Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #22: Χρήστος Παπαδάκης (Tendts)

Cheap Poetry

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Χρήστος Παπαδάκης και 1/2 του ηλεκτρονικού ντουέτου των Tendts ανασύρει σκέψεις και συναισθήματα που του προκαλεί το-πρωτοκυκλοφορημένο το 1980- Remain In Light των Talking Heads, μέσα από ένα ξεκαρδιστικό διάλογο…

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ο Χρήστος Παπαδάκης αποτελεί τον έναν από τους δύο συνδετικούς κρίκους στην αλυσίδα που τιτλοφορείται ως Tendts. Πρόκειται για ένα δίδυμο ηλεκτρονικής μουσικής από τη συμπρωτεύουσά μας, το οποίο συμπληρώνει ο αδερφός του Χρήστου, Φώτης.

Ένα ντουέτο, το οποίο από τις πρώτες ημέρες, πίσω στο 2012, που δημοσιοποίησε τη δράση του μέσα από το 12″ EP Slow Years, δεν υπηρετεί ρητά κάποιου είδους τεχνοτροπία και ύφος. Αντιθέτως, μοιάζει να επισκέπτεται ποικίλους χώρους εντός αυτού και γύρω από αυτό που ευρύτερα εκλαμβάνουμε ως electronica. Αυτή η ροπή τους προς μια ηχητική διάλεκτο πλατιά και ποικιλόμορφη έχει καθοδηγήσει τους Tendts σε αληθινά όμορφες και συναρπαστικές ηχητικές περιπέτειες. Περιπέτειες που, δεν λένε να κοπάσουν μέχρι τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές.

Οι εν λόγω Θεσσαλονικείς, προσδίδουν στην πολυσυλλεκτικότητά τους διάφορους «χρωματισμούς», οι οποίοι απορρέουν από ανάλογα συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις. Πότε επενδύουν τις ιδέες τους με έκδηλη χαρά, κάνοντάς τες να ηχούν σαν προδιάθεση ξεφαντώματος, πότε τις φιλτράρουν υπό ένα πρίσμα νοσταλγίας ωθώντας τον ακροατή/την ακροάτρια σε μια «επίσκεψη» στο παρελθόν του/της, και πότε απλώς επιτρέπει στις σκέψεις να «τρέχουν» μέσα σε μια ράθυμη ξεγνοιασιά. Κι αν πρέπει να κατασταλάξω σε ένα χαρακτηρισμό που θα ήταν αρκούντως περιγραφικός για τα όσα πράττουν στη μουσική τους τα προκείμενα αδέρφια, τότε θα υποστήριζα ότι η μουσική τους είναι… κατά περίσταση χορευτική. Διαπίστωση που, εν τέλει, σου εντυπώνεται συμπεριλαμβανομένων και των εναλλαγών που επιλέγουν οι Tendts να εφαρμόσουν στη ρυθμολογία των συνθέσεών τους.

Μια κατεξοχήν οργανική ηλεκτρονική άποψη leftfield κοπής (σύμφωνα με την ’90s ορολογία) και με τη μελωδικότητα να κυριαρχεί, με λίγες προσθήκες «πειραγμένων¨ και ενίοτε αιθέριων- όχι, πάντως, με την… cheesy έννοια- φωνητικών μερών, είναι αυτή που καταθέτουν οι Tendts. Άποψη, η οποία θαρρώ πως άπτεται του γούστου και της αισθητικής ανθρώπων που αναζητούν εκεί έξω μια εύληπτη ηχητική αγκαλιά, ήτοι ευκολομνημόνευτες στιγμές που δεν είναι περιοριστικές και εν πολλοίς συντεθειμένες από συγκεκριμένα στοιχεία.

Στο ηχογραφημένο υλικό του σχήματος, συναντά κανείς μια σύζευξη συστατικών από τα γενικότερα ιδιώματα της house, της techno, της dub, της synth/electro-pop, της ambient electronica, της hip hop,  κ.α., που ανά διαστήματα θα περιδιαβούν στιγμές από τη δισκογραφία του Four Tet, του Caribou, καθώς και ονομάτων της Warp Records, όπως ο Aphex Twin και οι Boards Of Canada. Σε κάθε περίπτωση, οι Tendts απλώνουν εμπρός του δέκτη μια πραγματικά απολαυστική πολυχρωμία. Καταλήγεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κερδίζοντας όμορφες αναμνήσεις μέσα από την ευθύτητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό που εκδηλώνουν οι μελωδίες και οι ρυθμοί του πλέον ολοκληρωμένου έως σήμερα δημιουργήματος του γκρουπ, του LP τους ονόματι Cheap Poetry, το οποίο κυκλοφόρησε το 2015. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν, μια, επίσης, αξιόλογη κατάθεση, η συλλογή συνθέσεων με τον εύγλωττο τίτλο Accept Failure As Part Of The Process, στην οποία οι αδερφοί Παπαδάκη αποτίουν φόρο τιμής στους ήρωές τους William S. Burroughs, Vito Acconci, Οδυσσέα Ελύτη, Joseph Beuys, Γιώργο Σεφέρη και την οποία παραχωρούν δωρεάν.

Ανάλογη συνθήκη κολλητικών electro στιγμιοτύπων με αυτή που περιγράφηκε πρωτύτερα, διαπνέει και τα δύο εφετινά EP τους, με το 12″ It’s Everywhere να ξεχωρίζει, ενώ η κασέτα του 3431 Years πέρα από δύο πρωτότυπα κομμάτια περιλαμβάνει και remix αυτών από Kid Flix και Bonebrokk. Είναι, όμως, κι η συμμετοχή (μεταξύ άλλων καλλιτεχνών) των Tendts στην προ τετραετίας συλλογή Finest Ego: Faces 12″ Series Vol. 5  που δίνει ακόμη περισσότερες κατευθυντήριες γραμμές για το ποιόν τουςΣτο συγκεκριμένο μέρος της σημαντικής συλλογής, στην οποία φιλοξενούνται αισθαντικά και ατμοσφαιρικά δείγματα μιας – κατεξοχήν– αστικής electronica που σβήνει αργά μέσα σε ένα πέλαγος συναισθηματισμού, παραγόμενη από διάφορους φερέλπιδες δημιουργούς ανά τον κόσμο, οι Tendts παρουσιάζουν πιο ατμοσφαιρικές και σκοτεινές πτυχές της τεχνοτροπίας τους, διασχίζοντας εντυπωσιακά και dubstep (στην… πλευρά των Darkstar και του Burial) περιοχές.

Μπείτε…

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Remain In Light
[Talking Heads: Remain In Light – Sire Records, 1980]

– Ωχ ρε φιλέ, και τι έγινε;
– Λοιπόν, αυτή η φαγούρα που ένοιωθα στο λοβό του δεξιού αυτιού μου το βράδυ της περασμένης Τρίτης, δεν ήταν τυχαία ρε μαλακά. Αλήθεια σου λέω. Το έψαξα, το πρωί της Τετάρτης σηκώθηκα έβαλα τις πιο χαλαρές και πελώριες φόρμες μου, ένα ποτήρι δροσερό ανθρακούχο νερό, και καθαρό σώβρακο. Άφησα την μπαλκονόπορτα ανοιχτή γύρω στα δέκα εκατοστά, τόσο περίπου έλεγαν οι οδηγίες, και έμπηξα μια δισκάρα να παίζει στο πικάπ.
– Ποια δισκάρα;
– Έ ρε δεν θυμάμαι τώρα, αλλά ήταν δισκάρα. Είμαι σίγουρος.
– Ναι καλά, ναι καλά, ψέματα! Σε ξέρω οχτακόσια χρόνια, γιατί πρέπει να ακούω όλες αυτές τις σαχλαμάρες; Σε ξέρω από τότε που έτρωγες τις μύξες σου και έλεγες ότι είχαν γεύση δρακουλινια. Πες τα ψέματα σου σε κάποιον που δε σε ξέρει. Είσαι μεγάλος μπουρδολόγος! Ό,τι και να πεις από έδω και περά είναι μπούρδες, Μπούρδες, μπούρδες!
– Μα σου λέω, θα συμβεί κάτι απίθανο στη συνεχεία.
– Ουστ ρέ!!! Ούξοοοο, που λέγαν και οι μπασμένοι ενεργειακοί βρικόλακες.
– Σε παρακαλώ!
– Ούξοοοο!
– Σε παρακαλώ πολύ! Μη μιλάς έτσι για τα παιδιά!
– Πρώτον, μη μου ξανά υψώσεις τον τόνο της φωνής σου. Δεύτερον, μη γουρλώνεις τα μάτια σου γιατί νομίζω ότι θα χυθούν σαν ξεχειλωμένα στήθια γριάς. Τρίτον, θα πω στον Κωστάκη τι έκανες προχθές στην καφετιέρα του.
– Δεν έκανα τίποτα. Ό,τι και αν νομίζεις ότι έκανα… Μάλλον το φαντάστηκες. Κάνεις δε θα σε πιστέψει, διότι όλοι ξέρουν ποσό φαντασμένος είσαι! Τέλος πάντων. Ξαπλώνω στο κρεβάτι που λες και αρχίζω να χαϊδεύω απαλά, αισθησιακά το λοβό μου.
– Είσαι σίχαμα. – Σταδιακά νοιώθω ότι εισχωρώ και εισέρχομαι σε μια άλλη διάσταση. Το ήξερα, το περίμενα, το είχα διαβάσει στις οδηγίες αλλά αυτό που βίωσα ήταν απίθανο. Τα πράγματα γύρω μου, το ίδιο μου το σπίτι, δονούταν και κινούταν. Το κορμί μου έγινε πιο ελαφρύ, άρχισα να αιωρούμαι. Από την μπαλκονόπορτα που είχα αφήσει ανοιχτή μπήκε μπόλικο φως. Όλο το δωμάτιο, όλο το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο με φως που σχεδόν με τύφλωνε. Από κάπου μακριά, σιγά σιγά άκουγα μουσική.
– Το βινύλιο θα ήταν.
– Δε ξέρω.
– Τι δεν ξέρεις ρε ψεύτη!
– Η μουσική έγινε πιο ξεκάθαρη, ρυθμός, γκρουβ, κρούστα, κιθάρες και φωνές. Προσπάθησα να εστιάσω την προσοχή μου στις φωνές, να καταλάβω τί λένε. Ήταν σαν κάποιος να έκανε κήρυγμα. Άλλες φορές μπορούσα να βγάλω κάποιο νόημα, άλλες φορές όχι. Καταστάσεις που βιώνουμε, ίσως αναφορές σε πολιτική, ξέρεις τέτοια πράγματα και θεματικές που μας αφορούν όλους. Άλλες φορές άκουγα αρλούμπες, δεν καταλάβαινα Χριστό. Όσο πιο πολύ εστίαζα τη προσοχή μου, τόσο πιο κοντά έρχονταν οι φωνές, αλλά και οι μουσικές. Αχ αυτές οι μουσικές. Ένοιωθα όλο και πιο όμορφα, όχι γαλήνια, όμορφα. Οι φωνές σταδιακά έγιναν μια φωνή. Μια ανδρική φωνή. Ωραία, λίγο περίεργη, αλλά αρρενωπή… έτσι με κυρός.
– Το κήρυγμα έπαιζε ακόμα; – Ναι, ναι, σταματά να με διακόπτεις! – Ποιανού ήταν η φωνή; Ποιος έκανε το κήρυγμα;
– Μια ανδρική φιγούρα έβλεπα να ξεπροβάλλει μέσα από το φως, δεν μπορούσα να διακρίνω. Σταμάτησα να την προσέχω, η μουσική με είχε συνεπάρει, οι funk ρυθμοί και τα κρούστα που ξεπετάγονταν από όλες τις κατευθύνσεις, από παντού γύρω μου. Άρχισα να κουνιέμαι διστακτικά, αλλά με νεύρο. Ήμουν χορευτής πλημμυρισμένος στο φως.
– Σιγά ρε μπαλαρίνα του Ντεγκά. Ξέρω ποιος έκανε το κήρυγμα. Ο Κάπτεν Πλάνετ.
– Αλήθεια ρε φιλέ, χόρευα πολύ ωραία και ταυτόχρονα αιωρούμουν!
– Αποκλείεται να χόρευες ωραία. Είσαι τσιμεντένιος. Μήπως θυμήθηκες ποιον δίσκο έβαλες τελικά;
– Όχι. Νοιώθεις καθόλου τη στιγμή; Καταλαβαίνεις τι μαγικό συνέβη;
– Δεν με νοιάζει!!! Ο φωνακλάς που έκανε το κήρυγμα, ποιος ήταν; Tον ειδές;
– Ξεκόλλα… Δεν ήταν ακριβώς κήρυγμα και δεν έχει σημασία, που να άκουγες τις μουσικάρες!
– Ο Kάπτεν Πλάνετ ήταν στα σίγουρα.

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Μία Δισκοπαθούσα Εξομολογείται #21: Μελεντίνη

Μελεντίνη

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, η Μελεντίνη που αποτυπώνει τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες είτε μοναχικά, είτε μέσα από διάφορα μουσικά σχήματα, καταγράφει τους λόγους για τους οποίους την συγκινεί το καθηλωτικό Slope του Steve Jansen, που πρωτοεκδόθηκε το 2007.

Το προφίλ της… δισκοπαθούσας κατ’ εμέ

Ορισμένες φορές κατά τις στιγμές που ψάχνεις λόγια για να συναρμολογήσεις τις εκφράσεις σου, έρχονται εκείνα και σε βρίσκουν, ευθέως και συντεταγμένα. Κάπως έτσι θαρρώ πως συνέβη όταν προσπάθησα να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου για το καλλιτεχνικό ποιόν της Μελεντίνης (αγγλιστί Melentini).

Ερχόμενος κανείς σε επαφή με τα ηχητικά πεπραγμένα της Μελεντίνης, αντιλαμβάνεται πως η ατμοσφαιρικότητα για εκείνη αποτελεί καίριο χαρακτηριστικό των όσων επιθυμεί να μεταδώσει. Κι είναι αληθινά λυτρωτικό που αυτή η ατμοσφαιρικότητα, με μια σχεδόν νουάρ αισθητική να την διακρίνει, καταφθάνει μέσα από έναν αυθορμητισμό, μια αμεσότητα και χαράσσει εξαίσια μια ευθεία γραμμή, η οποία διατρέχει κάθε δευτερόλεπτο ακρόασης των ακροαμάτων που προκύπτουν από τις ιδέες της εν λόγω τραγουδοποιού.

Πιάνεις των νήμα των όσων μόλις προείπα, ξεκινώντας από τις ημέρες της με τους Sequence Theory Project, δηλαδή της σύμπραξης της αποψινής καλεσμένης της Δισκοπάθειας με τον Wris Orpheus (Ριχάρδος Ορφέας König) και τον Κώστα Αντωνίου, κι άλλων guest συμμετεχόντων, σχήμα που διατηρεί από τo 2006 και το οποίο δισκογραφώντας έδωσε τρία αισθαντικά ηχητικά μνημεία. Μια τριάδα δημιουργημάτων συγκινητική, που μοιάζει να έχει ως μέλημα της και ίσως βασική της αρχή, την οικοδόμηση ενός ανατριχιαστικού περιβάλλοντος. Ο λόγος για ένα ένα αξέχαστο περιβάλλον, το οποίο απλώνεται γύρω και μέσα σου, προσιδιάζοντας σε μια έντονη ακουστική περιπέτεια, όπου αρχή, μέση και τέλος επικοινωνούν αλλάζοντας συχνά θέσεις, εν τέλει με ένα αρκούντως συναρπαστικό τρόπο. Σε αυτή την ακολουθία στιγμιοτύπων, η Μελεντίνη επιδίδεται σε φωνητικά παιχνιδίσματα που αμφιταλαντεύονται μεταξύ ιδιόμορφου παγανισμού και εύθραυστων καταθέσεων. Στο νου μου, ακούγοντάς την, σχηματίζει μια εικόνα που θέλει σιαμαίες την Kazu Makino (Blonde Redhead) και την Marissa Nadler ή τις αδερφές Casady (CocoRosie). Επιπρόσθετα, η ίδια πέρα από το στιχουργικό στίγμα, παραθέτει πιάνο, τρομπέτα και συνθεσάιζερ.

Στο επίκεντρο των συλλήψεων των Sequence Theory Project, συναντά, επίσης, κανείς μια ξεκάθαρη επιλογή του συγκροτήματος να τοποθετήσει πλάι πλάι ηλεκτρονικά και φυσικά όργανα, και να επωφεληθεί από τις ζυμώσεις και το καταστάλαγμα της αλληλεπίδρασης τους. Έπειτα από ένα σύνολο από ενδιαφέρουσες σκόρπιες ηχογραφήσεις τιτλοφορούμενο ως Whispers Of A Tree (2008) και το αληθινά αξιόλογο επίσημο EP τους Toyland (2010), ετοίμασαν ξανά  δυο χρόνια μετά  μια αντίστοιχη αλληλουχία διαλόγων, μα περισσότερο εύστοχη και επιτυχημένη από πριν, ανάμεσα σε φυσικά όργανα και ηλεκτρονικές παρεμβολές, στο καθαρτικό πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους, The Collapse Of Civilization.

Πρόκειται περί ενός ηχογράφηματος για το οποίο είχα ήδη εκφραστεί εκστασιασμένος στο παρελθόν, λέγοντας τα εξής (στα οποία δεν επιθυμώ να αλλάξω λέξη έως σήμερα): “Αναζητώντας επίκεντρο, σημεία αναφοράς και προσλαμβάνουσες, που καθόρισαν το μωσαϊκό ήχων της τρίτης τούτης αυτοοργάνωσης των Sequence Theory Project, προσανατολίζεται κανείς στον υποδειγματικό συγκερασμό επιβλητικότητας λυρισμού (εκ της κλασικής μουσικής, των jazz και ambient) και σκουρόχρωμης αστικής μελαγχολίας (μέσα από trip hop, dubstep, breakbeat, dub μοτίβα). Καθεμία από τις δώδεκα ηχητικές στοιβάδες του εγχειρήματος, διαμορφώνεται με γνώμονα την επίτευξη μιας δραματικής- κατά βάση- θεατρικότητας, που σε καθηλώνει μονομιάς και σε λυγίζει προοδευτικά. Οδηγός, η αξιοποίηση των ισχυρών δεσμών μεταξύ των συμβαλλόντων πλευρών του γκρουπ. Ήτοι, η γόνιμη διαδραστικότητα φωνητικών, πιάνου, συνθετητών και λοιπών πληκτροφόρων, καλίμπας, τρομπέτας, βιολιού, κιθάρας, μπάσου, ψηφιακών samples και ρυθμών.”.

Εξαιρετικό, πραγματικά, θα χαρακτήριζα και το περσινό και τρίτο πόνημα του προαναφερθέντος συνόλου, το EP με τίτλο Α Head Full Of Road. Εκεί θα σμίξεις με πιο φωτεινά χρώματα και με μια περισσότερο εύληπτη τραγουδοποιία με σαφείς ’80s νύξεις και ρετροφουτουριστικό μανδύα.

Στο μεσοδιάστημα, πριν και μετά από όλες τις παραπάνω δραστηριοποιήσεις, η Μελεντίνη κυκλοφορεί στα μουσικά πράγματα καταστρώνοντας τα αμιγώς προσωπικά της πλάνα. Ένα προ τετραετίας καταπληκτικό σόλο LP, Explosions Around, The Desert Inside, επιβεβαιώνει την συνθετική της ωριμότητα. Εδώ, ο πολυσχιδής ρόλος της συνθέτριας, στιχουργού και εκτελέστριας (με βοήθειες σε κάποια όργανα), δεν φαίνεται να την υπονομεύει. Αντιθέτως, η ίδια φτιάχνει τραγούδια ισορροπημένα, ευάερα και κλιμακωτά, που δεν χάνουν στιγμή τον ειρμό τους αφού θεμελιώνονται πάνω σε ένα συντονισμό των συστατικών που τα απαρτίζουν. Η έκβαση του εγχειρήματος είναι θετική, διότι η εμπνεύστρια αυτού δεν επενδύει στο να δώσει σε κάποια συνιστώσα του έργου της τα ηνία της διαδικασίας κατασκευής αυτού. Η φωνή, τα όργανα, οι στίχοι, κι αντιστοίχως οι μελωδίες και η ρυθμολογία έχουν την ίδια βαρύτητα στο όλον.

Η διαφορά τεχνοτροπίας, βέβαια, σε σχέση με την δραστηριότητά της με τους Sequence Theory Project, σχετίζεται με το ότι το ύφος της υποστηρίζεται ελάχιστα από ηλεκτρονικά όργανα και εξαρτήματα. Οι δομές του παρθενικού της προσωπικού δίσκου, μεταφέρουν καλαίσθητα μια μυσταγωγία συντεθειμένη από φολκ (ως σύμπλευση μεσογειακών, βαλκανικών αλλά και ιρλανδικών ιδιωμάτων), κλασικότροπες και τζαζ μουσικές φόρμες. Ακουστικά (κυρίως) όργανα, με προεξέχοντα τα έγχορδα και το πιάνο, καθορίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Στις ζωντανές της εμφανίσεις, δε, κερδίζει επικροτήσεις η εναλλαγή μεταξύ παραμυθένιου κλίματος και αστικών ηχοτοπίων.

Το τελευταίο της πόνημα, ένα σύνολο τεσσάρων κομματιών υπό το EP Λεωφόρος Εφιαλτών, επιφέρει μια ουσιαστική αλλαγή. Η γλώσσα αυτή τη φορά δεν είναι η αγγλική, αλλά η ελληνική. Το στοίχημα…, κερδισμένο, όπως στο μοναδικό ελληνόφωνο κομμάτι των STP, “Κύτταρα”, οι φθόγγοι δένουν, οι φωνητικές αρμονίες πιάνουν τον γλωσσικό σφιγμό, αιθέριες πομπές απλώνονται εδώ κι εκεί στο χώρο. Πιανιστικές κλιμακώσεις, ηλεκτρονικές περιπτύξεις από beats και bleeps υπεισέρχονται στην πορεία, η μελαγχολία στέκεται πλησίον της νοσταλγίας, οι αθέατες και συγχρόνως ολοφάνερες πτυχές των μεγαλουπόλεων μπλέκονται σαν κόμπους από στάχυα στον έναστρο ουρανό. Μια ακρόαση του κομματιού «Καβάντζα Ζωή», με τη μεταμεσονύχτια αχλή του, πείθει…

Παράλληλα, η κάτοικος Βερολίνου πια μουσικός συγκρότησε και τους The Running Blue Orchestra, μια αληθινά απολαυστική μπάντα nu jazz (κατά κύριο λόγο) προδιαγραφών. Το προαναφερθέν σχήμα καταλήγει σε μια νουάρ επιμειξία trip-hop, folk και ’60s ψυχεδέλειας (με την ευρεία έννοια του όρου), κατορθώνοντας να παρουσιάζει ένα φρέσκο πρόσωπο.

Η ίδια, θα συνθέσει και ηχητική υπόκρουση για ταινίες (βλέπε π.χ. Άφτερλωβ) και θεατρικά έργα, ενώ θα συμμετάσχει επιτυχημένα και σε εγχειρήματα άλλων μουσικών. O σπουδαίος Steve Jansen λ.χ. (των Japan, Nine Horses και Rain Tree Crow, και σημαντικός συνεργάτης του Davin Sylvian μεταξύ άλλων), για δίσκο του οποίου γράφει η Μελεντίνη στην παρούσα στήλη, της εμπιστεύτηκε μια θέση στους συμβάλλοντες στο εξαιρετικό περυσινό του άλμπουμ, Tender Extintion. Στο παρελθόν, ορισμένοι/ες θα την έχετε συναντήσει και σε credits εγχώριων δίσκων των Universe217, Παύλου Παυλίδη & B-Movies, Mani Deum, Blue Square… Ενώπιος ενωπίω μαζί της μπορεί να βρεθεί κανείς ως θεατής/ακροατής στις ζωντανές εμφανίσεις του Theodore, μιας και εκείνη αποτελεί μέλος του γκρουπ μουσικών που συνοδεύει συναυλιακά τον τελευταίο.

Δισκογραφικά ή συναυλιακά μιλώντας, στις στουντιακές της ή τις ζωντανές της παραστάσεις, η Μελεντίνη ενδύεται με και μεταδίδει μια μοναδική σαγήνη.

…και τα λόγια τής ίδιας για τον αγαπημένο της δίσκο

Steve Jansen
[Steve Jansen: Slope – Samadhisound, 2007]

Ένας απ’τους δίσκους που έχω ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια είναι το Slope του Steve Jansen-ιδρυτικού μέλους των Japan. Το Slope είναι ο πρώτος σόλο δίσκος του μετά τους Νine Horses ως παραγωγός και ύστερα από μια σειρά συνεργασίες με σημαντικούς μουσικούς της παγκόσμιας σκηνής. O δίσκος αποτελείται από 12 κομμάτια και περιλαμβάνει συμμετοχές των David Sylvian, Tim Enselburg, Anja Garbarek και Τhomas Feiner.

Πολύ αγαπημένο μου κομμάτι απ’ το συγκεκριμένο δίσκο είναι το “Playground Martyr’s”, το οποίο έχει συγκλονιστικές παύσεις και μία πολύ ουσιώδη μινιμαλιστική σύνθεση, στοιχείο που ακολουθεί όλος ο δίσκος, με το αργό πιάνο και τη φωνή του Sylvian σαν πληγωμένου παραμυθά.

To “Grip”, που είναι το πιο έντονα ηλεκτρονικό κομμάτι του δίσκου, έχει αυτές τις βραχνές τρομπέτες που με γοητεύουν ιδιαίτερα ανάμεσα στα κρατσανιστά samples και σε μια τυχαία μικρή μελωδία του πιάνου, κι όλα μαζί σε μια ασυμφωνία που όμως δένει υπέροχα σαν το σάουντρακ κάποιας σκηνής.

Το “Sow The Salt” ενορχηστρωμένο με τα έγχορδα της Βratislava Μovie Οrchestra είναι ένα κομμάτι αργόσυρτο σα μια southern μπαλάντα, με την εύθραυστη φωνή του Τhomas Feiner που σε κάνει να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε ένα ξεθωριασμένο πύρινο τοπίο στην έρημο.

Όλος ο δίσκος κινείται σε μια αστική μελαγχολία που εναλλάσσεται σε γήινο όνειρο, παραίσθηση, ψηφιακό τοπίο με ετερόκλητα μεταξύ τους σε ύφος τραγούδια. Η μουσική του Jansen με ελκύει γιατί έχει ένα σκεπτικισμό, μια νηφαλιότητα και παράλληλα μια εσωτερική και ειλικρινή κατάθεση που προέρχεται από έναν καλλιτέχνη με μεγάλη πορεία στα μουσικά πράγματα και εξευγενισμένη αισθητική στην παραγωγή ηχοτοπίων. H χρήση των πνευστών γίνεται με μια λεπτή χρήση της αρμονίας, οι ατμόσφαιρες με τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς ανάμεσα σε διάφωνα διαστήματα ελίσσονται σα να ακούγονται μέσα σε νερό και τα έγχορδα έχουν καταλυτικό ρόλο, τόσο μέσα στην ενορχήστρωση ως ensemble, όσο και στα σημεία που η δομή είναι ακαθόριστη και ακούγονται ως ηχοχρώματα.

Συνολικά το άκουσμα αυτού του δίσκου είναι ζωτικής σημασίας για μένα καθώς οι αρετές του Jansen, ενός ντράμερ/ πολυοργανίστα/ συνθέτη/ παραγωγού και δη αυτοδίδακτου μουσικού ανέδειξαν πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν επίσης τη μουσική των αγαπημένων μου καλλιτεχνών, όπως Radiohead, Aphex Τwin, Autechre, Boards of Canada, Soap and Skin κ.ά. To Slope είναι μάλλον απ’ τους δίσκους που δεν έχουν συγκεκριμένη διάθεση αλλά είναι υποβλητικοί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και αν τύχει να ακούσεις κάποιο απ τα κομμάτια του κάπου τυχαία σίγουρα θα κάνεις την ερώτηση “Πολύ ωραίο αυτό, τι είναι;”.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Φωτογραφία Μελεντίνης στο άρθρο: Τένια Δημακοπούλου

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #20: Γιώργος Δημάκης (Prins Obi)

Γιώργος Δημάκης

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο Γιώργος Δημάκης που εκφράζεται καλλιτεχνικά ως Prins Obi, πότε σόλο, πότε στο πλευρό των υπολοίπων Baby Guru και άλλοτε συνδράμοντας σε άλλα μουσικά εγχειρήματα, μεταδίδει τη λατρεία του για το κοσμικό παρανάλωμα του Musik Von Harmonia των Harmonia, που κυκλοφόρησε από την Brain Records πίσω στο 1974.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Από τις πρώτες ημέρες, κατά την προηγούμενη δεκαετία, που δραστηριοποιούταν με το ποικιλόμορφο ηχητικά σχήμα των Duke Abduction, ο Γιώργος Δημάκης επικοινωνούσε έναν ενθουσιασμό, μια κάψα, αν θέλετε, για να μετουσιώσει σκέψεις που απλώνονται στο μυαλό του σε μια άμεση προς το κοινό παράσταση, είτε ζωντανή είτε μέσα από τη διαδικασία των στουντιακών ηχογραφήσεων. Δίχως οι τρόποι του να αφορμώνται από κάποια αυταρέσκεια, ο Δημάκης κατορθώνει να δρα σαν σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση με τον κάθε ακροατή/θεατή του. Βλέπετε, κατέχει και ενισχύει συνεχώς μια εκφραστικότητα με αληθινή ευθύτητα, μια εκφραστικότητα πηγαία, της οποία η βαθύτητα και το παίδεμα από την οποία έχει προκύψει βρίσκονται μπροστά μας, διαρκώς.

Τον θυμάμαι σε μια συναυλία των Duke Abduction στο Γκάζι, ήταν αν δεν κάνω λάθος πίσω στο 2010, χρονιά που είχε πρωτοκυκλοφορήσει και το παρθενικό άλμπουμ του εν λόγω συγκροτήματος, The Curious World Of Duke Abduction που έμελλε να ναι και το στερνό τους. Σε εκείνο το live, έβλεπες και άκουγες μια μορφή που ανά στιγμές να στριφογύριζε γύρω από τον άξονά της, πηγαινοερχόταν, χτυπιόταν στα πλήκτρα και το μικρόφωνο. Η ένταση ήταν εκεί, με λόγο και σκοπό, σου εντυπωνόταν αυτό. Στο δίσκο τους, που σας προανέφερα, από την άλλη, υπήρχε σε μια άλλη κλίμακα ναι, μα και πάλι, έπιανες κατευθείαν τις δονήσεις από τα πληκτροφόρα όργανα που έπαιζε (synth, hammond, farfisa, clavinet, ηλεκτρικό πιάνο) ο φαρμακοποιός στο επάγγελμα καλλιτέχνης, όπως και από τη χροιά της φωνής του που ταλαντωνόταν.

Και… καταφθάνει, έπειτα από ένα έτος, εκείνη η μάζωξη παρουσίασης του φερώνυμου ντεμπούτου LP των Baby Guru, του γκρουπ που αποτέλεσε τον επόμενο μουσικό σταθμό του. Το Bios ήταν γεμάτο, ένα μέρος του κόσμου που ήταν υποψιασμένο συντονιζόταν άψογα με τα επί σκηνής δρώμενα, ενώ κι υπόλοιποι που «δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν;», φάνηκαν να το διασκεδάζουν αντιστοίχως μετά χαράς. Το σχήμα, οι τιμώμενοι της βραδιάς, σαν σε «εδώ και τώρα» κατάσταση, παραδίδουν ένα σετ με ολοένα και αυξανόμενη δόση έκστασης. Ο Δημάκης (ως Obi Serotone) παραληρούσε χωρίς όμως ίχνος κάποιας δήθεν επίπλαστης μέθεξης. Το αντιλαμβανόσουν ότι όλο αυτό το επιτακτικό που έβγαζε μαζί με τους Γιάννη Καρρά (King Elephant) και Άξιο Ζαφειράκο (Sir Kosmische, από τους Duke Abduction και τούτος), ήταν και θα αποδεικνυόταν μέχρι σήμερα μια πραγματική πηγή ενέργειας και συναισθηματικών εκκενώσεων.

Τέσσερα ολοκληρωμένα άλμπουμ μετά, ένα μεταβατικό μίνι άλμπουμ, μερικά EPs και πολλές ζωντανές εμφανίσεις, κι οι Baby Guru περιδιαβαίνουν πια περιοχές συναρπαστικές. Έχουν αποκρυσταλλώσει άποψη επί του ήχου τους και των προεκτάσεων αυτού, δουλεύοντας προηγουμένως τα σημεία που τους έκαναν να χάνουν σε συνοχή και εκείνα που φανέρωναν πως οι επιρροές μερικές φορές καπελώνουν. Εκεί που στο ομώνυμο πρώτο τους πλήρους διάρκειας βήμα οι Can, Neu! και εν γένει οι kraut αναφορές έκλεβαν λάμψη από τις αξιόλογες συνθέσεις του δίσκου, ένα διαδοχικό ντεμαράζ ηχητικών έργων θα κερδίσει εντυπώσεις και επικροτήσεις. Με το kosmische rock και folk γαϊτανάκι του Pieces (2012), τις απολαυστικές ποπ συνομιλίες μεταξύ ευφορικών synths, ευκολομνημόνευτων φωνητικών, λικνιστικών μπασογραμμών και μελωδικών κιθάρων του Marginalia (2014) και το εκφραστικό αποκορύφωμα του φετινού IV -με τις funk ρυθμολογικές εξάρσεις και την καταλυτική προσθήκη του Κωνσταντίνου Αλιφέρη (Kon Kon) στις κιθάρες- ως ένα καταστάλαγμα των διαφορετικών συστατικών σε μια ομοιογενή τεχνοτροπία, κατατάσσει το εγχείρημά τους, κατά την άποψή μου, στα σημαντικότερα της τρέχουσας δεκαετίας στην ημεδαπή.

Σε παράλληλο χρόνο, ο αποψινός καλεσμένος της Δισκοπάθειας, κινήθηκε και κατά μονάς ως Prins Obi, κυκλοφορώντας δυο LPs και ένα EP. Το δρόμο που άνοιξε το Love Songs For Instant Success EP προ τριετίας συνέχισε την ίδια χρονιά το ολοκληρωμένο Notions, έχοντας το βλέμμα στραμμένο σε μια αισθαντικότητα και μια προσπάθεια τα μέσα του Prins Obi να αντανακλαστούν στον έξω κόσμο, η οποία εν τέλει βρήκε στόχο. Το φετινό Age Of Tourlou, εντούτοις, αποτελεί την πιο επιτυχημένη προσωπική καλλιτεχνική κατάθεση του δημιουργού του, μια αλληλουχία από ευθείες ψυχεδελο-ροκ στιγμές, μειλίχια ’60s pop μοτίβα και ηλεκτρονικές βινιέτες. Ένα πλουμιστό ποπ έργο, στο οποίο τα πλήκτρα και οι μελωδικές ιδιότητές τους φέρουν ένα ρετρο-φουτουριστικό αποτύπωμα και επεκτείνουν τη νοσταλγία που προέρχεται από τις φωνητικές γραμμές.

Πέραν των αμιγώς δικών του αποπειρών, εκείνων του κύριου συνόλου του και των μελών αυτού, ο Δημάκης απέδωσε κατάλληλα σε φωνητικά και synths στο λυτρωτικό ψυχεδελικό σύμπαν που έστισαν οι Chickn και οι συνοδοιπόροι (σύσσωμοι κι οι Baby Guru εκεί) τους στον φερώνυμο περσινό τους δίσκο. Στο ενεργητικό του Δημάκη, ανακαλύπτει κανείς την συνδρομή του σε πλήκτρα και φωνή μέσα στο πολυσυλλεκτικό Sudden Death (2009) του Blend Mishkin, καθώς και την παρουσία του στο ομώνυμο LP των No Man’s Land, αλλά και στη σύνθεση αυτών για κάποιες εμφανίσεις!

Στα… ψιλά πέρασε, αδικαιολόγητα κατ’ εμέ, η σύμπραξή του με τον Δημήτρη Παπαδάτο, γνωστό ως KU, στο ντουέτο αρχικά των ΧΛΟΗ που εν συνεχεία έγινε τρίο, με τη βοήθεια του Γιάννη Καρρά (ως King L ‘enfant τον συναντάμε εδώ). Σε μια, όπως είχα ξαναγράψει κι αλλού, τελετουργική electronica με έμφαση στη δημιουργία απόκοσμων ηχητικών στιγμιοτύπων. Με κοινό όραμα ανάμεσα στους συμπορευόμενους, αλλά και μια γόνιμη αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορών τους, με αίσθηση του αυτοσχεδιασμού και της αφηρημένης προσέγγισης, παραδίδουν ένα ουσιαστικό, συνεκτικό και γάργαρο σύνολο ιδεών στο παρθενικό τους καταστάλαγμα, And Tomorrow Again (2014). Με τον KU, άλλωστε, ξανασυνεργάστηκε τόσο το 2013 στο ονειρικό άλμπουμ ambient και cosmic συνιστωσών του τελευταίου, Feathers, αναλαμβάνοντας την παραγωγή και εκτελώντας μέρη σε όργανα, όσο και φέτος, όποτε και συμμετείχε στην παραγωγή και τις εκτελέσεις του επίσης εξαίσιου δεύτερου KU LP, με τίτλο Ganja.

Τους τελευταίους μήνες υποστηρίζεται συναυλιακά από τους Dream Warriors (με μέλη των Voyage Limpid Sound, Chickn, A Victim Of Society…), με σκοπό μαζί να μεταφέρουν ζωντανά τις μελωδίες, τις εικόνες και τις μυρωδιές του Age Of Tourlou.

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Harmonia
[Harmonia: Musik Von Harmonia, Brain Records, 1974]

To πρώτο LP των Harmonia είναι μάλλον το καλύτερο album που έχει γραφτεί ποτέ και πέρασαν χρόνια για να συνειδητοποιήσω τη συνταρακτική γοητεία του.

Πρόκειται για μουσική που λες έσκασε από μαύρη τρύπα, από άλλη διάσταση, δίχως παρόν και μέλλον…, όλα παιγμένα με χέρι (με εξαίρεση κάποια drum machines που εμφανίζονται από εδώ και από εκεί), tracks που φέρουν πάνω τους και μέσα τους μια μεταφυσική και μεταμοντέρνα αίσθηση του ανεκπλήρωτου, σαν να υπήρχαν πάντα, με αιώνιες διάρκειες και απλά ακούμε αποσπάσματά τους. Το “Sehr Kosmische” γεμίζει και γεμίζει σαν μια τεράστια κοσμική φούσκα, με έναν υποχθόνιο kraut ρυθμό στη βάση του, και εκεί που λες ότι θα σκάσει και θα γαμήσει το σύμπαν ξαναμαζεύεται, αφήνοντάς σε με το στόμα ανοιχτό και το βλέμμα στραμμένο στα άστρα…

O Brian Eno τους χαρακτήρισε τότε την καλύτερη μπάντα στον κόσμο και έκανε τα πάντα για να συνεργαστεί μαζί τους. Sheer Beauty!

|>| Στήσε αυτί |<|