κατά πως φαίνεται με εκείνες των υπολοίπων παραγωγών του αγαπημένου σερραϊκού ραδιοσταθμού, προσφέροντας εκπομπές και απόψεις που δεν στέκονται σε κάποια συγκεκριμένα μουσικά ιδιώματα, μα επεκτείνουν τον υφολογικό ορίζοντά τους με γνώμονα την αισθητική και το μεράκι των εμπνευστών τους. (Πειραματική και μη) Ηλεκτρονική σύνθεση σύγχρονης και παλαιάς κοπής, διάφορες τάσεις στη χορευτική μουσική, ανοιχτόμυαλο ροκ, τζαζ με ελευθεριότητα και εξελεγκτική αντίληψη, κλασικότροπες φόρμες και ελεύθερους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς, καθώς και πολλές ακόμη μουσικές «καταστάσεις», δύναται να ακροαστεί κανείς στη συχνότητά του.

Στα αληθινά αξιοσημείωτα της δράσης του Ρόδον, συγκατελέγεται και η ενασχόλησή του με τα ηχητικά δρώμενα της ημεδαπής, μέσα από την επαρκώς επιμελημένη παρουσίαση τους στο πρόγραμμά του, όπως επίσης κι από τις μόνιμες αναφορές σχετικά με αυτά (τα δρώμενα) στο site του. Μάλιστα, με σκοπό να φωτιστούν κατάλληλα οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των εγχώριων μουσικών συμβάντων, δημιουργήθηκε η εκπομπή Night Shift, στην διάρκεια της οποίας ένα πρόσωπο (συνθέτης, παραγωγός, dj, μέλος δισκογραφικής ετικέτας, κλπ) ή σχήμα από το ντόπιο μουσικό… στερέωμα ξεδιπλώνει τις εμμονές του επιλέγοντας μουσικά κομμάτια.

Τερματίζω την πολυλογία μου και αφήνω το Μιχάλη να αναφερθεί σε μια δική του αγάπη.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

The Cure
[The Cure: The Head On The Door, Fiction/Elektra, 1985]

Πρέπει να είναι από τα δυσκολότερα ερωτήματα που τίθενται γενικώς σ’ έναν μουσικόφιλο. Ποιο είναι το αγαπημένο σου άλμπουμ όλων των εποχών;

Εδώ και αρκετές βδομάδες, από την στιγμή που μου έκανε την συγκεκριμένη ερώτηση και πρόταση ο Παναγιώτης, να γράψω μερικές λέξεις για το αγαπημένο μου άλμπουμ, ανατρέχω σε χιλιάδες δίσκους, τραγούδια, συγκροτήματα, μουσικούς. Σχεδόν τρεις δεκαετίες βουτηγμένος σε ήχους, είδη, μουσικά ρεύματα, hypes. Αριστουργήματα εκατοντάδες εκεί έξω. Επιστρέφω σε προσωπικές στιγμές, περιόδους φιλιών, συναναστροφών και γνωριμιών. Στάσεις μέσα στο χρόνο σε στιγμές που άφησαν ανεξίτηλα χνάρια. Επιλέγω δυο από αυτές που με οδηγούν σε μια τελική επιλογή. Την »είσοδό» μου στο Ποπ Κλαμπ του Γιάννη Πετρίδη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και την κάθοδό μου το 1985 στο Rock In Athens. Για τη μουσικόφιλη γενιά μου είναι δυο αυτονόητες επιλογές. Απέραντη αγάπη για το ραδιόφωνο και τη μουσική και αποτίναξη των δεσμών των genre για την πρώτη και το πέρασμα στην »ενηλικίωση» για τη δεύτερη.

Το βράδυ της 27ης Ιουλίου του 1985 στο κέντρο του Παναθηναϊκού Σταδίου δέχομαι την επιφοίτηση του Robert Smith και της παρέας του. Είμαι σίγουρος ότι οι ζωές πολλών παιδιών άλλαξαν εκείνη τη νύχτα. Επιστρέφω Σέρρες, αγοράζω το Live και δεν σταματώ να σκαλίζω σε τοίχους, παγκάκια και θρανία τις λέξεις The Cure. Μερικές βδομάδες αργότερα σκάει μύτη σε τοπικό δισκοπωλείο το The Head On the Door σε κόπια ιταλική. Άλλες εποχές, άλλα μουσικόφιλα ήθη και έθιμα.

Δεν πρόκειται να αμφισβητήσω ότι είχε προηγηθεί του The Head on The Door. Από το Three Imaginary Boys μέχρι το The Top. Δίσκοι σημεία αναφοράς για το είδος της μουσικής και για την πορεία του ίδιου του συγκροτήματος. Το 6ο στούντιο άλμπουμ των The Cure δεν αποτελεί μια προφανή επιλογή. Ήταν ένας δίσκος που εγκαταστάθηκε για τα καλά στο πλατώ του πικάπ και αποτέλεσε σάουντρακ μιας μεγάλης χρονικής περιόδου. Ο δίσκος συνδυάζει εξωστρεφείς ποπ μελωδίες, εξωτικά ηχοχρώματα, ατμόσφαιρες θλίψης και ανελέητου ρομαντισμού. Το μουσικό σύμπαν των The Cure είναι παρόν και οι αντιρρήσεις για την εξωστρέφεια έχουν κατατεθεί ήδη με την κυκλοφορία του The Top. Το “In Between Days” ανοίγει το δίσκο παρασέρνοντας με τον ανέμελο ρυθμό του, τη ζωντάνια της ακουστικής κιθάρας, τα χρωματιστά πλήκτρα. “Yesterday I got so old I felt like I could die” τραγουδάει ο Robert και είμαστε όλοι πληγωμένοι ερωτευμένοι. To Kyoto Song” είναι ένας εσωτερικός εφιάλτης αποτυπωμένος σε μια ασιατική καρτ ποστάλ. Το Push” μια παρότρυνση για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το άλλο μας κομμάτι… Στο The Baby Scream” καταγράφεται η αγωνία για το τέλος των βασάνων, στο Close To Me” η αναζήτηση του έρωτα. Το άλμπουμ κλείνει με το Sinking”. “So I trick myself like everybody else I crouch in fear and wait I’ll never feel again”. H βελόνα φτάνει στο τέλος του δίσκου. Επιστροφή στη μοναξιά των εφηβικών δωματίων.

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #18: Νικόλας Κονδύλης

The Fog Ensemble

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο μπασίστας και δημιουργός Νικόλας Κονδύλης, o οποίος κατανέμει την καθημερινότητά του βάσει της ενασχόλησής του με τη μουσική σε συγκροτήματα όπως οι The Fog Ensemble, Sick Boys Connection και Metronomic Head Move, εξηγεί τους λόγους που διατηρεί ακόμη άσβεστη την αγάπη του για το Parklife των Blur. 

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Επιφορτίζεται με τις ρυθμικές προτεραιότητες των εγχειρημάτων στα οποία συνδράμει μουσικά, από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας. Ο Νικόλας Κονδύλης, ο οποίος κατάγεται από την Αθήνα, μα ζει και δημιουργεί στην συμπρωτεύουσα εδώ και αρκετά χρόνια, διατηρεί το ρόλο του μπασίστα στα σχήματα των The Fog Ensemble και Sick Boys Connection, ενώ παλαιότερα τον διέκρινε κανείς ανάμεσα στους Metronomic Head Move.

Με τους πρώτους δραστηριοποιείται από το 2012 και φέτος ευτύχησε να δει υλικό που δούλευε μαζί τους από καιρό να διοχετεύεται σε πλήρους διάρκειας ηχογράφημα. Ο ομώνυμος δίσκος των The Fog Ensemble εκδόθηκε από την Melotron Recordings και αποτελεί ένα λυτρωτικό καταστάλαγμα των επιδιώξεων των μελών τους. Διατρέχει το νου του ακροατή, όντας μια αλληλουχία από στιγμιότυπα εκρήξεων και πραότητας, αναπαριστώντας με θελκτικό τρόπο τις νευρώσεις του σύγχρονου ατόμου.

Χωρίς να καταπιάνονται απλώς με το να μετουσιώνουν τις ανησυχίες τους σε ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να έρθουν σε μια κάποια καθαρτική κατάσταση, οι The Fog Ensemble διαχειρίζονται την εξ ολοκλήρου οργανική υπόσταση των συνθέσεων τους λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές της ψυχολογίας που μπορούν να συμβούν στον καθένα ή την καθεμία από μας. Πιο συγκεκριμένα, συλλαμβάνουν τις δονήσεις της μεγαλούπολης και τον αντίκτυπο αυτών, δίχως να καταφεύγουν σε εύκολους συναισθηματισμούς. Ο λυρισμός τους πηγάζει από τις αβίαστες και καθόλου προαποφασισμένες εναλλαγές ηχητικών τοπίων. Τοπίων που στυλώνονται σε μια μελαγχολία, η οποία δεν καταλήγει ποτέ σε μιζέρια, και δημιουργούνται με έμφαση στη λεπτομέρεια, εκδηλώνοντας τις εικονοπλαστικές αρετές των εμπνευστών τους.

Στο ελεγειακό ροκ του προκείμενου θεσσαλονικιώτικου γκρουπ, πρωτοστατούν οι κιθαριστικές επιδόσεις του Αντώνη Καρακώστα διάστικτες σε reverb, delay και chorus, οι διακριτικές αλλά καθοριστικές ηλεκτρονικές παρεμβολές δια χειρός του ιδίου, η δραματικά ελισσόμενη ρυθμολογία που απαρτίζεται από τις μελωδικές μπασογραμμές του καλεσμένου μας Νικόλα Κονδύλη και τις κρουστές ενέργειες του Γιώργου Νανόπουλου. Για τα ολοένα και πιο έντονα φορτισμένα «καρέ» τους, οι F.E. επενδύουν δίχως, εντούτοις, να αναλώνονται σε shoegaze νεφελώματα, post-punk νεύρο και ηλεκτρονικές ενδοσκοπήσεις Στο τέλος, δικαιώνονται, φτάνοντας σε διακριτικά θορυβώδεις κορυφώσεις.

Άκρως ενδιαφέρουσα κρίνονται και τα πεπραγμένα του Κονδύλη με τους Sick Boys Connection, δηλαδή το γκρουπ με την ιδιότυπη έδρα δράσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα εγχείρημα μεταξύ Θεσσαλονίκης, Πειραιά και Λονδίνου, που ο αποψινός Δισκοπαθής ως Depot Kid-πάντοτε από τη θέση του μπασίστα και του βασικού συνθέτη- «τρέχει» από κοινού με τους Νικόλαο Μαρδάκη (τον γνωστό Big Fat Lips, που εδώ εμφανίζεται ως Xploding Psychology, στην κιθάρα, τα ηλεκτρονικά, τα κρουστά και τα φωνητικά) και Βαγγέλη ΜουσίκαMziqass, στα ντραμς και τα κρουστά).

Μια σύμπραξη που κινείται αυτοσχεδιαστικά και με λιτότητα εκφραστικών μέσων, μεθοδεύοντας εμπνευσμένα τις ηχητικές τους ιδέες, οι οποίες θεμελιώνονται σε παραισθησιογόνα space rock/shoegaze μοτίβα και παραμορφωμένες ονειροπολήσεις, εκλύοντας μια ψυχεδελίζουσα αύρα. Στο επίκεντρο όλων, μια καλοβαλμένη επαναληπτικότητα, που τρυγάει ως επί το πλείστoν από τον motorik ρυθμό των Neu! και Kraftwerk, και η οποία εντείνει τις λυτρωτικές ιδιότητες τους υλικού τους. Ιδιότητες, που εν τέλει αρκούν για να αποσπάσουν την ανάλογη εκτίμηση από όσους τους έχουν ακούσει από το 2008 που υφίστανται ως γκρουπ. Έστω κι αν δεν εμφανίζονται συχνά ζωντανά (μερικές φορές μάλιστα το κάνουν ως ντουέτο οι Κονδύλης και Μαρδάκης) και παρότι δεν έχουν ένα ευρέως κυκλοφορημένο LP, παρά cd-rs και κασέτες με συλλήψεις τους.

Όπως σημείωσα στον πρόλογό μου, ο Κονδύλης (ως Depot Kiddo, στο μπάσο) αποτελούσε και το 1/4 των Metronomic Head Move, δηλαδή της βραχύβιας κομπανίας με krautrock λογική, που συστήθηκε σε συνεργασία με τους Aza (μπάσο), Funny Boy (ηλεκτρονικά) και Pussyfer Sam (ντραμς). Από το 2010 που ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι και το 2014 εξέδωσαν 2 EPs (Insert Coin [2001] και To Continue [2012 ψηφιακά και 2014 σε κασέτα]), στα οποία κυριαρχεί η πληθωρική παρουσία των δύο μπάσων με την αρμονική μελωδικότητα, λειτουργώντας καθηλωτικά πλάι στα τριπαριστά ηλεκτρονικά μέρη κοσμικής χροιάς και την μετρονομική προσήλωση στο επαναληπτικό τέμπο των ογκωδών τυμπάνων. Συνίστανται ανεπιφύλακτα, λοιπόν, στους θιασώτες της μουσικής ελευθεριότητας των γερμανικών ’70s (με αρμοστούς τίτλους κομματιών, όπως “Smoking In Dusseldorf”!), αλλά πολύ περισσότερο σε εκείνους που αναζητούν την χρυσή τομή ανάμεσα στον πειραματισμό και την στοχευμένη συνθετική άποψη.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Parklife
[Blur: Parklife, Food/SBK Records, 1994]

Πως μπορεί κανείς να διαλέξει τον αγαπημένο του δίσκο; Ποία είναι τα «αυστηρά κριτήρια» με τα οποία θα γίνει η επιλογή ανάμεσα σε τόσους αγαπημένους (δίσκους) μιας δισκοθήκης;

Το 1994 τα ακούσματά μου περιορίζονταν πάνω κάτω στους Beatles, το πανκ, τους Smiths, τη σόλο καριέρα του Morrissey και ότι έπαιζε η μία από τις δύο αγαπημένες μου εκπομπές, το “120 Minutes” του ΜTV.

Ήταν στο MTV’s Most Wanted, όμως, που θα έβλεπα για πρώτη φορά τους Βlur να παίζουν live και μάλιστα ακουστικά, κομμάτια από τον δίσκο τους Parklife. Το live τους αυτό στην τηλεόραση μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε μετά από δυο-τρεις ημέρες επισκέφτηκα το συνοικιακό δισκοπωλείο (υπήρχαν ακόμη τότε) για να αγοράσω το Parklife.

Τον άκουγα για μήνες συνέχεια… Το μεσημέρι που επέστρεφα από το σχολείο ή το πρωί πριν πάω σχολείο, ανάμεσα στην προπόνηση, τα αγγλικά και τα γερμανικά, μέχρι και σε κασέτα τον είχα γράψει για να μπορώ να τον ακούω στο Walkman μου στα κρυφά πριν κοιμηθώ. Είναι ένας δίσκος στον οποίο μέσα άκουγα όλα αυτά που μου άρεσαν. Κομμάτια με μελαγχολικές μελωδίες ,άλλα που αγγίζουν ή είναι πανκ, δύο ορχηστρικά που τα άκουγα με μεγάλη περιέργεια, ένα κομμάτι για τους πλανήτες και τα άστρα που το τραγουδάει ο μπασίστας και φυσικά αυτό το κομμάτι με το εθιστικό μπάσο που αναφέρει κάπου και την Ελλάδα… Έχει ήχους μιας πόλης που μπορεί να μου πήρε 11 ολόκληρα χρόνια από τότε για να την επισκεφτώ αλλά με το που πάτησα το πόδι μου εκεί μού ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του “London Loves”.

Το Parklife καθόρισε σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τα μουσικά μου ακούσματα μέχρι και το ντύσιμο μου κατά κάποιο τρόπο κι εμένα ως μουσικό και ας μη φαίνεται κάπου ξεκάθαρα σε αυτά που έχω κάνει μέχρι τώρα τουλάχιστον. Υπάρχει πάντα χρόνος άλλωστε! Το κυριότερο, όμως, είναι ότι για κάποιον που αγαπάει τόσο πολύ τις βρετανικές κιθάρες όπως εγώ, είναι ένας δίσκος αρκετά πολυσυλλεκτικός που έχει σίγουρα την πρώτη θέση 21 χρόνια μετά στη λίστα των αγαπημένων μου, παρόλο που έχω ακούσει πάρα πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους μουσικές από τότε.

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #17: Μπάμπης Μπόζογλου (Dozen Draft)

Μπάμπης Μπόζογλου

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο δημιουργός και πολυοργανίστας Μπάμπης Μπόζογλου που μας αποκαλύπτει τα καλλιτεχνικά του εσώτερα μέσα από ηχητικές περιπέτειες τις οποίες υπογράφει ως Dozen Draft, εξαίρει το μεγαλείο του Raymond Scott με αφορμή την συλλογή συνθέσεων του τελευταίου με τίτλο Manhattan Research Inc..

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ακόμη φέρνω στο νου την έκπληξη που δοκίμασα ακούγοντας το παρθενικό πλήρους διάρκειας άλμπουμ του Μπάμπη Μπόζογλου, δηλαδή την ηχητική αντανάκλαση ενός νεαρού πολυοργανίστα με καταγωγή και χώρο δράσης την Βέροια, που πάτησε το κουμπί της εκκίνησης το 2011 και εξέδωσε το πρωτόλειο υλικό του ένα χρόνο μετά, στο EP 1.10.2012, κάτω από την σκέπη της Somehow Ecstatic Records. Ήταν εκείνο το ψυχεδελικά ευωδιαστό μπουκέτο συνθέσεων, που κυκλοφόρησε υπό την αρωγή της αμερικάνικης ετικέτας Already Dead Tapes and Records σε συσκευασία κασέτας, με τον Μπάμπη να υιοθετεί το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Dozen Draft και να υπογράφει με αυτό.

Ο λόγος για το Hands που κατέφθασε το 2013 για να συνεπάρει ορισμένους και ορισμένες από εμάς, μα και πολλούς ακόμη που δεν είχα(με) φανταστεί ότι μπορούσε να αγγίξει. Στον πυρήνα της μουσικότητας του, κυριαρχούσε μια τροπικά γευστική αλληλουχία στιγμών, χορευτική ως το μεδούλι, ούτε περιστασιακά πεζή, ούτε τυπικά ευχάριστη, αλλά άκρως διασκεδαστική για τους δικούς της ξεχωριστούς λόγους. Στα αυτιά μου, το ηχητικό γαϊτανάκι που εκτυλισσόταν εντός του άλμπουμ ακουγόταν ανεπιτήδευτα ιδιαίτερο και παρόλο που συντασσόταν με την ράθυμα ονειρική διάθεση που εξέπεμπαν ψυχεδελουργήματα της εποχής του (βλέπε Animal Collective), διατηρούσε ακέραιο το προσωπικό στοιχείο και τις προθέσεις του εμπνευστή του.

Σε δέκα πράξεις, ο Dozen Draft, έφτιαξε με δείγματα ήχων που ο ίδιος παρήγαγε και κατέγραψε, ένα ακρόαμα πολλαπλών αναγνώσεων. Μια κολλητική ποπ χροιά το διαπερνούσε, τη στιγμή που εν μέσω αρκετών μα καθόλου πεπλεγμένων στρωμάτων μελωδιών και ρυθμών, ξεπρόβαλε ένας εξωτισμός, ένας συγκρατημένος διονυσιασμός, μια παροδική μελαγχολία. Ενώνοντας τις κουκκίδες που απαρτίζουν το όλον του Hands, παρουσιάζονται εμπρός σου (ηθελημένα και μη από τη μεριά του Dozen Draft, εικάζω) κοσμικές καταστάσεις γερμανικής ροκ προέλευσης (φέρ’ ειπείν οι Harmonia «παρεμβάλλονται» στις οργανικές παραισθήσεις του “Gee Gee”), ηλιόλουστες χορωδιακές αναμνήσεις (Beach Boys και Beatles νύξεις στο “In The Backyard”), ρυθμικές παρακρούσεις που ευθυγραμμίζουν την αφρικανική παράδοση με αυτήν της Άπω Ανατολής και εν τέλει φτάνουν ως το σύγχρονο φανκοειδές τερέν των Caribou και Four Tet (τσεκάρεις to “Hadji Gypsy Blues”, το “Gondola’s Passengers”, κ.α.). Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει σε συγκινητικές κορυφώσεις, όπως τα “Ebony Grief”, “Africa Of The Possessed Eruption” και «Nevertheless», όπου η καθ’ ημάς Ανατολή μπλέκεται με βαλκανικούς σκοπούς, raga αναθυμιάσεις και πένθιμες τζαζ πομπές αντιστοίχως, παραδίδοντας λυρικά αποτελέσματα. Φωνές, κιθάρες, τύμπανα, συνθεσάιζερ, τρομπέτα, μπουζούκι, κ.α. συμπράττουν για να φέρουν σε πέρας τη συνολική «εικόνα». Μια «εικόνα» που κάνει την εμφάνισή της και στις παραστάσεις του ενώπιον κοινού, που είναι μεν αραιές, αλλά αληθινά ενδιαφέρουσες.

Δεν μου βγαίνει ποτέ από το μυαλό, πως ο προσφάτως ξενιτεμένος στο Εδιμβούργο Μπάμπης Μπόζογλου, ως Dozen Draft, μαζί με τους Larry Gus (Παναγιώτη Μελίδη), Polygrains (Βασίλη Μοσχά), Big Fat Lips (Νικόλαο Μαρδάκη), Φανταστικοί Ήχοι (Άγγελο Μπαλτά) και το σχήμα των Baby Guru, μεταξύ άλλων, είναι οι «δικοί μας άνθρωποι» στο πεδίο των εξελίξεων της ψυχεδέλειας στη σύγχρονη ηχητική πραγματικότητα. Θα έχουμε μία ακόμη ευκαιρία να ανακαλύψουμε το προαναφερθέν συμπέρασμα, μα και μπόλικα ακόμη προτερήματα του Μπάμπη, στο δεύτερο κατά σειρά LP του ονόματι Elasticity, που ο ίδιος προτίθεται να κυκλοφορήσει το πρώτο δεκαήμερο του προσεχούς Δεκέμβρη, στην θεσσαλονικιώτικη Numb Capsule Records

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Raymond Scott
[Raymond Scott: Manhattan Research Inc., Basta, 2000]

Ακούγοντας το Manhattan Research Inc. του Raymond Scott, νιώθεις σαν να επέστρεψες στα επτά σου, να στέκεσαι στα γόνατα απέναντι από το βαρύ σκούρο, εκείνο το καφέ έπιπλο της  τηλεόρασης, και να πατρονάρεσαι ως ένας από τους χαρακτήρες  της Warner Bros. Ακούγοντας το Manhattan Research Inc., νιώθεις σαν να φοράς εκείνες τις ξεθωριασμένες γαλάζιες φόρμες και να σηκώνεις κάθε τόσο το σεμεδάκι πάνω από το βίντεο για να βάλεις να παίξει, γεμάτος λαχτάρα, η επόμενη VHS κασέτα. Ακούγοντας το Manhattan Research Inc. του Raymond Scott, και αναλογιζόμενος ότι εμπεριέχει ηχογραφήματά του από τη δεκαετία του ’50 και του ’60, δεν  αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό το πομπώδες αριστούργημα φέρει μέσα του έναν ήχο σχεδόν προφητικό, έναν ήχο σε σχήμα σκάφους που ετοιμάζεται για το ταξίδι του στο φεγγάρι, έναν ήχο εξωφρενικά τρελό και εξωφρενικά ιδιοφυές τόσο αρχαίο και ταυτόχρονα φουτουριστικό.

Στα 3 βινύλια που τον απαρτίζουν ακούς ηχητικές νουβέλες να σου περιγράφουν τις οικιακές τεχνολογικές εφαρμογές των Η.Π.Α. και σε κάνουν έναν ζωντανό θεατή, έναν θεατή γεμάτο περιέργεια για την σπαρταριστή ζωή του χθες. Ο Raymond Scott ως συνθέτης αλλά και ως τεχνικός ήχου κατάφερε να συνθέσει μια  ηλεκτρονική κληρονομιά που την έχτισε επάνω σε δικό του σχεδιασμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό γεννώντας μια ηλεκτρονική μουσική ιδιοφυΐα. Εξωπραγματικό!!!

|>| Στήσε αυτί |<|