Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #26: Νικήτας Κίσσονας (Methexis)

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Νικήτας Κίσσονας, ο οποίος εξωτερικεύει τις ηχητικές του συλλήψεις μέσα από το προσωπικό του εγχείρημα που τιτλοφορείται ως Methexis, ενώ στο παρελθόν συνεισέφερε στα σχήματα των Verbal Delirium και Yianneis, παραθέτει με γλαφυρότητα στιγμές και εικόνες από την εποχή κατά την οποία αισθάνθηκε την… πρώτη έλξη από το Harbour Of Tears των Camel.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, το γεγονός ότι μια εγχώρια γενιά μουσικών με εξερευνητικές πρακτικές και γόνιμη αξιοποίηση αυτών σε ηχητικά έργα με ιδιότυπο χαρακτήρα, εκτείνει τον αντίκτυπό της εκτός ελληνικών συνόρων. Είναι κι αυτή η ευκολία (ευχή και… κατάρα καμιά φορά λόγω έλλειψης στοχευμένου… σερφαρίσματος) που μας δίνει τη δυνατότητα να απλώνουμε την προσοχή μας πέρα από το άμεσο οπτικό μας πεδίο, αλλά και τους ορίζοντες του κοινωνικού μας περιγύρου, με αποτέλεσμα να συντονίζουμε εαυτούς ακόμη και με εξελίξεις που «τρέχουν» στην άλλη άκρη του γεωγραφικού χάρτη.

Ελέω ελάχιστης, αν όχι ανύπαρκτης, ενοποιημένης προώθησης των ηχητικών μας… προϊόντων διεθνώς, η παραπάνω συνθήκη ευθύνεται στο ότι το σύγχρονο προοδευτικό ροκ της ημεδαπής καταλαμβάνει έναν κάποιο χώρο στις αναζητήσεις και κατ’ επέκταση στις κουβέντες μουσικόφιλων που κατοικούν στα… ξένα. Μια τέτοια αίσθηση εισπράττεις, όταν διασταυρώνεσαι με διαδικτυακές απόψεις που υπερθεματίζουν μπροστά στο τελευταίο άλμπουμ των Ciccada, ανακηρύσσοντάς το στα σπουδαιότερα της ετήσιας σοδειάς, καθώς  περνάς από εκθειαστικές κριτικές απέναντι σε ηχογραφήματα των Verbal Delirium, Gravitysays_i, Poem και None Other. Κάτι ανάλογο και τις στιγμές κατά τις οποίες ψάχνεις σημείο επαφής με τις τρέχουσες σημαντικές κυκλοφορίες ανεξαρτήτως προέλευσης και συναντάς τους Mother Turtle μπροστά σου, καθώς κι όταν παρατηρείς ότι ένα διαρκές όραμα σαν αυτό που υλοποιεί ολοένα και γοητευτικότερα ως Lüüp ο Στέλιος Ρωμαλιάδης, έχει ένα σταθερό και συνάμα ετερόκλητο… εθνοτικά αποτύπωμα σε συμμετέχοντες μουσικούς και σε αποδοχή κοινού.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αγνοήσουμε το γεγονός ότι εξελικτική πορεία καλλιτεχνών όπως αυτή του Νικήτα Κίσσονα, μαγνητίζει πέρα από τους ακροατές και σημαντικούς εκπροσώπους των διεθνών prοg τεκταινομένων, οι οποίοι συνδράμουν στα εγχειρήματα του ιδίου. Από τα ύστερα κιόλας ’00s, όντας μέρος μιας ηχητικής πραγματικότητας που καθοδηγείται από συγκροτημένη και απελευθερωμένη από στυλιστικά πλαίσια prog-everything τεχνοτροπία, ο Αθηναίος πολυοργανίστας και δημιουργός δίνει στίγμα τόσο μέσα από τη συνεισφορά του σε συλλογικές προσπάθειες, όσο και από τις κατευθύνσεις των οποίων επιμελείται για προσωπικά του πρότζεκτ.

Μιλώντας, αρχικά, για τα όσα έχει παράγει στο πεδίο του ήχου από κοινού με άλλους, δεν μπορείς παρά να σταθείς στην καθοριστική του ανάμειξη στο υλικό και το γενικότερο προφίλ των Verbal Delirium, τους οποίους ανέφερα- ξεχωρίζοντάς τους- και πρωτύτερα. Άλλωστε, για περίπου μια δεκαετία, το προκείμενο σχήμα συγκαταλέγεται στα πλέον σημαίνοντα ντόπια, ανεξαρτήτως μουσικού προσανατολισμού. Σε τρία άλμπουμ, τα διαδοχικά So Close And Yet So Far AwayFrom The Small Hours Of Weakness και The Imprisoned Words Of Fear, που διακρίνονται για την εξαιρετικά συμπαγή και συνεκτική τους γραφή, πλάι σε αρετές όπως η ελκυστικότητα και η παροχή εκπλήξεων μέσα από ευέλικτες δομικές εναλλαγές, ο Κίσσονας συντελεί στο όλον από το πόστο του κιθαρίστα, και στο τελευταίο εξ αυτών επιφορτίζεται και με την ενορχήστρωση.

Σε εκείνες ακριβώς τις ενέργειές του που εσωκλείονται στην προαναφερθείσα τριάδα των LPs από την παρέα των Verbal Delirium, κι ειδικότερα στα δύο από το τέλος, χρονικά, συναντά κανείς μια εσωτερική ροή συλλογισμών, η οποία εκτονώνεται-για καλή μας τύχη- μέσα από διονυσιακής αίσθησης κρεσέντο από τον Κίσσονα. Σε μια νοοτροπία επί της κιθάρας που θέλει τον αποψινό Δισκοπαθή μας να παραπέμπει αρχικώς στα prog ’70s, καθώς και να μην υποδέχεται μονάχα ως αναφορά τις εξελίξεις της εποχής μας, αλλά αντιθέτως να γίνεται αναπόσπαστο και ουσιαστικό μέρος αυτών. Εξάλλου, τον ίδιο δεν φαίνεται τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά να τον… κατατρέχει καμιά αγωνία να πιάσει το νήμα από το ένδοξο παρελθόν, ώστε να καταστήσει τα όσα πράττει ως φυσική συνέχεια αυτού (του παρελθόντος).

Εύκολα συγκρατεί κανείς και την καλλιτεχνική υπόσταση του Κίσσονα μέσα από το γκρουπ των Yianneis. Ένας, επίσης, εποικοδομητικός και ιδιοσυγκρασιακός συγκερασμός ετερόκλητων μεταξύ τους νοοτροπιών, που συναντώνται κάπου στη… μέση, δίχως όμως να απολεσθούν οι ξεχωριστές ιδιότητες των διαφορών τους. Μια πραγματική, ας μου επιτραπεί, εκκεντρικότητα στα χρονικά της μουσικής μας παρακαταθήκης, που παραδίδει επιτυχώς πολυσυλλεκτικά δημιουργήματα των οποίων τα συστατικά αν αφήνονταν στη διαχείριση άλλων θα κατέληγαν ηχητικές καρικατούρες, μέσα στην φαινομενικά χαοτική τους απόσταση. Στο θεατρικό ύφος του συγκεκριμένου σχήματος παρίστανται, ο ρομαντισμός και η δραματικότητα της κλασικότροπης τεχνοτροπίας (μοντέρνας και μη), η τζαζ ελευθεριότητα, οι ανατολίτικες ακροαματικές μυσταγωγίες, ο μυστικισμός της απανταχού ψυχεδέλειας, η γλυκόπικρη ευφορία των βαλκανικών σκοπών, η ορμητική ισχύς μιας πανκ εξέγερσης. Ο θυμός και οι νευρώσεις της καθημερινότητας ανακαλύπτουν το λυρικό τους πρόσωπο και τούμπαλιν.

Τα αποτελέσματα που προέρχονται από τη στουντιακή δράση των Yianneis και πιο απτά κι εκστατικά από τις καθηλωτικές τους ζωντανές εμφανίσεις, τους κατατάσσει στα χαρακτηριστικότερα εγχώρια σχήματα των ’10s.  Φέτος, δε, εξέδωσαν και τον δεύτερο πλήρους διάρκειας δίσκο, το Yianneis No.2, στον οποίο εξακολουθούν να κάνουν του… κεφαλιού τους και τους «βγαίνει» και πάλι.

Σε ό,τι αφορά τα εγχειρήματα στα οποία προΐσταται, ο Κίσσονας διαμορφώνει μια δραστηριότητα που στηρίζει το κέντρο βάρους της τόσο στην ποικιλομορφία των εκφραστικών της μέσων, όσο και στις οδούς από τις οποίες όλα τα αλλιώτικα μεταξύ τους υφολογικά δεδομένα θα εναρμονιστούν. Ως κοινός τόπος για τις διάφορες εμπνεύσεις που συγκεντρώνει και παραδίδει με μεθοδικότητα ο Νικήτας, προβάλλουν οι περιπετειώδεις αναπτύξεις, οι οποίες σε συνδυασμό με μια πολυπλοκότητα στις δομές που καταφθάνει γενναιόδωρη συναισθηματικά, κατορθώνουν να αποσπάσουν προσήλωση και αλλεπάλληλες… ανασηκώσεις φρυδιών από μεριάς δέκτη. Δεν μου το βγάζεις, λοιπόν, από το μυαλό, ότι ο εν λόγω δημιουργός δεν αφήνεται στην παρόρμηση να αναδιατυπώσει ή/και να επεκτείνει τις ήδη δοκιμασμένες και επιτυχείς εμπνεύσεις του, μα αναζητά διαρκώς νέες εκφάνσεις και συστατικά για να εμπλουτίσει την εκφραστικότητά του.

Προσπαθώντας να θέσω σε λογική βάση τους παραπάνω ισχυρισμούς, μου έρχονται στο νου τα αντανακλαστικά του Κίσσονα και δη η γενικότερη οπτική του απέναντι στη στυγνή και μη εξωραϊσμένη καθημερινότητα. Εδώ, υπάρχει μια κάψα ούτως ώστε να βρουν δίαυλο επικοινωνίας τα εντός των τειχών του εαυτού του, πέρα από τα ίδια τους όρια. Κι είναι αναζωογονητικό και λυτρωτικό, τελικά, για τον Νικήτα και για όσους στήσαμε αυτί, το πώς αυτά τα «μέσα» του μεθοδεύτηκαν ούτως ώστε «βγουν»… προς τα έξω. Ιδίως σε εκείνο το προ τριετίας άλμπουμ του Suiciety, όπου ο συγκλονιστικός τρόπος κατά τον οποίο συλλαμβάνει και μετουσιώνει ηχητικά το έντρομο βλέμμα του σκεπτόμενου ατόμου απέναντι στο σαθρό σκηνικό του 21ου αιώνα, συγκινεί αβίαστα. Eν μέσω μιας συναρπαστικής αλληλεπίδρασης ηχητικών… ιχνοστοιχείων, υπό τη συμπαράσταση σειράς σημαντικών αλλοδαπών μουσικών παγκόσμιας κλάσης.

Η εικονοπλαστική αφηγηματικότητα του Νικήτα συναντά τις αντίστοιχες των Joe Payne (φωνή, των The Enid), Linus Kåse (πλήκτρα, από τους Änglagård), Brett D’Anon (μπάσο, των Birds And Buildings), Walle Wahlgren (ντραμς, των Agends Of Mercy), για να πραγματώσουν παρέα ένα όραμα ευφυούς εκλεκτικότητας και συναρπαστικών προσανατολισμών. Εντός του, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει ένα γνήσιο prog μεγαλείο, και μακριά από παιχνίδια νοσταλγίας με τις εγνωσμένης αξίας συνταγές, οι εν λόγω μουσικοί χρησιμοποιούν τη φαντασία τους ώστε αφενός να παρακάμψουν μορφολογικούς περιορισμούς και αφετέρου να διατυπώσουν μια προσωπική, αναγνωρίσιμη διάλεκτο. Μπορεί, λοιπόν, να έρχονται στο νου ονόματα όπως αυτά λχ των Van Der Graaf Generator, Pink Floyd, Camel, Genesis, Frank Zappa, μα υπεισέρχονται σποραδικά και μόνο εδώ ως επιρροές, κι όχι για να πατεντάρουν την αισθητική τροχιά.

Κι αν στο ντεμπούτο άλμπουμ του The Fall Of Bliss που προηγήθηκε του Suiciety, ο Νικήτας είχε φανερώσει τις συνθετικές και ερμηνευτικές του δεξιότητες (εκεί ανέλαβε και τα φωνητικά), καθώς και τον τρόπο που αυτές θα κουμπώσουν σε μια ενιαία θεματολογία (τότε καταπιανόταν με τις κοινωνικές αλλαγές και το πώς αυτές εγκαθίδρυσαν μια περιρρέουσα παράνοια εκεί έξω), στην διάδοχη κατάσταση αυτού κατορθώνει να μεταλαμπαδεύσει αποτελεσματικά τις ιδέες του σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινές προσλαμβάνουσες και να φέρει μαζί τους σε πέρας τα πλάνα του. Μέσα από ευάερη και καρποφόρα σύμπραξη μεταξύ των συμμετεχόντων, έρχεται στο φως ένα κομψοτέχνημα, κατά τη διάρκεια του οποίου συνευρίσκονται psych ατμοσφαιρικότητα (με καθοδήγηση από πλήκτρα και κιθάρα), heavy rock οξύτητα, avant-garde πειραματισμοί στις κλιμακώσεις και στη σύνδεση αυτών, γάργαρη μελωδικότητα με λυρικό πυρήνα που την απολαμβάνεις.

Κι έρχεσαι στο 2018 και το άλμπουμ Topos, για να συνειδητοποιήσεις πως με την πάροδο του χρόνου, ο τριανταοκτάχρονος πια συνθέτης καταφέρνει ολοένα και περισσότερο να αποδώσει τις συλλήψεις του διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ των μερών τους, δίχως να αφαιρεί κάτι από τη δυναμική των πιο σημαντικών του… χαρτιών που μεταφέρει από προηγούμενα εγχειρήματά του. Αν συνυπολογίσουμε και την έμφαση στην ηχητική λεπτομέρεια, προσόν το οποίο επίσης διατηρεί, τότε καταλήγουμε σε ένα πραγματικά σαγηνευτικό κάδρο. Έναν ηχητικό διάκοσμο που δεν περιέχει τίποτα κρυμμένα νοήματα, έναν concept δίσκο όχι… ακριβώς ορθάνοιχτο σε ερμηνείες, μιας και το θέμα ορίζεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον δέκτη. Εσύ διαλέγεις τα μέρη που «επισκέπτεσαι» μέσα από την ταυτόχρονη επαφή σου με τα σαράντα περίπου λεπτά που διαρκεί, εσύ και τις μνήμες που θα σκιαγραφηθούν σαν καρέ στο νου σου.

Για τη αρχιτεκτονική του Topos, ο Νικήτας επιμένει… προοδευτικά. Πλάι σε «δικούς μας» αυτή τη φορά μουσικούς (Θεόδωρος Χριστοδούλου-τύμπανα, Νικόλας Νικολόπουλος-φλάουτο, Κωνσταντίνος Κεφαλάς-τρομπέτες, Παναγιώτης Κραμπής-πιάνο), καταθέτει δύο, περίπου εικοσάλεπτα, κομμάτια που αποτελούν ξέχωρες και συγχρόνως αλληλένδετες πράξεις για το πώς μια αλληλουχία στιγμιοτύπων καταλήγει υπέροχα να εικονογραφεί διαφορετικών λογιών τοπία. Κρατάω άμεσα στο μυαλό και την ψυχή, το δεύτερο εξ αυτών των κομματιών, “Topos 2”, με τον ειδυλλιακό συνδυασμό νατουραλισμού και φουτουρισμού του. Τις «συνομιλίες» που προκύπτουν από ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, με τα πνευστά να παιανίζουν ευδαιμονικά και την ίδια στιγμή ζοφερά πάνω από τη μελλοντολογική αχλή των συνθεσάιζερ, τα αρπίσματα από τις κιθάρες και τις ρομαντικές πομπές του πιάνου. Κι εκείνες τις Gilmourικές, μπλουζοδιειδής space κιθάρες να ενισχύουν μια βασική μελωδική γραμμή που διατρέχει τη ραχοκοκκαλιά σου.

Μέχρι την επόμενη φορά που ο Νικήτας ΔΕΝ θα δώσει τόπο στην οργή, εμείς θα προετοιμαζόμαστε (λέμε τώρα) για ένα ακόμη μπαράζ ηχητικών εκπλήξεων.

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Camel: Harbour Of Tears, 1996]

Ήταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου όταν άκουσα τον πρώτο rock δίσκο σπίτι μου. Μέχρι τότε με συνέπαιρνε μόνο η κλασική μουσική καθώς και το λεγόμενο «Νέο Κύμα». Ήμουν απογευματινός στο σχολείο εκείνη την περίοδο και έτσι τα πρωινά ήμουν μόνος στο σπίτι και φυσικά έψαχνα να απασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μελέτη για το σχολείο. Μία ημέρα, μια φίλη του αδελφού μου του έδωσε ένα CD και ενώ εκείνος δεν το άκουσε ποτέ, εγώ το έβαλα μέσα στο CD player αφού το βρήκα έτσι εκτεθειμένο στο σαλόνι. Μία νέα εποχή ξεκίνησε για μένα. To CD ήταν το Nude των Camel και είναι ο πρώτος rock δίσκος που άκουσα ποτέ. Ένιωσα σαν να ακούω κλασσική μουσική μαζί με ροκ και έτσι επιτέλους θα μπορούσα να ακούσω και εγώ κάτι κοντινό σε αυτό που άκουγαν οι υπόλοιποι συμμαθητές μου και αυτό θα έφερνε την πολυπόθητη κοινωνικοποίηση μου! Αμ δε!

Παρ’ όλα αυτά, ανακάλυψα ένα νέο είδος για εμένα. Το πρόβλημα μου ήταν βέβαια πως επειδή τότε internet δεν υπήρχε και επειδή υποθέτω πως δεν ήξερα να διαβάζω το booklet δεν ήξερα αν το συγκρότημα ήταν οι Camel ή οι… Nude! Αυτό λύθηκε τυχαία μία ημέρα όταν πήγα σε ένα δισκοπωλείο στο Χαλάνδρι να πάρω ένα CD του Vangelis Papathanasiou δώρο στον αδελφό μου (ήξερα πως δεν θα το άκουγε οπότε ουσιαστικά για μένα το πήρα!). Την ώρα που κοιτούσα τα CDs ένας υπάλληλος έφερε μία κούτα παραλαβής και την άφησε δίπλα μου. Έριξα μία κλεφτή ματιά και διαβάζω: Camel live in Concert. Όλα λύθηκαν και φυσικά το αγόρασα. Η ιδέα μου ήταν να ακούσω την συναυλία και ανάλογα με τα κομμάτια που μου άρεσαν, να αρχίσω να αγοράζω τους αντίστοιχους δίσκους. Όποιος γνωρίζει το εν λόγω live του 1984, καταλαβαίνει πώς μου άρεσαν… όλα τα κομμάτια και έτσι για τους επόμενους πολλούς μήνες ξεκίνησα να αγοράζω ένα CD ανά μήνα από το χαρτζιλίκι μου. Τότε τα δισκοπωλεία στην Αθήνα είχαν «της παναγιάς τα μάτια» μέσα και η διαδικασία αγοράς των δίσκων μαζί με την ανυπομονησία επιστροφής σπίτι για την ακρόαση (ενώ μέχρι να φτάσω είχα μάθει από το booklet μέχρι και το όνομα του βοηθού φωτιστή στις συναυλίες τους), έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου! Είχα βρει το αγαπημένο μου συγκρότημα και μέχρι σήμερα ασφαλώς εξακολουθεί να ισχύει. Παρά την μεγάλη εισαγωγή, ο δίσκος τους που με σημάδεψε ήταν άλλος. Και αυτός, μαζί με το Nude φυσικά, είναι από τους σημαντικότερους μου.

Ο καιρός πέρασε και οι οικογένεια κανόνισε ταξίδι στην Αγγλία. Την λάτρεψα αμέσως κάτι που όμως δεν εξακολουθεί να ισχύει! Σε μία εποχή χωρίς internet βασιζόμασταν για την ενημέρωση μας στα 1-2 περιοδικά που ασχολούνταν με το αυτό το είδος και τις επίσης λίγες ραδιοφωνικές εκπομπές. Καθώς ήμασταν λοιπόν σε ένα λεωφορείο στο κεντρικό Λονδίνο ρίχνω μία κλεφτή ματιά στο μουσικό περιοδικό που διάβαζε ένας επιβάτης. Το σαγόνι χαλάρωσε λιγάκι καθώς διαβάζω: “Camel’s new album, album of the month”. Καινούργιος δίσκος; Μα είχαν διαλυθεί το 1984. Αυτό είχα διαβάσει στα booklets. Φυσικά και δεν ήξερα για την αλλαγή έδρα τους στην Λατινική Αμερική, ούτε ότι είχαν βγάλει και άλλον δίσκο στο μεταξύ από την δική τους νέα εταιρεία. Ήταν το 1996 και ο δίσκος ήταν το Harbour Of Tears.

Με το που επιστρέφω στην Αθήνα πάω στα δισκοπωλεία όπου με ενημέρωσαν πως δεν είχαν ιδέα για αυτόν τον δίσκο και ούτε προβλεπόταν να τον φέρουν μιας και δεν ήταν στις λίστες εταιρειών-συνεργατών. Αμέσως συντάσσω ένα γράμμα και το στέλνω σε μία Αγγλίδα θεία μου και την παρακαλώ να στείλει κάποιον να τον αγοράσει και να μου τον στείλει, κάτι που στο επόμενο διάστημα έκανε. Και έφτασε. Και τον άκουσα. Και έκλαψα. Ανεξαρτήτου είδους προτίμησης, δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο που να μην ανατριχιάσει στις πρώτες στιγμές του όπου τη μία φανταστική ιρλανδέζικη μελωδία τραγουδισμένη a capella από γυναικεία φωνή διαδέχεται η κιθάρα του Andy Latimer. Ήταν ο ίδιος. Υπήρχαν ακόμα. Έκανα καιρό να μάθω την πλήρη ιστορία τους, καθώς και του δίσκου, αλλά για μένα σήμαινε πως το αγαπημένο μου συγκρότημα υπήρχε ακόμα και δεν είναι μία ιστορία που αφορά μόνο το παρελθόν. Πλέον θα είχα να περιμένω επόμενους δίσκους (και πόσο ανταμείφθηκα!). Ο ήχος δεν ήταν πλέον ’70s, οπότε άκουγα και εγώ μουσική του σήμερα (πολύς ανταγωνισμός με συμμαθητές!). Επίσης, είχα έναν δίσκο που δεν είχε κανείς άλλος τότε (ή έτσι πιστεύω!) αφού έκανε χρόνια να εμφανιστεί στην Ελλάδα. Και έτσι φτάσαμε στο έτος 2000…

Πήγαινα σε κάποιο μάθημα με το αυτοκίνητο του πατέρα μου ενώ άκουγα στο ραδιόφωνο Αλέξανδρο Ριχάρδο. Λίγο πριν φτάσω ακούγεται από τα ηχεία “Τώρα πλέον μπορώ να το ανακοινώσω επίσημα. Οι Camel θα δώσουν συναυλία στο Ρόδον” ενώ η φωνή του Ριχάρδου έτρεμε από συγκίνηση. Άρχισα να ουρλιάζω σε τέτοιον βαθμό που αναγκάστηκα να σταματήσω στην άκρη για να μπορέσω να εκφραστώ και με κλάματα. Το γεγονός που δεν περίμενα ποτέ μου να συμβεί και που είχα ονειρευτεί τόσες φορές θα πραγματοποιούνταν σε λίγους μήνες. Η συναυλία έγινε και για όποιον ήταν εκεί δεν ήταν απλό δώρο, ήταν ίσως η πιο σημαντική συναυλία της ζωής μου και καταλαβαίνετε την συγκίνηση μου όταν έμαθα από τους ίδιους το 2014 μετά από μία συναυλία τους στην Αγγλία πως την θεωρούν από της καλύτερες συναυλίες που έχουν κάνει ποτέ και το ελληνικό κοινό από τα πιο ζεστά και φιλόξενα, καθώς θυμόντουσαν έντονα τον κόσμο να τραγουδάει δυνατά τις μελωδίες τους κάτι στο οποίο δεν είχαν συνηθίσει.

Η συναυλία τέλειωσε. Εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Τα δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια του Andy Latimer καθώς έπαιζε το “The Hour Candle (A song for my father)” είχαν φτάσει στα δικά μου. Περίμενα έξω από το Ρόδον μαζί με άλλα 10 άτομα. Πώς να επιλέξεις έναν δίσκο να πας για υπογραφή; Ο ψηλός ήρωας μου βγήκε. Του έδωσα διστακτικά το Harbour Of Tears. Αναφώνησε ένα «Α…» μεταφραζόμενο ως «Μωρέ μπράβο!». Δεν μπορώ να ακούσω την τελευταία μελωδία του δίσκου χωρίς δάκρυα πλέον. Και ενώ το κομμάτι αναγράφει πως έχει διάρκεια 23 λεπτά, μόνο τα 8-9 λεπτά είναι μουσική. Στην αρχή περίμενα ένα epic που θα τους ισοπέδωνε όλους. Ο Μάγος όμως αποφάσισε να βάλει ήχους ακροθαλασσιάς για 15 λεπτά ενισχύοντας έτσι το concept του δίσκου. Ένιωσα μία αγκαλιά. Μία 15λεπτη ηρεμία δίπλα στη θάλασσα. Και σε ένα σημείο ακούγονται βήματα στην άμμο. «Α…»

Αφιερώνω το δεύτερο κομμάτι του καινούργιου δίσκου των Methexis, Topos, στο συναισθηματικό μου καταφύγιο (ή μάλλον «λιμάνι δακρύων») Andy Latimer. Κάπου στην μέση, όπως και στην αρχή, είναι ξεκάθαρη η αναφορά. Για πάντα ο ήρωας μου. Και μάλλον ναι, το Harbour Of Tears είναι ο αγαπημένος μου δίσκος. Και ας μην είναι ο καλύτερος δίσκος τους. Πόσο λίγη σημασία έχει. Υπάρχει ένας δίσκος για όλους μας…

ΥΓ: η τελευταία νότα του δίσκου που με feedback παλεύει σε κάθε live να κρατήσει μέχρι τέλους, μερικές φορές φωνάζοντας κιόλας “Come On!!!” στην κιθάρα του μάλλον σημαίνει περισσότερα από όλες τις νότες που έχει γράψει ποτέ. Και εγώ πάντα στην άκρη του γκρεμού… Μάθημα!

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #25: Στυλιανός Τζιρίτας

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Στυλιανός Τζιρίτας που καταπιάνεται με τον ηχητικό προσανατολισμό από τις ιδιότητες του συνθέτη, περφόρμερ, μουσικού παραγωγού, μουσικοκριτικού, ραδιοφωνικού παραγωγού, μας εξηγεί με γλαφυρότητα και ενθουσιασμό τους λόγους για τους οποίους το άλμπουμ Here Come The Warm Jets του Brian Eno, συνιστά την απάντηση στο ερώτημα «Αγαπημένος δίσκος;’.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Στη μακρά, πολύπλευρη και σχολαστική δραστηριοποίησή του πάνω στις ποικίλες μορφές και προεκτάσεις του ήχου, ο Στυλιανός Τζιρίτας δείχνει διαρκώς να αναζητά κάτι πέρα από το προφανές. Εμβαθύνει στο γίγνεσθαι των ακροαμάτων όχι μονάχα μελετώντας τις (και κάτω από τις) επιφάνειες και τις γωνίες των συχνοτήτων, αλλά εντείνοντας τις προσπάθειές του τόσο επί της ερμηνείας του διπόλου περιβάλλοντος(αιτίας και αφορμής)-αποτελέσματος στο έργο άλλων, όσο και επί της δικής του πρωτόλειας δημιουργίας ηχητικών δομών και τη ζωντανή αποτύπωσή τους (κι όχι την πιστή αναπαραγωγή τους) ενώπιον κοινού. Προσπάθειες, εν τέλει, οι οποίες εκδηλώνουν τις πτυχές μιας προσωπικότητας που σταχυολογεί στοιχεία και συστατικά από τα μέσα και τα έξω της, ώστε να τα μεταπλάσει σε ροές συλλογισμών με αδιαπραγμάτευτη την ιδιοσυγκρασιακή της θέση.

Από τα «παπούτσια» του εκφραστή ηχητικών προσδιορισμών-δεν τον λογίζω μεταξύ άλλων ως έναν τυπικό συνθέτη και μουσικό, κι ως εκ τούτου δεν μου «βγαίνει» να τον αναφέρω ως τέτοιο- ο Τζιρίτας μοιάζει να κινείται προσηλωμένα κάπου ανάμεσα στην ambient αρχιτεκτονική, την musique concrete συγκρότηση και κατάθεση ερεθισμάτων, τις spoken word πρακτικές, την αληθινή alternative rock εκφραστικότητα των ’80s και ’90s εξ ΗΠΑ, τη free jazz νευρικότητα, και εκείνες τις εκφάνσεις του προοδευτικού ροκ (με σημείο «μηδέν» τα ’70s) που θέλουν τη συνθετική διαδικασία ως μια συνισταμένη ποικίλων παραγόντων (concept, ψυχο-συναισθηματικές κλιμακώσεις, χειρισμό διαφόρων εξαρτημάτων και αλλιώτικων μεταξύ τους υφολογικών χαρακτηριστικών υπό μια κοινή κατευθυντήρια γραμμή).

Αξίζει να σταθεί κανείς σε ολάκερο τον βηματισμό του αποψινού Δισκοπαθή, ούτως ώστε να εξαγάγει ασφαλή(;) συμπεράσματα γύρω από τα όσα έχει παρουσιάσει με τα χρόνια στο ακροαστικό(sic) πεδίο. Με απαρχή τα ύστερα ’80s και τα πρώτα χρόνια των ’90s, πιο συγκεκριμένα μέσα από την ενασχόλησή του με τα μουσικά πεπραγμένα την περίοδο που την «έψαχνε» με τo raw rock των Feedbacking The Grass και Phoenix Εxcrementi, επιφορτίζεται με κιθάρα και μικρόφωνο, σε ένα ύφος που κόμιζε παραστάσεις και επιρροές από τα δρώμενα των post punk/hardcore ημερών της άλλης άκρης του Ατλαντικού, καθώς και της βρετανικής noise rock σκηνής (της post- The Jesus and Mary Chain γενιάς). Κι έρχονται τα ’00s και το πρώτο ολοκληρωμένο του άλμπουμ, Uba, εν μέσω του υβριδικού πύρινου παραναλώματος που έστησε το 2002 με το σχήμα Κοψωκέφαλοι (τι όνομα!), στήνοντας εν προκειμένω γέφυρες μεταξύ avant-jazz ελευθεριότητας, punk πνεύματος με ρυθμικά afro/funk υποστηρίγματα και ακραιφνούς rock ‘n’ roll βιώματος. Θαρρώ πως εκεί βρίσκονται τα ουσιαστικά και πρωταρχικά ψήγματα, δείγματα-όπως θέλετε πείτε τα- ενός συνειδητού προσανατολισμού από μεριάς Τζιρίτα, που εν συνεχεία θα συνδράμουν στο όλον της (ολοένα και διευρυνόμενης) ταυτότητάς του. Εκεί θα δώσει το έναυσμα με φωνή και κλαρινέτο. Από εκεί κι έπειτα, πιστεύω, θα αντιληφθεί κι ο ίδιος ότι ανοίγει μια αλλιώτικη… οδός, το παιχνίδι μεταφέρεται μονομιάς σε άλλο τερέν για το προσωπικό του όραμα.

Όραμα, το οποίο θα ακολουθήσει κατά μόνας αρχικά, μια διετία μετά, στην Κτιριολογία και δεύτερο σόλο ηχογράφημά του (μετά την κασετοκυκλοφορία του Weirdo’s Tale, εκεί ως Rayfish D.A.L.) και στο οποίο για πρώτη φορά το λεκτικό έρεισμα, αυτό των λέξεων της ελληνικής γλώσσας, θα διαδραματίσει κυρίαρχο λόγο στις ηχο-κατασκευές του. Κατά τη διάρκεια του προκείμενου δίσκου, ο σαρκασμός και η διάθεση για να αποδοθούν με μια χιουμοριστική χροιά τα τεκταινόμενα (αληθινά ή μη), οικοδομούν το ερμηνευτικό σκηνικό. Αυτό το δίπτυχο είναι που πιάνει το νήμα από τους σουρεαλιστικούς-μα πιθανότατα (καθόλα) βασισμένους σε πραγματικά γεγονότα- στίχους και το προωθεί σε ευθεία γραμμή με τη γκρουβάτη ρυθμολογία που επικοινωνούν ευφορικά μπάσο και τύμπανα. Πλάι τους, παρατηρείς την κατάλληλη… φροντίδα του Τζιρίτα στα πνευστά, που αφήνει την αίσθηση του ότι «τα σπάμε γιατί έτσι μας βγαίνει, του δίνουμε και καταλαβαίνει βρε παιδάκι μου». Άλλωστε, η «εικόνα» της εκστατικής παράστασης και της εκτεταμένης θεατρικότητας, μαρτυρά και τα όσα επί σκηνής πράττει ο Τζιρίτας με τα κατά καιρούς σχήματα και τις συνεργασίες του.

Εκ της ανάγκης για live εκπροσώπηση των ιδεών του,  προκύπτουν οι Στυλιανός Τζιρίτας Unit και στέκονται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία συντονισμού ανθρώπων με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού και της ανίχνευσης τρόπων ζωντανής αλληλεπίδρασης, όχι μόνο μεταξύ τους, μα και με τον χώρο στον οποίο δοκιμάζουν, και τους περιβάλλει. Ο ίδιος ο εμπνευστής αυτού του πυρήνα, ο Στυλιανός, λόγω της προϋπηρεσίας του σε εργοστάσιο μπρούτζου(!) έχει μεταφέρει εμπειρίες από αυτή σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες από την καθημερινότητα της μεγαλούπολης. Μια ανοιχτή λοιπών παρέα μουσικών (στην οποία έχουν συμπράξει οι Αντώνης ΛιβιεράτοςΒασιλική Παπαδημητρίου, Γιώργος Τσοπάνος, Γιώργος Τσιρίκος) με σταθερό μοχλό τον Τζιρίτα υφίσταται και επιχειρεί ενώπιον κοινού, φτιάχνοντας πέρα από ηχητικές κατασκευές με ανατρεπτικές ενορχηστρώσεις και installations, performances γύρω από ένα κεντρικό συνήθως θέμα, με το λαρύγγι του Τζιρίτα να ξεσπά, είτε μέσα από το κλαρινέτο του, είτε αξιοποιώντας τους γλωσσικούς φθόγγους. Είπαμε, ο λόγος έχει την… τιμητική του στις απόπειρες του Τζιρίτα.

Σε αυτή την εξελικτική πορεία θα κουμπώσουν και τα επόμενα εγχειρήματά του. Πρώτος σταθμός οι improv δισκογραφικές στιγμές και live εμφανίσεις των Trypanosoma, με τον Μάκη Παπασημακόπουλο (αργότερα στους Rattler Proxy) συνοδοιπόρο. Τα άλμπουμ τους Bayonette Limbo και A Study In Power (του 2005 και του 2006 αντίστοιχα), αμφότερα εσωκλειόμενεα σε DIY συσκευασίες CD-r, εκπέμπουν αυτοσχεδιαστικές free jazz διαθέσεις σε… hardcore φόντο, αυτή τη φορά με τη συμπαράσταση αιχμηρών ηλεκτρονικών μερών και του Fender Rhodes δια χειρός Κωστή Στεργιού, αστικής και βιομηχανικής χροιάς βόμβων, επίμονα ακατάληπτων φωνητικών και spoken word περασμάτων (αποκλειστικά στο δεύτερο εξ αυτών των δίσκων, υπό την ερμηνεία της Γαλλίδας Hedwige Hurtel). Μια μετάβαση, σε μια αντίληψη περισσότερο μπασμένη στον πειραματικό χώρο. Στο σημείο αυτό, δε, o Τζιρίτας συναρμολογεί ευέλικτες ωδές από κλαρινέτο και τενόρο σαξόφωνο, από μικροφώνου αλαλαγμούς, κοφτές μπασογραμμές και σκιαχτικά μοτίβα από θέρεμιν.

Κρατάς κι εκείνη την εξαιρετικά εύστοχη παραγωγή του στο EP των Victory Collapse, Rumours (2007), όπου o υποφαινόμενος σοφά επιλέγει να επιτείνει την οξύτητα και τον ανεπιτήδευτα ορμητικό ειρμό των συνθέσεων του εν λόγω αθηναϊκού post punk συγκροτήματος, δίχως να παραποιεί τις μελωδικές του αρετές. Κι έρχεσαι ξανά μανά να «δεις» μέσα από μια οπτική που αναπτύσσεται σταδιακά και στοχευμένα, υπάρχει πλάνο, το λοιπόν, το φωνάζουν κατοπίν δίχως να προσκολλώνται σε αυτό δύο mini album (Τ.Η.Πx2.N.Z. και A(r)mour), τα οποία δημοσιοποιούνται το 2012 και 2013 αντίστοιχα. Αυτό, το τελευταίο χρονικά από τα τρία,  το Α(r)mour, με τη διόλου τυχαία αμφισημία στον τίτλο του (armor και… amour συγκατοικούν στην ίδια λέξη), απευθύνει στο δέκτη ακόμη περισσότερα ερωτήματα και τον τοποθετεί στη περίοπτη θέση του… συνομιλητή. Ambient υφής μοτίβα με drone στρώσεις, συγκοπτόμενες jazz φράσεις, μυστικιστικής υφής αναπτύξεις και στη μέση… ο αστικός κλοιός. Σε έναν ανάλογο προσανατολισμό, με έμφαση στην αφαιρετικότητα και την κόψε-ράψε φιλοσοφία στη ροή των εκτελέσεων να κυριαρχεί, ο Τζιρίτας θα φέρει στο φως και το τελευταίο μέχρι και σήμερα πλήρους διάρκειας δίσκο του, το Α.Ο.Rτου 2015.

Πλησίον όλων των προηγηθέντων κόμβων στο ηχητικό πλάνο του προκείμενου καλεσμένου μας, συναντά κανείς και την επιμέλεια του στο περιρρέον δισκογραφικό τοπίο της χώρας μας. Ο ίδιος άνθρωπος, βρίσκεται από το 2015 πίσω από την ετικέτα ακραιφνώς πειραματικών έργων A Man Out Of A Man Records, υπό τη σκέπη της οποίας κυκλοφορούν εκεί έξω συλλήψεις με ιδιότυπη σφραγίδα από τους εμπνευστές τους. Το τελευταίο ηχογράφημα του Βαγγέλη Μπουλουχτσή –των Κεφάλαιο 24 και Όμμα- που τιτλοφορείται ως Αντηχήσεις αποτελεί ένα τέτοιο, εντός ενός ανοιχτού πλαισίου αυτοσχεδιαστικών ασκήσεων με το μπάσο σε ρόλο καθοδηγητή και το psych-ambient στίγμα να περιβάλλει μια συνεύρεση Δύσης, Ανατολής και εγχώριας παρακαταθήκης. (Το λιγότερο) Εξαιρετική δύναται να χαρακτηριστεί μια σειρά από συνθέσεις που απαρτίζουν την συλλογή Έλληνες Συνθέτες Ηλεκτρονικής Μουσικής Σε Πεδία Επιστημονικής Φαντασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ντόπιοι δημιουργοί από το μετερίζι της ευρύτερης ηλεκτρονικής τεχνοτροπίας επί του ήχου, αλληλεπιδρούν σε διαγαλαξιακής και εν γένει sci-fi οπτικής ηχητικά θέματα.

Οφείλω να ομολογήσω, καθώς προχωράμε στο παρόν κείμενο, πως ισάξια βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα να αναφερθώ στον Στυλιανό, είναι τα όσα μας έχει εξωτερικεύσει από τη σκοπιά του μουσικοκριτικού. Βλέπετε, τόσο ο αναλυτικός τρόπος υπό τον οποίο τοποθετείται απέναντι σε μουσικές καταθέσεις, όσο και οι ατομικές και κατ’ επέκταση κοινωνικές προεκτάσεις που εντοπίζει σε αυτές, φανερώνουν πέρα από γνώσεις και οξυδέρκεια. Και δεν αναφέρομαι σε κοινότυπα και πρόδηλα συμπεράσματα από μέρους του, αλλά σε μια ευρυγώνια ματιά που εξερευνά, κατανοεί και επεξηγεί καίρια σημεία της μουσικής έκφρασης καθώς και λεπτομέρειες αυτών, που τελικά κάνουν τη… διαφορά. Κι είναι κι η ίδια η αφηγηματική οδός που ακολουθεί, η οποία ρέει πηγαία και συναρπάζει.

Η παραπάνω «συνήθεια» του Στυλιανού, δεν περιορίζεται στα εκάστοτε κείμενα που έχει επιμεληθεί για τον μουσικό τύπο (έντυπο, δηλαδή Ποπ & Ροκ, Ήχος, Sonik, κ.α., κι ηλεκτρονικό, όπως κυρίως Avopolis και Crooked Minds), τα ενθουσιώδη fanzines (Σαστέιν, Trash City, Fractal, Κόρη Οφθαλμού), το blog του και τα συγγραφικά του εγχειρήματα (βιβλία για τον Elvis, τους U2 κ.α.), μα επεκτείνεται και στην παρουσία του στα ερτζιανά. Οι ραδιοφωνικές του εκπομπές στο πλευρό του συναδέλφου του στο Avopolis και το Sonik, επίσης εξαίρετου μουσικογραφιά, Χάρη Συμβουλίδη, φιλοξενούμενες στη συχνότητα Στο Κόκκινο 105.5 κάτω από τον τίτλο Συχνοτική Συμπεριφορά, φωτίζουν με ζωντάνια και παραστατικότητα εκφάνσεις ηχογραφημάτων από αλλιώτικα μεταξύ τους υφολογικά φάσματα. Στο γούστο και την αισθητική του προαναφερθέντος ντουέτου μπορούν κάλλιστα να χωρέσουν και να συνυπάρξουν ο Στέλιος Καζαντζίδης με τους Beach Boys και τον Στέφανο Βασιλειάδη, κι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τον David Sylvian και τον RZA.

Θα εξακολοθήσω κατά πως φαίνεται να παρακολουθώ τις εμπνεύσεις του Στυλιανού και κάτι μου λέει πως σε καθεμιά από δαύτες θα βρίσκω σημεία για να κοντοσταθώ…

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Brian Eno: Here Come The Warm Jets, 1973]

Μιλώντας με τον Παναγιώτη Σταθόπουλο για την κατάρτιση που αφορά το δικό μου σκέλος σε αυτή τη δημοσίευση διαπίστωσα ότι δεν αποτέλεσε έκπληξη η επιλογή μου όταν την κοινοποίησα σε ένα email. Για την ακρίβεια μου είπε ότι ο συγκεκριμένο δίσκος ήταν αυτός που και ο ίδιος είχε στο μυαλό του ως έναν από τους πιθανότερους, αν όχι ο πλέον αναμενόμενος, ως κορυφαίος από μεριάς μου και υποψήφιος για το κείμενο αυτό. Αν και η λέξη «Αναμενόμενος» είναι δικό μου πηλίκο από τα λεγόμενα του Σταθόπουλου εντούτοις με προβλημάτισε, ίσως γιατί μου είπε ότι έχω μιλήσει στο παρελθόν αρκετές φορές είτε σε άρθρα είτε σε κείμενα στην προσωπική μου σελίδα στο fb ή στο blog εκθειαστικά γι αυτή την κυκλοφορία. Θα προσθέσω στο σκεπτικό του Παναγιώτη ότι ακόμα και όταν η Θάλεια Ραφτοπούλου μου ζήτησε πριν μερικά χρόνια για τις ανάγκες ενός φιλμικού πειράματος της να μιλήσω για τον αγαπημένο μου δίσκο, πάλι γι αυτόν μίλησα.

«Και γιατί δεν είναι το The First Day των Sylvian/Fripp;» μονολόγησα, μετά την ιντερνετική συζήτηση με τον ξενοδόχο της σελίδας, καθότι εκεί ακούσαμε σκληρή κιθάρα που ΔΕΝ παρέπεμπε στο rock (κάτι που μήτε στο Last Exit της downtown κουλτούρας δεν επετεύχθη) μαζί με το απόσταγμα της γιουνγκιανής πιστοποίησης της επίδρασης της ανατολικής φιλοσοφίας στο δυτικό άνθρωπο, γιατί δεν είναι (σταμάτησα να μονολογώ και περιορίστηκα σε εσωτερικές συνειρμικές οδούς) το Eisen του David Jackman που όταν το πρωτοάκουσα μου ήρθε (και παραμένει) η φράση «μεγαλειώδης μουσική» στο μυαλό. Εν τέλει γιατί δεν είναι το Υπάρχω του Καζαντζίδη μίας και μιλάμε για μία κατάθεση που εκτός του εξωφρενικά και εκτός κώδικα υπαρξιακού παραληρήματος στην εκκίνηση του δίσκου έχει σμιλευμένο τον πρώτο concept λαϊκό δίσκο στην ιστορία του ιδιώματος θέτοντας ως παρωχημένη όχι μόνο την προηγούμενη λογική της άτακτης συλλογής 45αριών των καλλιτεχνών αλλά και την ομοιομορφία στην παραγωγή και ενορχήστρωση (η Μικρά Ασία και οι Μικρές Πολιτείες της ίδιας περιόδου δεν είναι έργα λαϊκής δομής αλλά με ψήγματα αυτής). Γατί να μην είναι το Virgin Beauty του Ornette Coleman που απέδειξε ότι εκτός του ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει ακόμα και τρεις τομές στην ιστορία της μουσικής στην πορεία της καριέρας του ή το Machine Head που έθεσε επί τάπητος ότι το hard rock συνεχίζοντας την 50s elvisιάδα ανήκει αποκλειστικά στην τεστοστερόνη που διοικεί δάκτυλα και γλώσσα και σε καμία περίπτωση δε χρειάζεται χαριτόβρυτες σοφιστικέ υποσημειώσεις για να υπάρχει ως αυτόνομο είδος.

Η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το Here Comes the Warm Jets, φυσικά. Η απάντηση βρίσκεται στη διαχείριση του δίσκου από τον ίδιο τον Brian Eno είτε σε επίπεδο παραγωγής (γνωστές οι μέθοδοι που είχαν να κάνουν όχι με την καλωδιακή συντεταγμένη αλλά και με την λογοκινητική θεωρία με την οποία περαίωσε το δίσκο ο Eno) είτε με την ίδια την παρουσία του δίσκου στα ράφια με την αισθητική να ξεκινάει από το εξώφυλλο και να καταλήγει στην τελευταία νότα του ομότιτλου τραγουδιού που ήταν και η σαρκαστική όσο και μακάβρια έξοδος της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.

Το Here Comes the Warm Jets είναι πέρα από κατηγορίες και ταμπέλες.
*Δεν είναι (μόνο) art rock η διάρκεια των τραγουδιών είναι στα όρια τη εισαγωγής προς την επικείμενη σύνθεση για το είδος.
*Δεν είναι (μόνο)pop διότι τι γυρεύει το διάρκειας 3 λεπτών και όμοιο της ωμότητας του Πιτυοκάμπτη solo του Fripp στο “Baby’s on Fire”.
*Δεν είναι (μόνο) glam διότι έχει τρίτες αναγνώσεις του κάθε τραγουδιού.
*Δεν είναι (καθόλου) rock διότι απλά ο οπαδός της εποχής εκείνης που άκουγε Doobie Brothers και Led Zeppelin το έβρισκε ακατανόητο στους στίχους και ασύντακτο στον ήχο. Η ακρόαση του δίσκου ακόμα και σήμερα από ένα μεταλλά θα γίνει κάνει κάτι παραπάνω από προφανές το επιχείρημα.
*Δεν είναι (μόνο) πειραματισμός διότι έχει χιούμορ.

Το να αναλύσω γιατί συνθέσεις όπως το “Baby’s on Fire” έχουν μία ντανταϊστική δομικότητα (όσο και αν αυτό το δίδυμο ακούγεται αντιστικτικό) θα ήταν κουραστικό διότι ο Σταθόπουλος καταρτίζει το blog και όχι εγώ σε συνέχειες (για τέτοια έκταση μιλάμε). Το ίδιο ισχύει για τον ακρογωνιαίο λίθο λυρισμού στα ’70s, με αναφορές κατευθείαν στον Satie όσο και στον Ravel και ο λόγος φυσικά για το “On Some Faraway Beach” που ακόμα ακούω σε 8-Track (και στο ανάλογο μηχάνημα βέβαια) που του προσδίδει ακόμα περισσότερη γοητεία ένεκα των (αναμενόμενων) θορύβων της ταινίας.

Το Here Comes the Warm Jets στην ουσία του και παρόλα αυτά που ανέφερα δύο παραγράφους παραπάνω ήταν απόλυτα προσβάσιμο, από την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του αρκεί πρώτον να είχες/έχεις ένα καλό ζευγάρι ακουστικών για να αντιληφθείς την οργιαστική ατμόσφαιρα των πίσω στρωμάτων ήχου σε κάθε της λεπτομέρεια και δεύτερον να είχες/έχεις αποδεχθεί ότι ο Jackson Pollock ήταν μία τομή όχι απλά για την τέχνη του 20ου αιώνα αλλά για τον τρόπο που εν δυνάμει μπορούμε να αντικρίσουμε το καθημερινό γίγνεσθαι.

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #24: Χρήστος Χριστοδούλου

Χρήστος Χριστοδούλου

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Χρήστος Χριστοδούλου του οποίου τις συνθετικές εμπνεύσεις συναντάμε κυρίως στην ηχητική πλαισίωση βιντεοπαιχνιδιών, και δευτερευόντως θεατρικών παραστάσεων και έργων για τη Μεγάλη Οθόνη, εξωτερικεύει την κάψα του για το άλμπουμ Dead Air For Radios, του Chroma Key (Kevin Moore).

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Η εκάστοτε επαφή με τον ηχητικό διάκοσμο που στήνει ο Χρήστος Χριστοδούλου, πότε μέσα από το μουσικό περίβλημα που ο ίδιος τοποθετεί σε video games και πότε από εκείνες τις εμπνεύσεις του που στέκονται τόσο πλάι στα καρέ κινηματογραφικών παραγωγών, όσο και στο φόντο θεατρικών παραστάσεων, μας συστήνει έναν -θα μου επιτρέψετε- υπερρεαλιστή συνθέτη. Από αυτή τη σκοπιά, ο Χριστοδούλου μοιάζει να ασπάζεται την άποψη, ή καλύτερα την φιλοσοφία καλλιτεχνικής ζωής του Edgar Froese (και σύσσωμων των παλιών καλών Tangerine Dream), που θέλει τη μουσική να αποτελεί μια αλληλουχία χρωμάτων. Τις μουσικές συλλήψεις, όπως λχ και τους περίφημους πίνακες του Νταλί (περιπλανιόμαστε… ακόμη στα λημέρια του υπερρεαλισμού), απαρτίζει ένα πλατύ φάσμα αποχρώσεων, εν προκειμένω προερχόμενο από παλέτες… ηχοχρωμάτων.

Που τον χάνεις, που τον βρίσκεις, ο Χριστοδούλου ανακατεύει διαρκώς την «τράπουλα» των ηχητικών επιλογών του, με τρόπους οι οποίοι απλώνουν εδώ κι εκεί ουσία και λεπτομέρειες που εντείνουν το στοιχείο της έκπληξης. Ο ίδιος διαμορφώνει τα ακροάματά του βασιζόμενος σε μια ποικιλομορφία μοτίβων, η εκφραστικότητα των οποίων πέραν της υφολογικής ευρύτητας που την διακρίνει, εξωτερικεύει και αλλιώτικες μεταξύ τους ψυχολογικές καταστάσεις, ή, αν προτιμάτε, διαθέσεις. Εδώ υπεισέρχεται κι αυτό το… αλισβερίσι των χρωμάτων στο οποίο επέμεινα νωρίτερα. Η καλλιτεχνική φαντασία του εν λόγω δημιουργού παρέχει κατάλληλο αποκούμπι στις συναισθηματικές διακυμάνσεις ώστε να δράσουν, είτε εκείνες απορρέουν από τις γκριζωπές πτυχές της καθημερινότητας, είτε καταφθάνουν μέσα από στιγμές ευφορίας.

Εκείνο λοιπόν που σφυγμομετρά επιτυχώς τον αντίκτυπο των πεπραγμένων του υποφαινόμενου συνθέτη, είναι η ευχέρεια στη διαχείριση και εν τέλει ανάπλαση των καταβολών και των ερεθισμάτων του γενικότερα. Οι καθόλα οργανικές και δίχως την υποστήριξη στιχουργικού, και εν γένει λεκτικού μέρους αναπτύξεις του, αναπνέουν όμορφα μέσα στο αντάμωμα διαφορετικών μεταξύ τους ηχητικών συντεταγμένων. Σε μια ανοιχτών οριζόντων και πολυπρισματικής αντίληψης γραφή, ο εμπνευστής της αξιοποιεί με σύνεση και επιδεξιότητα συστατικά από διάφορα σημεία ανά τον κόσμο σε πολύπλευρα στιγμιότυπα που συναρπάζουν.

Οι θέσεις του εν λόγω Σπαρτιάτη κάνουν έντονα την εμφάνισή τους κατά την συνύπαρξη της Άπω Ανατολής με τη Δύση και τη… Μεσόγειο, έξι χρόνια πίσω, στο σαγηνευτικό OST με τις αληθινά ρομαντικές βινιέτες του, για το point ‘n’ click adventure game The Sea Will Claim Everything (τι τίτλος!). Εν συνεχεία, επεκτείνονται στα μεμονωμένα και για ποικίλους σκοπούς tracks των The Uncanny Valey και Reks’ Mundi, εκδιδόμενα το 2013 και 2014 αντίστοιχα, καθώς και στο εγχείρημα για το ημιτελές και τελικά μη κυκλοφορημένο παζλ βιντεοπαιχνίδι Tangram, που ακούμε πια στο EP του 2015 Three Old Stones,  όπου η εξωτική χροιά της ιαπωνικής και κινέζικης κλασικότροπης και όχι μόνο ηχητικής κουλτούρας, δρουν στο προσκήνιο και πριν σβήσουν περνιούνται από ένα φίλτρο που θυμίζει Amon Tobin.

Παρ’ όλες τις παραπάνω αξιοπρόσεκτες καταθέσεις του, ο Χριστοδούλου είχε στο μεσοδιάστημα (το 2013) προσεγγίσει ένα αληθινό αποκορύφωνα όταν αρχικώς έδαφος για πειραματισμούς σε ala’ Warp Records αισθητικής πεδίο, με το score για mobile game Droidscape: Basilica (στη συλλογή Hexadecimal θα το εντοπίσουμε), και ολοκληρωτικά από τη στιγμή κατά την οποία πιάνει να συναρμολογήσει τα κομμάτια που θα ωθήσουν ηχητικά το action shooter game Risk Of Rain. Εκεί πραγματικά συντελείται… κάτι άλλο, τα μέρη ενορχηστρώνονται αριστοτεχνικά σαν συγκοινωνούντα δοχεία μιας ενιαίας λογικής δόμησης. Εδώ ρέει το προοδευτικό ροκ με απαρχή τις ’70s βάσεις, αλλά συμπορευόμενο και με τις μεταστάσεις του από τα ’80s μέχρι τα ’00s, μέσω υπέροχα κατανεμημένων συχνοτήτων από πληκτροφόρα όργανα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα (synths, keyboards, pads κ.α.), καθώς επίσης κι από το γνώριμο για τις ροκ φόρμες ενορχηστρωτικό τρίπτυχο, μα εκπεφρασμένο με μη τυποποιημένο τρόπο, κιθάρες-μπάσο-τύμπανα. Αυτή, λοιπόν, η νέα τάξη πραγμάτων στο δρόμο του Χριστοδούλου θα τον παροτρύνει και για επιπρόσθετα… παραστρατήματα.

Το πρώτο από αυτά, ακούει στο όνομα Wanderlust Adventures και αποτελεί ένα εξαίσια υβριδικό  σάουντρακ για το ομώνυμο RPG βιντεοπαιχνίδι, εντός του οποίου συνευρίσκονται αρμονικά όψεις του ροκ, της ηλεκτρονικής και της κλασικής σύνθεσης.  Σκυτάλη παίρνει η αιχμηρή IDM (ο όρος που θες και δεν θες να αναφέρεις) γλώσσα ούτως ώστε να ενσωματωθεί στο Earthling Priorities και έπειτα για να εμφανιστεί περισσότερο τεταμένη, ισχυρή  και σκοτεινή με τη βοήθεια μιας πιότερο ambient προσέγγισης στην επένδυση της ταινίας περιπέτειας Do It Yourselfτου Δημήτρη Τσιλιφώνη. Ενδιάμεση στάση, η εκστατική μουσική επιμέλεια για το stealth-action σύμπαν του video game Deadbolt, μέσα στο οποίο φανκοειδείς, στιβαρές fuzzy και «εγκαφαλικές» κιθάρες, κυκλικά συνθεσάιζερ και πλήκτρα (με ορισμένα τζαζ περάσματα), πληθωρικές μπασογραμμές, κοφτά beats και φυσική ρυθμολογία, στήνουν ένα ελκυστικά χορευτικό τριπ, στο οποίο ξεπροβάλλουν και υπέροχα ατμοσφαιρικά μέρη.

Το χαρακτηριστικό που πραγματικά αναδεικνύει σε μεγάλο βαθμό και κατ’ επέκταση ενοποιεί όλους τους ανωτέρου ηχητικούς προσανατολισμούς του Χριστοδούλου, είναι η μελωδικότητα των κατασκευών του. Αυτή παρίσταται -εντυπωσιακά, τις περισσότερες των περιπτώσεων- στο επίκεντρο των τεκταινομένων που λαμβάνουν χώρα στα όσα μας έχει εξωτερικεύσει μέχρι σήμερα. Ελπίζω πως αυτή θα εξακολουθήσει να… λύνει και να δένει και στις επόμενες στροφές της σταδιοδρομίας του.

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

Dead Air For Radios
[Chroma Key: Dead Air For Radios, 1998]

Όποιος σου πει ότι ήξερε τι θα άκουγε στον τον πρώτο προσωπικό δίσκου του Kevin Moore, λέει ψέμματα.

Πριν καν ολοκληρωθούν οι ηχογραφήσεις του Awake (1994), ο πρώην πληκτράς των Dream Theater είχε ανακοινώσει την επικείμενη αποχώρησή του από το σχήμα—γεγονός που εκ των υστέρων φαίνεται αυτονόητο. Μας είχε δώσει δείγματα γραφής με τα κομμάτια “Wait for Sleep” και “Space-Dye Vest”, τα οποία, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να ενταχθούν στον ήχο της μπάντας, άφηναν σαφείς υπόνοιες ότι ο Moore είχε να πει κάτι πέραν του progressive. Η είδηση λοιπόν της κυκλοφορίας μιας σόλο δουλειάς ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, πόσο μάλλον στον υπογραφόμενο εκκολαπτόμενο πληκτρά που εκείνη την εποχή είχε τον Moore σαν πρότυπο.

Έτσι, τέλη του 1998 βρίσκομαι στο πάλαι-ποτέ Rock City για να αγοράσω ένα CD με ένα περίεργο πορτοκαλί εξώφυλλο που, αντί για Kevin Moore, φέρει την υπογραφή Chroma Key και τον τίτλο Dead Air For Radios. Στη διαδρομή της επιστροφής άρχισα να διαβάζω το βιβλιαράκι: “On a beach 20 yards from the roadside, back again, 6am, far from sleep”. Βλέπω τον Moore να μου κλείνει το μάτι (ως στιχουργός των 6:00 κ Wait for Sleep). Βλέπω τον Mark Zonder στα τύμπανα, βλέπω τις ευχαριστίες (θα αναφέρει άραγε τους παλιούς του bandmates;).

Φτάνω σπίτι, βάζω το CD στο player, φοράω ακουστικά, πατάω play… Ο 18χρονος εαυτός μου, μεγαλωμένος με Floyd, Beatles, Theater, Queen, δυσκολεύεται να κατηγοριοποιήσει αυτό που ακούει. Κάποιοι παλμοί της μεμβράνης είναι γνώριμοι. Ακούω συνθεσάιζερ, πιάνο, ντραμς, μπάσο, κιθάρα αραιά και που. Ακούω φωνή («αυτός που τραγουδάει γιατί είναι μονίμως βραχνιασμένος;» με είχε ρωτήσει μια φίλη κάποτε). Αλλά επίσης ακούω ακαθόριστα μουσικά στυλ που εναλλάσσονται από κομμάτι σε κομμάτι, μια αρμονία φτιαγμένη όχι από όργανα αλλά από αιθέρα, ανθρώπους να συζητάνε, ακανόνιστους θορύβους, ησυχία, ένα γαμημένο ποντίκι. Και η κάποια στιγμή η ακρόαση του δίσκου ολοκληρώνεται καθώς έρχεται το τέλος του κόσμου—είμαστε όλοι νεκροί.

Ή μάλλον, όχι ακριβώς νεκροί. Πλησιάζουμε το τέλος σκαρφαλώνοντας μια Σκάλα του Ιακώβ. Ζούμε τις τελευταίες μας στιγμές που στο μυαλό μας φαντάζουν χρόνια. Κι αυτές οι στιγμές, για αυτόν τον εκκολαπτόμενο πληκτρά που έχει ως πρότυπό του τον Kevin Moore, έχουν πλέον σαφές σημείο εκκίνησης. Η Σκάλα έχει βάση και η βάση έχει τίτλο και ο τίτλος της είναι Dead Air For Radios.

|>| Στήσε αυτί |<|