Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #23: Γεώργιος Καραμανωλάκης (Οδός 55)

karamanolakis

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Γεώργιος Καραμανωλάκης που καταθέτει ιδέες και διαθέσεις με αμιγώς αυτοσχεδιαστικό στίγμα είτε κατά μόνας, είτε μέσα από σύνολα (Οδός 55) και δισκο-συμπράξεις (Jean-Marc Foussat), εκφράζει μέσα από μια… φανταστική προσωπική του cyberpunk αφήγηση, τη λατρεία του για το άλμπουμ των Hanatarash, Hanatarash 3.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Απελευθερωμένος από οτιδήποτε σχετίζεται με κάποια αυστηρά προσανατολισμένη τεχνοτροπία και αδιαπραγμάτευτα καθοδηγούμενος από την προσωπική του αισθητική, ο Γεώργιος Καραμανωλάκης εκτίθεται εκεί έξω ως δημιουργός ηχοτοπίων. Περισσότερο, λοιπόν, μου φέρνει σε έναν σχεδιαστή πάσης φύσεως μορφών ήχου, παρά σε αυτό που θα αποκαλούσαμε ορθά κοφτά «μουσικοσυνθέτη». Δεν θα μπορούσα να εκλάβω τη δραστηριότητά του διαφορετικά, όταν μάλιστα απέναντί μου έχω ένα χαρακτήρα σε… συνεχή αναβρασμό, ο οποίος καταπιάνεται με τη σύλληψη του τυχαίου και την κατασκευή του αφαιρετικού, αναζητά την έμπνευση και το σκοπό στις παρορμήσεις της στιγμής, δίχως να στέκεται στο προφανές και το ορθολογικά καθορισμένο παρατηρεί και αναμοχλεύει πτυχές της ζωής, μετατρέποντάς τες εν τέλει σε συναρπαστικές πηγές ηχητικών συχνοτήτων.

Είτε στα αμιγώς προσωπικά του εγχειρήματα, είτε στις απόπειρές του από κοινού με κάποιον άλλο συνοδοιπόρο, ο Καραμανωλάκης επιδεικνύει προσήλωση στο πώς θα δώσει στις ποικίλες εκφάνσεις του ήχου μια απροσδόκητη τροπή.  Η βουή του αστικού ιστού και όχι μόνο, μέσα από επίμονους θορύβους, εκτεταμένους βόμβους, αναπάντεχους ρυθμούς, στιγμιότυπα και δείγματα ήχων από εξωτερικούς χώρους και εξωγενείς παράγοντες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν ενθουσιώδη αφηγητή που αντλεί και αναπλάθει τις ιστορίες του από τις σκιές και το φως που απλώνονται γύρω και μέσα μας, μακριά από τα όρια των κοινωνιών μας και συγχρόνως βαθιά στον εσώτερο εαυτό μας. Εκεί στο μεταίχμιο πρωτόλειου και πειραματικού, αυτοσχέδιου και αυτόματου, αυθόρμητου και οργανωμένου. Μεταξύ χάους και τάξης, ο σημερινός καλεσμένος της Δισκοπάθειας εξερευνά με τη βοήθεια αναλογικών και ψηφιακών συνθεσάιζερ, ποικίλων πληκτροφόρων οργάνων, μεταλλικών αντικειμένων και επιτόπιων εξωτερικών ηχογραφήσεων δικών του και άλλων, τις οδούς μέσα από τις οποίες θρυμματισμένες φράσεις ηλεκτρονικών και ηλεκτρακουστικών ήχων μπορούν να σταθούν η μία δίπλα στην άλλη, παράγοντας ένα συνεκτικό και απολαυστικό για το νου ταξίδι.

Από το ερεβώδες drone σκηνικό του Reentry Capsule που εκδόθηκε το 2011 ως η πρώτη μεριά του split 7» single με το Silver Crystal Dream Machine του Astro (Hiroshi Hasegawa) να καταλαμβάνει τη δεύτερη, έως το φιλτράρισμα των field recordings από πλοία σε θαλασσοταραχή και ντιζελοκινητήρων μέσα από το μανιπιουλάρισμα ενός modular synth, που καταγράφηκε το 2014 στους Apostates (ως b-side του d4m4g3 της Αφροδίτης Ψάρρα), κι από την αντισυμβατική ζωντανά ηχογραφημένη παράσταση του επί αθηναϊκού εδάφους (στην Knot Gallery το 2016) με συμπαραστάτη τον Astro και πάλι, μέχρι το περυσινό καθηλωτικό αντάμωμά του (σε free jazz και improv noise δρόμους) με τον Jean – Marc Foussat υπό τη σκέπη του 12» Substunce Sans Scrupule, o Καραμανωλάκης αναπτύσσει διαρκώς την πειθώ και τη δυναμική του ως πειραματιστής. Γεγονός, που επιβεβαιώνει και το τελευταίο του φετινό πόνημα, Sacred Path, εν μέσω ενός πραγματικά μυστικιστικού και εν πολλοίς sci-fi  ηλεκτρονικού mantra, που αφουγκράζεται το και αναβλύζει από  το μονοπάτι που διανύεται από τους αρχαίους πολιτισμούς, τους μύθους για εξωγήινες υπάρξεις, το αδιάκοπο τετ α τετ ανθρωπότητας και Διαστήματος, την Αστροβιολογία, το αβέβαιο μέλλον που ακόμη δεν έχει αφιχθή…

Μπορεί οι ρίζες του ύφους του Γεώργιου να εδράζονται στην musique concrete καθώς αυτό διακατέχεται από ένα αυτοσχεδιαστικό-πειραματικό πνεύμα, στον απόηχο των improv ημερών των ’50s, ’60s και ’70s ενός John Cage και ενός Bernard Parmegiani λχ, μα δεν εκπέμπουν σε καμιά τους δράση κάποιο στρυφνό ακαδημαϊσμό. Παραδίπλα στέκουν κι οι αναφορές του στην industrial και noise παρακαταθήκη από τα ’80s μέχρι και σήμερα. Ο Καραμανωλάκης, ο οποίος έχει δουλέψει πολύ και με απόλυτη συνειδητοποίηση, δίχως αυστηρό πλάνο, μα εντός ενός ορθάνοιχτου πλαισίου, συγκαλεί ιδέες και όραμα ώστε να κατορθώσει να καταθέσει ένα ηχητικό όλον αληθινά ενδιαφέρον και με αρκετές προεκτάσεις. Με αυτοπεποίθηση και αφοσίωση που του επιτρέπουν να διαμορφώνει ένα περιβάλλον που ταυτόχρονα ακούγεται απόκοσμο και γήινο, μηχανικό και ανθρώπινο, σύγχρονο και πρωτόγονο. Ηχητικές γωνίες με αμβλύτητα και θόρυβοι με οξύτητα συνευρίσκονται σε… drone μοτίβα.

Κι είναι και ο αντίκτυπος από το άλλο πρότζεκτ-σχήμα του Καραμανωλάκη, εκείνο των Οδός 55, που δεν λέει να κοπάσει. Αδυνατώ να πετάξω μια-δυο προτάσεις/παραγράφους κλπ για αυτό, μπορείτε να ανατρέξετε εδώ (σε μια αναλυτική παρουσίαση) ώστε να αφουγκραστείτε τις… αστικές τους νευρώσεις.

Σε κάθε κόμβο των δραστηριοτήτων του, ο Καραμανωλάκης πιστοποιεί ότι δεν επαναπαύεται δημιουργικά, πόσο μάλλον δεν αφήνει αυτοματισμούς και πεπατημένες να καθορίσουν τα όσα κατά καιρούς πράττει. Ευτυχώς που ο αυθορμητισμός και η ελευθεριότητά του χαρτογραφούν υπέροχα μέχρι και σήμερα το έργο του.

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Hanatarash: Hanatarash 3, 1989]

Το νέο Τόκιο του 2049 είναι ένα συνονθύλευμα από ομίχλη και νέον φώτα. Βρέχει ξανά… Νύχτα. Τα κλειδιά είναι ήδη πάνω στη μηχανή και από το ντεπόζιτο, το γεμάτο σημάδια, αναδύεται η υπέροχη μυρωδιά της βενζίνης. Θυμάσαι; Νύχτα. Και ένα και δύο και… BOSOZOKUUUUUUUUUUUUUUUUUU.

Μολότοφ και ξύλο στους δρόμους. Ναι! Ενάντια στους Clowns. Μολότοφ και τέρμα γκάζι! Νέοι, άφθαρτοι για πάντα. Μέσα σε μηχανές, πάνω σε μηχανές. Ψηλά στα κτίρια, γκραφίτι με μεγάλα μαύρο-κόκκινα γράμματα… CLOWN, TERROR, LIE ΦΥΓΕ, ΒΑRNS… εκεί που τα κτίρια αγγίζουν την αιθάλη και τα σύννεφα της νύχτας καλύπτουν μια γυάλινη πολιτεία ενωμένη από τσιμέντο και σίδερο και περιοχές όλων τον εποχών και όλων τον εθνικοτήτων. Φωνές δυνατές και θόρυβος! Ουρλιαχτά που ξεσκίζουν την βουή της πόλης από άκρη σε άκρη. ΤΕTSUUOOOOIIII CANEEEEDAAAAA . . … . . .

Θα γκρεμίσουμε τηλεπαθητικά ότι και να βάλετε μπροστά μας. 300 χιλιόμετρα ανά ώρα, σου λέω φίλε… Φαντομάς μέσα στις νύχτες. Πάνω από γέφυρες και μέσα από τούνελ. Άπιαστοι, με νέα σάρκα, έμβιο – μηχανική. Είμαστε ακόμα ζωντανοί, πετάμε πάνω σε τρένα σερφάροντας στην ατελείωτη ομίχλη που βάφεται μπλε και κόκκινη από τα φώτα της μέγα – πόλης, μεθυσμένοι και φτιαγμένοι για όλα αυτά που δεν θα αποκτήσουμε ποτέ.

Μην ξεχνάς ότι σε αυτή την πόλη δεν ξημερώνει ποτέ. Είναι αυτή που χτίζεται ξανά και ξανά με κομμάτια δικά σου και δικά μας. Είναι αυτή που χτίζεται ξανά και ξανά με παρελθόν και μέλλον.
Εδώ είναι η γη που έλαμψε ο πυρηνικός ήλιος. Εδώ είναι η γη που κάθε τόσο περίεργα απροσδιόριστα και τιτάνια τέρατα γκρεμίζουν κομμάτια της όπως ο χρόνος γκρεμίζει τις μνήμες.
Μην ξεχνάς ότι σε αυτή την πόλη δεν ξημερώνει ποτέ.

Οσάκα 83. / Μπλόκ 6. District 1678.

Ανάμεσα σε ένα λαβύρινθο από στενά και σκοτεινά δρομάκια που απλώνονται σαν ρίζες δίπλα στα πελώρια κτίρια και μέσα σε ένα πλήθος επιλογών που μπορούν να σε στείλουν στον άλλο κόσμο, υπάρχει μία και μόνο πόρτα ανάμεσα στις εκατομμύρια που μπορείς να διαλέξεις. Σκέψου σοφά. Εκεί, μέσα σε ένα υπόγειο μπαρ, βρόμικο και γεμάτο με ηλεκτρονικές συσκευές, χίμαιρες διαφορετικών εποχών και οθόνες που αναπαράγουν την ματαιότητα μας παίζοντας που και που κάποια μέγα–εταιρική εντολή, ανάμεσά σε καπνό και φώτα που τρεμοπαίζουν αργά, ανάμεσα σε όλους αυτούς που θέλουν να ξεφύγουν και σε αυτούς που κρύβονται από την μηχανή, κάθεται σε μία άκρη στο βάθος ο Yamatsuka Tetsurō, νέος, άφθαρτος, δυνατός με πλήρη εξάρτυση, πέτσινο μπουφάν, σιδερένια μάσκα με καρφιά, ρόπαλο και τεχνολογικά όπλα, γροθιές σφιγμένες από ατσάλι.

Ξέρεις, δεν μπορούμε πια να παίξουμε πουθενά, φίλε. Πουθενά… Διαλύσαμε το χώρο στο Τόκιο, στο Κιότο μας κυνηγάνε. Διαλύσαμε το χρόνο στη γη, κάψαμε όλες τις ενώσεις, μολότοφ σε όλα τα μαγαζιά. Έχω σακατέψει το σώμα μου αλλά όχι το μυαλό μου. Όσα χάπια και να μας ποτίσουν θα μας βρούνε μπροστά τους. Συνεχίζει να μιλά καθώς από έξω ακούγετε σε απόσταση μια νέο–κυβερνο-βουδιστική τελετή/πομπή να περνάει ψέλνοντας μέσα από ηλεκτρονικές συσκευές και μεγάφωνα… OOOM NAAAMA OM OOOM NAAAMA OM OOOM NAAAMA OM OOOM ΣATOOM OM.

Η μπουλντόζα σκουριάζει ακίνητη σε μία λίμνη γεμάτη από αναμνήσεις, μισό βυθισμένη σε κάποια εγκαταλελειμμένη περιοχή της πόλης. Ξέρεις, όσες υποσχέσεις και να δώσουν, όσους στρατούς και όσες μηχανές και να στήσουν και όσα χρόνια και να περάσουν, ακόμα και αν μας πάρουνε το ρεύμα, θα μας βρουν μπροστά τους.

Τα κλειδιά γλιστράνε στη σκουριασμένη κλειδαριά, η μηχανή παίρνει σιγά σιγά μπροστά και ένα σύννεφο σηκώνεται μέσα στη νύχτα, ο ήχος της μηχανής δυναμώνει και από τα στενά, μέσα από χαλάσματα και κάτω από τη γη, μέσα από καταπακτές που ανοίγουν και τούνελ του Μετρό, ξεχύνονται προς το μέρος μας μεταλλαγμένοι punks… Kραδαίνουν ρόπαλα με καρφιά, φωτιές και επικίνδυνα ηλεκτρονικά μαραφέτια. Φέρουν σύμβολα ακατανόητα και ουρλιάζουν λυσσασμένα και ακατάπαυστα σαν σε μαγικό- θρησκευτική έκσταση ποτισμένη με ναρκωτικά, μίσος και τεχνολογικά προηγμένα όπλα. Ο Υ Ρ Λ Ι Α Ζ Ο Υ Ν HANATARA HANATARA HANATARA HANATARA HANATARA HANATARA HANATARA HANA.

3.

Είναι το πανκ από το μέλλον, είναι η φωτιά που καίει μέσα μας. Είναι το παιχνίδι με το χώρο του δίσκου, είναι ρυθμός και χάος, είναι μουσικό πόνημα και διαμαρτυρία, κατάσταση και αντίδραση. Είναι συμμορία και σκουριά, μελωδία και θόρυβος, θάνατος και ανάσταση. Το 3 είναι ένα έργο ηλεκτροακουστικό, μηχανικό και θορυβώδες. Ένα αυτόματο φτιαγμένο από φωνές ουρλιαχτά και σπασμένα τζάμια.

Ο William Bennett δεν έχει πουλί, γραμμένο στο εξώφυλλο! Ο Τράμπ δεν έχει πουλί. Οι καταπιεστές δεν έχουν πουλί, δεν έχουν μουνί, δεν έχουν τη φωτιά μέσα τους, δεν κάνουν έρωτα, δεν νιώθουν έρωτα. Εδώ είναι ο ερωτάς, εδώ είναι το ξέσκισμα και το ξεσήκωμα. Εδώ είναι η συνεχής αλλαγή, μια διαρκής επανάσταση, ζωή και θάνατος, αρχή και τέλος.

Όλοι αυτοί πάνω στις μηχανές και όλες οι παράπλευρες απώλειες, όλοι όσοι χάθηκαν βάσει πίστης σε στόχους και άλλοι τόσοι βάσει απιστίας σε αυτούς, όλοι αυτοί που τις νύχτες περπατούν κάτω από τις πόλεις και όλοι αυτοί που καταπιέζονται και είναι έτοιμοι να εκραγούν, όλοι όσους μισείτε και όλοι όσοι μισούν, όλοι αυτοί είναι το 3.

Πέρα από τα στενά όρια των 33.3 στροφών, σκάβοντας τον ήχο στο σημείο του μηδενός.

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #22: Χρήστος Παπαδάκης (Tendts)

Cheap Poetry

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Χρήστος Παπαδάκης και 1/2 του ηλεκτρονικού ντουέτου των Tendts ανασύρει σκέψεις και συναισθήματα που του προκαλεί το-πρωτοκυκλοφορημένο το 1980- Remain In Light των Talking Heads, μέσα από ένα ξεκαρδιστικό διάλογο…

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ο Χρήστος Παπαδάκης αποτελεί τον έναν από τους δύο συνδετικούς κρίκους στην αλυσίδα που τιτλοφορείται ως Tendts. Πρόκειται για ένα δίδυμο ηλεκτρονικής μουσικής από τη συμπρωτεύουσά μας, το οποίο συμπληρώνει ο αδερφός του Χρήστου, Φώτης.

Ένα ντουέτο, το οποίο από τις πρώτες ημέρες, πίσω στο 2012, που δημοσιοποίησε τη δράση του μέσα από το 12″ EP Slow Years, δεν υπηρετεί ρητά κάποιου είδους τεχνοτροπία και ύφος. Αντιθέτως, μοιάζει να επισκέπτεται ποικίλους χώρους εντός αυτού και γύρω από αυτό που ευρύτερα εκλαμβάνουμε ως electronica. Αυτή η ροπή τους προς μια ηχητική διάλεκτο πλατιά και ποικιλόμορφη έχει καθοδηγήσει τους Tendts σε αληθινά όμορφες και συναρπαστικές ηχητικές περιπέτειες. Περιπέτειες που, δεν λένε να κοπάσουν μέχρι τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές.

Οι εν λόγω Θεσσαλονικείς, προσδίδουν στην πολυσυλλεκτικότητά τους διάφορους «χρωματισμούς», οι οποίοι απορρέουν από ανάλογα συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις. Πότε επενδύουν τις ιδέες τους με έκδηλη χαρά, κάνοντάς τες να ηχούν σαν προδιάθεση ξεφαντώματος, πότε τις φιλτράρουν υπό ένα πρίσμα νοσταλγίας ωθώντας τον ακροατή/την ακροάτρια σε μια «επίσκεψη» στο παρελθόν του/της, και πότε απλώς επιτρέπει στις σκέψεις να «τρέχουν» μέσα σε μια ράθυμη ξεγνοιασιά. Κι αν πρέπει να κατασταλάξω σε ένα χαρακτηρισμό που θα ήταν αρκούντως περιγραφικός για τα όσα πράττουν στη μουσική τους τα προκείμενα αδέρφια, τότε θα υποστήριζα ότι η μουσική τους είναι… κατά περίσταση χορευτική. Διαπίστωση που, εν τέλει, σου εντυπώνεται συμπεριλαμβανομένων και των εναλλαγών που επιλέγουν οι Tendts να εφαρμόσουν στη ρυθμολογία των συνθέσεών τους.

Μια κατεξοχήν οργανική ηλεκτρονική άποψη leftfield κοπής (σύμφωνα με την ’90s ορολογία) και με τη μελωδικότητα να κυριαρχεί, με λίγες προσθήκες «πειραγμένων¨ και ενίοτε αιθέριων- όχι, πάντως, με την… cheesy έννοια- φωνητικών μερών, είναι αυτή που καταθέτουν οι Tendts. Άποψη, η οποία θαρρώ πως άπτεται του γούστου και της αισθητικής ανθρώπων που αναζητούν εκεί έξω μια εύληπτη ηχητική αγκαλιά, ήτοι ευκολομνημόνευτες στιγμές που δεν είναι περιοριστικές και εν πολλοίς συντεθειμένες από συγκεκριμένα στοιχεία.

Στο ηχογραφημένο υλικό του σχήματος, συναντά κανείς μια σύζευξη συστατικών από τα γενικότερα ιδιώματα της house, της techno, της dub, της synth/electro-pop, της ambient electronica, της hip hop,  κ.α., που ανά διαστήματα θα περιδιαβούν στιγμές από τη δισκογραφία του Four Tet, του Caribou, καθώς και ονομάτων της Warp Records, όπως ο Aphex Twin και οι Boards Of Canada. Σε κάθε περίπτωση, οι Tendts απλώνουν εμπρός του δέκτη μια πραγματικά απολαυστική πολυχρωμία. Καταλήγεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κερδίζοντας όμορφες αναμνήσεις μέσα από την ευθύτητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό που εκδηλώνουν οι μελωδίες και οι ρυθμοί του πλέον ολοκληρωμένου έως σήμερα δημιουργήματος του γκρουπ, του LP τους ονόματι Cheap Poetry, το οποίο κυκλοφόρησε το 2015. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν, μια, επίσης, αξιόλογη κατάθεση, η συλλογή συνθέσεων με τον εύγλωττο τίτλο Accept Failure As Part Of The Process, στην οποία οι αδερφοί Παπαδάκη αποτίουν φόρο τιμής στους ήρωές τους William S. Burroughs, Vito Acconci, Οδυσσέα Ελύτη, Joseph Beuys, Γιώργο Σεφέρη και την οποία παραχωρούν δωρεάν.

Ανάλογη συνθήκη κολλητικών electro στιγμιοτύπων με αυτή που περιγράφηκε πρωτύτερα, διαπνέει και τα δύο εφετινά EP τους, με το 12″ It’s Everywhere να ξεχωρίζει, ενώ η κασέτα του 3431 Years πέρα από δύο πρωτότυπα κομμάτια περιλαμβάνει και remix αυτών από Kid Flix και Bonebrokk. Είναι, όμως, κι η συμμετοχή (μεταξύ άλλων καλλιτεχνών) των Tendts στην προ τετραετίας συλλογή Finest Ego: Faces 12″ Series Vol. 5  που δίνει ακόμη περισσότερες κατευθυντήριες γραμμές για το ποιόν τουςΣτο συγκεκριμένο μέρος της σημαντικής συλλογής, στην οποία φιλοξενούνται αισθαντικά και ατμοσφαιρικά δείγματα μιας – κατεξοχήν– αστικής electronica που σβήνει αργά μέσα σε ένα πέλαγος συναισθηματισμού, παραγόμενη από διάφορους φερέλπιδες δημιουργούς ανά τον κόσμο, οι Tendts παρουσιάζουν πιο ατμοσφαιρικές και σκοτεινές πτυχές της τεχνοτροπίας τους, διασχίζοντας εντυπωσιακά και dubstep (στην… πλευρά των Darkstar και του Burial) περιοχές.

Μπείτε…

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

Remain In Light
[Talking Heads: Remain In Light – Sire Records, 1980]

– Ωχ ρε φιλέ, και τι έγινε;
– Λοιπόν, αυτή η φαγούρα που ένοιωθα στο λοβό του δεξιού αυτιού μου το βράδυ της περασμένης Τρίτης, δεν ήταν τυχαία ρε μαλακά. Αλήθεια σου λέω. Το έψαξα, το πρωί της Τετάρτης σηκώθηκα έβαλα τις πιο χαλαρές και πελώριες φόρμες μου, ένα ποτήρι δροσερό ανθρακούχο νερό, και καθαρό σώβρακο. Άφησα την μπαλκονόπορτα ανοιχτή γύρω στα δέκα εκατοστά, τόσο περίπου έλεγαν οι οδηγίες, και έμπηξα μια δισκάρα να παίζει στο πικάπ.
– Ποια δισκάρα;
– Έ ρε δεν θυμάμαι τώρα, αλλά ήταν δισκάρα. Είμαι σίγουρος.
– Ναι καλά, ναι καλά, ψέματα! Σε ξέρω οχτακόσια χρόνια, γιατί πρέπει να ακούω όλες αυτές τις σαχλαμάρες; Σε ξέρω από τότε που έτρωγες τις μύξες σου και έλεγες ότι είχαν γεύση δρακουλινια. Πες τα ψέματα σου σε κάποιον που δε σε ξέρει. Είσαι μεγάλος μπουρδολόγος! Ό,τι και να πεις από έδω και περά είναι μπούρδες, Μπούρδες, μπούρδες!
– Μα σου λέω, θα συμβεί κάτι απίθανο στη συνεχεία.
– Ουστ ρέ!!! Ούξοοοο, που λέγαν και οι μπασμένοι ενεργειακοί βρικόλακες.
– Σε παρακαλώ!
– Ούξοοοο!
– Σε παρακαλώ πολύ! Μη μιλάς έτσι για τα παιδιά!
– Πρώτον, μη μου ξανά υψώσεις τον τόνο της φωνής σου. Δεύτερον, μη γουρλώνεις τα μάτια σου γιατί νομίζω ότι θα χυθούν σαν ξεχειλωμένα στήθια γριάς. Τρίτον, θα πω στον Κωστάκη τι έκανες προχθές στην καφετιέρα του.
– Δεν έκανα τίποτα. Ό,τι και αν νομίζεις ότι έκανα… Μάλλον το φαντάστηκες. Κάνεις δε θα σε πιστέψει, διότι όλοι ξέρουν ποσό φαντασμένος είσαι! Τέλος πάντων. Ξαπλώνω στο κρεβάτι που λες και αρχίζω να χαϊδεύω απαλά, αισθησιακά το λοβό μου.
– Είσαι σίχαμα. – Σταδιακά νοιώθω ότι εισχωρώ και εισέρχομαι σε μια άλλη διάσταση. Το ήξερα, το περίμενα, το είχα διαβάσει στις οδηγίες αλλά αυτό που βίωσα ήταν απίθανο. Τα πράγματα γύρω μου, το ίδιο μου το σπίτι, δονούταν και κινούταν. Το κορμί μου έγινε πιο ελαφρύ, άρχισα να αιωρούμαι. Από την μπαλκονόπορτα που είχα αφήσει ανοιχτή μπήκε μπόλικο φως. Όλο το δωμάτιο, όλο το σπίτι ήταν πλημμυρισμένο με φως που σχεδόν με τύφλωνε. Από κάπου μακριά, σιγά σιγά άκουγα μουσική.
– Το βινύλιο θα ήταν.
– Δε ξέρω.
– Τι δεν ξέρεις ρε ψεύτη!
– Η μουσική έγινε πιο ξεκάθαρη, ρυθμός, γκρουβ, κρούστα, κιθάρες και φωνές. Προσπάθησα να εστιάσω την προσοχή μου στις φωνές, να καταλάβω τί λένε. Ήταν σαν κάποιος να έκανε κήρυγμα. Άλλες φορές μπορούσα να βγάλω κάποιο νόημα, άλλες φορές όχι. Καταστάσεις που βιώνουμε, ίσως αναφορές σε πολιτική, ξέρεις τέτοια πράγματα και θεματικές που μας αφορούν όλους. Άλλες φορές άκουγα αρλούμπες, δεν καταλάβαινα Χριστό. Όσο πιο πολύ εστίαζα τη προσοχή μου, τόσο πιο κοντά έρχονταν οι φωνές, αλλά και οι μουσικές. Αχ αυτές οι μουσικές. Ένοιωθα όλο και πιο όμορφα, όχι γαλήνια, όμορφα. Οι φωνές σταδιακά έγιναν μια φωνή. Μια ανδρική φωνή. Ωραία, λίγο περίεργη, αλλά αρρενωπή… έτσι με κυρός.
– Το κήρυγμα έπαιζε ακόμα; – Ναι, ναι, σταματά να με διακόπτεις! – Ποιανού ήταν η φωνή; Ποιος έκανε το κήρυγμα;
– Μια ανδρική φιγούρα έβλεπα να ξεπροβάλλει μέσα από το φως, δεν μπορούσα να διακρίνω. Σταμάτησα να την προσέχω, η μουσική με είχε συνεπάρει, οι funk ρυθμοί και τα κρούστα που ξεπετάγονταν από όλες τις κατευθύνσεις, από παντού γύρω μου. Άρχισα να κουνιέμαι διστακτικά, αλλά με νεύρο. Ήμουν χορευτής πλημμυρισμένος στο φως.
– Σιγά ρε μπαλαρίνα του Ντεγκά. Ξέρω ποιος έκανε το κήρυγμα. Ο Κάπτεν Πλάνετ.
– Αλήθεια ρε φιλέ, χόρευα πολύ ωραία και ταυτόχρονα αιωρούμουν!
– Αποκλείεται να χόρευες ωραία. Είσαι τσιμεντένιος. Μήπως θυμήθηκες ποιον δίσκο έβαλες τελικά;
– Όχι. Νοιώθεις καθόλου τη στιγμή; Καταλαβαίνεις τι μαγικό συνέβη;
– Δεν με νοιάζει!!! Ο φωνακλάς που έκανε το κήρυγμα, ποιος ήταν; Tον ειδές;
– Ξεκόλλα… Δεν ήταν ακριβώς κήρυγμα και δεν έχει σημασία, που να άκουγες τις μουσικάρες!
– Ο Kάπτεν Πλάνετ ήταν στα σίγουρα.

|>| Στήσε αυτί |<|

Μία Δισκοπαθούσα Εξομολογείται #21: Μελεντίνη

Μελεντίνη

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, η Μελεντίνη που αποτυπώνει τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες είτε μοναχικά, είτε μέσα από διάφορα μουσικά σχήματα, καταγράφει τους λόγους για τους οποίους την συγκινεί το καθηλωτικό Slope του Steve Jansen, που πρωτοεκδόθηκε το 2007.

Το προφίλ της… δισκοπαθούσας κατ’ εμέ

Ορισμένες φορές κατά τις στιγμές που ψάχνεις λόγια για να συναρμολογήσεις τις εκφράσεις σου, έρχονται εκείνα και σε βρίσκουν, ευθέως και συντεταγμένα. Κάπως έτσι θαρρώ πως συνέβη όταν προσπάθησα να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου για το καλλιτεχνικό ποιόν της Μελεντίνης (αγγλιστί Melentini).

Ερχόμενος κανείς σε επαφή με τα ηχητικά πεπραγμένα της Μελεντίνης, αντιλαμβάνεται πως η ατμοσφαιρικότητα για εκείνη αποτελεί καίριο χαρακτηριστικό των όσων επιθυμεί να μεταδώσει. Κι είναι αληθινά λυτρωτικό που αυτή η ατμοσφαιρικότητα, με μια σχεδόν νουάρ αισθητική να την διακρίνει, καταφθάνει μέσα από έναν αυθορμητισμό, μια αμεσότητα και χαράσσει εξαίσια μια ευθεία γραμμή, η οποία διατρέχει κάθε δευτερόλεπτο ακρόασης των ακροαμάτων που προκύπτουν από τις ιδέες της εν λόγω τραγουδοποιού.

Πιάνεις των νήμα των όσων μόλις προείπα, ξεκινώντας από τις ημέρες της με τους Sequence Theory Project, δηλαδή της σύμπραξης της αποψινής καλεσμένης της Δισκοπάθειας με τον Wris Orpheus (Ριχάρδος Ορφέας König) και τον Κώστα Αντωνίου, κι άλλων guest συμμετεχόντων, σχήμα που διατηρεί από τo 2006 και το οποίο δισκογραφώντας έδωσε τρία αισθαντικά ηχητικά μνημεία. Μια τριάδα δημιουργημάτων συγκινητική, που μοιάζει να έχει ως μέλημα της και ίσως βασική της αρχή, την οικοδόμηση ενός ανατριχιαστικού περιβάλλοντος. Ο λόγος για ένα ένα αξέχαστο περιβάλλον, το οποίο απλώνεται γύρω και μέσα σου, προσιδιάζοντας σε μια έντονη ακουστική περιπέτεια, όπου αρχή, μέση και τέλος επικοινωνούν αλλάζοντας συχνά θέσεις, εν τέλει με ένα αρκούντως συναρπαστικό τρόπο. Σε αυτή την ακολουθία στιγμιοτύπων, η Μελεντίνη επιδίδεται σε φωνητικά παιχνιδίσματα που αμφιταλαντεύονται μεταξύ ιδιόμορφου παγανισμού και εύθραυστων καταθέσεων. Στο νου μου, ακούγοντάς την, σχηματίζει μια εικόνα που θέλει σιαμαίες την Kazu Makino (Blonde Redhead) και την Marissa Nadler ή τις αδερφές Casady (CocoRosie). Επιπρόσθετα, η ίδια πέρα από το στιχουργικό στίγμα, παραθέτει πιάνο, τρομπέτα και συνθεσάιζερ.

Στο επίκεντρο των συλλήψεων των Sequence Theory Project, συναντά, επίσης, κανείς μια ξεκάθαρη επιλογή του συγκροτήματος να τοποθετήσει πλάι πλάι ηλεκτρονικά και φυσικά όργανα, και να επωφεληθεί από τις ζυμώσεις και το καταστάλαγμα της αλληλεπίδρασης τους. Έπειτα από ένα σύνολο από ενδιαφέρουσες σκόρπιες ηχογραφήσεις τιτλοφορούμενο ως Whispers Of A Tree (2008) και το αληθινά αξιόλογο επίσημο EP τους Toyland (2010), ετοίμασαν ξανά  δυο χρόνια μετά  μια αντίστοιχη αλληλουχία διαλόγων, μα περισσότερο εύστοχη και επιτυχημένη από πριν, ανάμεσα σε φυσικά όργανα και ηλεκτρονικές παρεμβολές, στο καθαρτικό πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους, The Collapse Of Civilization.

Πρόκειται περί ενός ηχογράφηματος για το οποίο είχα ήδη εκφραστεί εκστασιασμένος στο παρελθόν, λέγοντας τα εξής (στα οποία δεν επιθυμώ να αλλάξω λέξη έως σήμερα): “Αναζητώντας επίκεντρο, σημεία αναφοράς και προσλαμβάνουσες, που καθόρισαν το μωσαϊκό ήχων της τρίτης τούτης αυτοοργάνωσης των Sequence Theory Project, προσανατολίζεται κανείς στον υποδειγματικό συγκερασμό επιβλητικότητας λυρισμού (εκ της κλασικής μουσικής, των jazz και ambient) και σκουρόχρωμης αστικής μελαγχολίας (μέσα από trip hop, dubstep, breakbeat, dub μοτίβα). Καθεμία από τις δώδεκα ηχητικές στοιβάδες του εγχειρήματος, διαμορφώνεται με γνώμονα την επίτευξη μιας δραματικής- κατά βάση- θεατρικότητας, που σε καθηλώνει μονομιάς και σε λυγίζει προοδευτικά. Οδηγός, η αξιοποίηση των ισχυρών δεσμών μεταξύ των συμβαλλόντων πλευρών του γκρουπ. Ήτοι, η γόνιμη διαδραστικότητα φωνητικών, πιάνου, συνθετητών και λοιπών πληκτροφόρων, καλίμπας, τρομπέτας, βιολιού, κιθάρας, μπάσου, ψηφιακών samples και ρυθμών.”.

Εξαιρετικό, πραγματικά, θα χαρακτήριζα και το περσινό και τρίτο πόνημα του προαναφερθέντος συνόλου, το EP με τίτλο Α Head Full Of Road. Εκεί θα σμίξεις με πιο φωτεινά χρώματα και με μια περισσότερο εύληπτη τραγουδοποιία με σαφείς ’80s νύξεις και ρετροφουτουριστικό μανδύα.

Στο μεσοδιάστημα, πριν και μετά από όλες τις παραπάνω δραστηριοποιήσεις, η Μελεντίνη κυκλοφορεί στα μουσικά πράγματα καταστρώνοντας τα αμιγώς προσωπικά της πλάνα. Ένα προ τετραετίας καταπληκτικό σόλο LP, Explosions Around, The Desert Inside, επιβεβαιώνει την συνθετική της ωριμότητα. Εδώ, ο πολυσχιδής ρόλος της συνθέτριας, στιχουργού και εκτελέστριας (με βοήθειες σε κάποια όργανα), δεν φαίνεται να την υπονομεύει. Αντιθέτως, η ίδια φτιάχνει τραγούδια ισορροπημένα, ευάερα και κλιμακωτά, που δεν χάνουν στιγμή τον ειρμό τους αφού θεμελιώνονται πάνω σε ένα συντονισμό των συστατικών που τα απαρτίζουν. Η έκβαση του εγχειρήματος είναι θετική, διότι η εμπνεύστρια αυτού δεν επενδύει στο να δώσει σε κάποια συνιστώσα του έργου της τα ηνία της διαδικασίας κατασκευής αυτού. Η φωνή, τα όργανα, οι στίχοι, κι αντιστοίχως οι μελωδίες και η ρυθμολογία έχουν την ίδια βαρύτητα στο όλον.

Η διαφορά τεχνοτροπίας, βέβαια, σε σχέση με την δραστηριότητά της με τους Sequence Theory Project, σχετίζεται με το ότι το ύφος της υποστηρίζεται ελάχιστα από ηλεκτρονικά όργανα και εξαρτήματα. Οι δομές του παρθενικού της προσωπικού δίσκου, μεταφέρουν καλαίσθητα μια μυσταγωγία συντεθειμένη από φολκ (ως σύμπλευση μεσογειακών, βαλκανικών αλλά και ιρλανδικών ιδιωμάτων), κλασικότροπες και τζαζ μουσικές φόρμες. Ακουστικά (κυρίως) όργανα, με προεξέχοντα τα έγχορδα και το πιάνο, καθορίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Στις ζωντανές της εμφανίσεις, δε, κερδίζει επικροτήσεις η εναλλαγή μεταξύ παραμυθένιου κλίματος και αστικών ηχοτοπίων.

Το τελευταίο της πόνημα, ένα σύνολο τεσσάρων κομματιών υπό το EP Λεωφόρος Εφιαλτών, επιφέρει μια ουσιαστική αλλαγή. Η γλώσσα αυτή τη φορά δεν είναι η αγγλική, αλλά η ελληνική. Το στοίχημα…, κερδισμένο, όπως στο μοναδικό ελληνόφωνο κομμάτι των STP, “Κύτταρα”, οι φθόγγοι δένουν, οι φωνητικές αρμονίες πιάνουν τον γλωσσικό σφιγμό, αιθέριες πομπές απλώνονται εδώ κι εκεί στο χώρο. Πιανιστικές κλιμακώσεις, ηλεκτρονικές περιπτύξεις από beats και bleeps υπεισέρχονται στην πορεία, η μελαγχολία στέκεται πλησίον της νοσταλγίας, οι αθέατες και συγχρόνως ολοφάνερες πτυχές των μεγαλουπόλεων μπλέκονται σαν κόμπους από στάχυα στον έναστρο ουρανό. Μια ακρόαση του κομματιού «Καβάντζα Ζωή», με τη μεταμεσονύχτια αχλή του, πείθει…

Παράλληλα, η κάτοικος Βερολίνου πια μουσικός συγκρότησε και τους The Running Blue Orchestra, μια αληθινά απολαυστική μπάντα nu jazz (κατά κύριο λόγο) προδιαγραφών. Το προαναφερθέν σχήμα καταλήγει σε μια νουάρ επιμειξία trip-hop, folk και ’60s ψυχεδέλειας (με την ευρεία έννοια του όρου), κατορθώνοντας να παρουσιάζει ένα φρέσκο πρόσωπο.

Η ίδια, θα συνθέσει και ηχητική υπόκρουση για ταινίες (βλέπε π.χ. Άφτερλωβ) και θεατρικά έργα, ενώ θα συμμετάσχει επιτυχημένα και σε εγχειρήματα άλλων μουσικών. O σπουδαίος Steve Jansen λ.χ. (των Japan, Nine Horses και Rain Tree Crow, και σημαντικός συνεργάτης του Davin Sylvian μεταξύ άλλων), για δίσκο του οποίου γράφει η Μελεντίνη στην παρούσα στήλη, της εμπιστεύτηκε μια θέση στους συμβάλλοντες στο εξαιρετικό περυσινό του άλμπουμ, Tender Extintion. Στο παρελθόν, ορισμένοι/ες θα την έχετε συναντήσει και σε credits εγχώριων δίσκων των Universe217, Παύλου Παυλίδη & B-Movies, Mani Deum, Blue Square… Ενώπιος ενωπίω μαζί της μπορεί να βρεθεί κανείς ως θεατής/ακροατής στις ζωντανές εμφανίσεις του Theodore, μιας και εκείνη αποτελεί μέλος του γκρουπ μουσικών που συνοδεύει συναυλιακά τον τελευταίο.

Δισκογραφικά ή συναυλιακά μιλώντας, στις στουντιακές της ή τις ζωντανές της παραστάσεις, η Μελεντίνη ενδύεται με και μεταδίδει μια μοναδική σαγήνη.

…και τα λόγια τής ιδίας για τον αγαπημένο της δίσκο

Steve Jansen
[Steve Jansen: Slope – Samadhisound, 2007]

Ένας απ’τους δίσκους που έχω ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια είναι το Slope του Steve Jansen-ιδρυτικού μέλους των Japan. Το Slope είναι ο πρώτος σόλο δίσκος του μετά τους Νine Horses ως παραγωγός και ύστερα από μια σειρά συνεργασίες με σημαντικούς μουσικούς της παγκόσμιας σκηνής. O δίσκος αποτελείται από 12 κομμάτια και περιλαμβάνει συμμετοχές των David Sylvian, Tim Enselburg, Anja Garbarek και Τhomas Feiner.

Πολύ αγαπημένο μου κομμάτι απ’ το συγκεκριμένο δίσκο είναι το “Playground Martyr’s”, το οποίο έχει συγκλονιστικές παύσεις και μία πολύ ουσιώδη μινιμαλιστική σύνθεση, στοιχείο που ακολουθεί όλος ο δίσκος, με το αργό πιάνο και τη φωνή του Sylvian σαν πληγωμένου παραμυθά.

To “Grip”, που είναι το πιο έντονα ηλεκτρονικό κομμάτι του δίσκου, έχει αυτές τις βραχνές τρομπέτες που με γοητεύουν ιδιαίτερα ανάμεσα στα κρατσανιστά samples και σε μια τυχαία μικρή μελωδία του πιάνου, κι όλα μαζί σε μια ασυμφωνία που όμως δένει υπέροχα σαν το σάουντρακ κάποιας σκηνής.

Το “Sow The Salt” ενορχηστρωμένο με τα έγχορδα της Βratislava Μovie Οrchestra είναι ένα κομμάτι αργόσυρτο σα μια southern μπαλάντα, με την εύθραυστη φωνή του Τhomas Feiner που σε κάνει να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε ένα ξεθωριασμένο πύρινο τοπίο στην έρημο.

Όλος ο δίσκος κινείται σε μια αστική μελαγχολία που εναλλάσσεται σε γήινο όνειρο, παραίσθηση, ψηφιακό τοπίο με ετερόκλητα μεταξύ τους σε ύφος τραγούδια. Η μουσική του Jansen με ελκύει γιατί έχει ένα σκεπτικισμό, μια νηφαλιότητα και παράλληλα μια εσωτερική και ειλικρινή κατάθεση που προέρχεται από έναν καλλιτέχνη με μεγάλη πορεία στα μουσικά πράγματα και εξευγενισμένη αισθητική στην παραγωγή ηχοτοπίων. H χρήση των πνευστών γίνεται με μια λεπτή χρήση της αρμονίας, οι ατμόσφαιρες με τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς ανάμεσα σε διάφωνα διαστήματα ελίσσονται σα να ακούγονται μέσα σε νερό και τα έγχορδα έχουν καταλυτικό ρόλο, τόσο μέσα στην ενορχήστρωση ως ensemble, όσο και στα σημεία που η δομή είναι ακαθόριστη και ακούγονται ως ηχοχρώματα.

Συνολικά το άκουσμα αυτού του δίσκου είναι ζωτικής σημασίας για μένα καθώς οι αρετές του Jansen, ενός ντράμερ/ πολυοργανίστα/ συνθέτη/ παραγωγού και δη αυτοδίδακτου μουσικού ανέδειξαν πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν επίσης τη μουσική των αγαπημένων μου καλλιτεχνών, όπως Radiohead, Aphex Τwin, Autechre, Boards of Canada, Soap and Skin κ.ά. To Slope είναι μάλλον απ’ τους δίσκους που δεν έχουν συγκεκριμένη διάθεση αλλά είναι υποβλητικοί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και αν τύχει να ακούσεις κάποιο απ τα κομμάτια του κάπου τυχαία σίγουρα θα κάνεις την ερώτηση “Πολύ ωραίο αυτό, τι είναι;”.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Φωτογραφία Μελεντίνης στο άρθρο: Τένια Δημακοπούλου