Μία Δισκοπαθούσα Εξομολογείται #27: Στέλλα Χρονοπούλου (Σtella)

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, η Στέλλα Χρονοπούλου, γνωστή από τις μουσικές της δράσεις απλώς ως Σtella, εξηγεί πώς μια τυχαία συνάντηση με το άλμπουμ The Amazing New Electronic Pop Sound τού Jean Jacques Perrey, κατέληξε σχεδόν ενστικτωδώς… μοιραία. 

Το προφίλ της… δισκοπαθούσας κατ’ εμέ

Ορισμένες φορές, από τη στιγμή που έρχεσαι σε επαφή με το καλλιτεχνικό έργο ενός ανθρώπου, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστείς αυτό το άτομο να λειτουργεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο αφήνοντας κατά μέρος τα όσα σχετίζονται με το έργο αυτό. Με άλλα λόγια, μοιάζει κομμάτι δύσκολο να κάνεις εικόνα το πρόσωπο αυτό να καταπιάνεται με τα «εντελώς καθημερινά πράγματα».  Στο όραμα δε της Στέλλας Χρονοπούλου και της απολαυστικής ποπ αμεσότητας που την διακρίνει, η διαπίστωση για την οποία σας μιλάω βρίσκει ένα κατάλληλο αποκούμπι για να επιβεβαιωθεί. Η πορεία της προκείμενης Γλυφαδιώτισσας, κύλησε τόσο από την ιδιότητα της τραγουδίστριας όσο και από εκείνη της αυτόφωτης δημιουργού ηχητικών στιγμών.

Με θέση ανάμεσα στις πλέον δραστήριες φιγούρες της τρέχουσας δεκαετίας στην εγχώρια μουσική πραγματικότητα, η Στέλλα Χρονοπούλου εξέφρασε τη δημιουργικότητά της ως Σtella, ορθά-κοφτά. Μπορείς κάλλιστα να φέρεις στη μνήμη την αποτελεσματική της ανάμειξη σε εγχειρήματα συναδέλφων της. Ο λόγος για προσωπικές δουλειές των My Wet Calvin, στο “XS Underwear” τους η Σtella εκπέμπει χορευτική κάψα από μικροφώνου, του Coti K., στο ντεμπούτο του ως The Man From Managra πίσω στο 2014 εκείνη αποθέτει με αισθαντικότητα και ανεμελιά ένα γλυκόπικρο τραγούδισμα σε δύο συνθέσεις του, των Expert Medicine, στο Perfect Maniac LP (2011) των οποίων οποίων η ίδια συντονίζεται υπέροχα με ένα ρυθμικό ντίσκο σκηνικό…

Θυμάμαι εξίσου έντονα με τα προαναφερθέντα και τη συνεισφορά της στη διασκευή στο Nightcall του Kavinsky δια χειρός Sillyboy, όπου πιάνει το κλίμα του κομματιού με μια ορθώς αποστασιοποιημένη εκφραστικότητα στα φωνητικά, προσδίδοντάς του έναν αέρινο συναισθηματισμό. Δεν ξεχνώ, επίσης, τις νωχελικά ρομαντικές τοποθετήσεις της στο ονειροπόλα disco/electro pop “Never Without You του NTEIBINT, προ τετραετίας, καθώς και τη φετινή της συμμετοχή στο “A State Nearby του ιδίου, όπου βυθίζεται και μας βυθίζει σε ένα φουτουριστικά μελαγχολικό electro-φόντο. Κάπου εδώ, θα μου πεις: “δεν ανέφερες τίποτα για τον φανταστικό διάκοσμο που έστησε μαζί με τους Sad Disco στο “Glory των ιδίων”. Πρόκειται για ένα disco/house χάσιμο, το οποίο εντείνει το ξεφάντωμα του μέσα από τα «υπεριπτάμενα», αισθησιακά και σκερτσόζικα φωνητικά της Stella.

Εκείνο, πάντως, που θεωρώ ότι έδωσε επιπρόσθετες χάρες σε αυτό που η αποψινή καλεσμένη της Δισκοπάθειας καθορίζει ως σταδιοδρομία, είναι η δική της, προσωπική ματιά πάνω στην ίδια τη συνθετική διαδικασία. Η αντίληψη της ως τραγουδοποιού και τραγουδίστριας την ίδια στιγμή, είναι αυτή που κυρίως την κατατάσσει στις εξέχουσες ποπ «περιπτώσεις» των ’10s εκ της ημεδαπής. Αρχικώς, η Stella έδωσε songwriting στίγμα το 2014 μέσα από το 7» single Holding Grass των Fever Kids, δηλαδή του ντουέτου που διατηρεί με τον Αλέξη Ζαμπάρα, κιθαρίστα, μεταξύ άλλων, των Expert Medicine. Ένα κομμάτι αληθινό ξέδομα, όπου τα beats ρέουν συναρπαστικά δίπλα σε ευκολομνημόνευτες μελωδίες από synths, κιθάρες, ηλεκτρονικά εργαλεία και φωνές.

Ακολουθεί, έπειτα, μια πιο ολοκληρωμένη παρουσία της στο πεδίο της τραγουδοποιίας, αυτή που κατατίθεται στο ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ της, για την Inner Ear, την επόμενη χρονιά. Βλέπετε, εντός του εκτυλίσσεται ένας γόνιμος και εύληπτος διάλογος μεταξύ μελωδικότητας και ρυθμολογίας, όχι μόνο στα πιασάρικα ρεφρέν, αλλά και οπουδήποτε αλλού στις κλιμακώσεις των συλλήψεών της. Οι ηλεκτρονικές μελωδίες του είναι γεμάτες από hooks, ευάερες, ανοιχτόκαρδες και καλοσχηματισμένες, στρόγγυλες θα έλεγες με μια λέξη. Το ύφος του δίσκου, γενικότερα, κινείται σε ένα ευρύ electro-pop φάσμα και δίχως να αναπαράγει ερεθίσματα και επιρροές, χαρακτηρίζεται από μια αδιάσπαστη συνοχή και από μια ροή που σε κρατάει εκεί, δίπλα του. Είναι κι αυτές οι άχαστες λεπτομέρειες που χτίζει με τη βοήθεια και της ενορχήστρωσης, οι οποίες προέρχονται από πλήκτρα, κιθάρες και κρουστά. Συνυπολογίστε και το funky groove του ρυθμικού τμήματος, με μπάσο-τύμπανα να στρώνουν ευφορικά το χορό.

Δύο χρόνια αργότερα, η δισκογραφική επαναδραστηριοποίησή της θα υπογραμμίσει και πάλι όμορφα τις αρετές της γραφής της. Η ποπ της είναι αναζωογονητικά αισιόδοξη, έχει εξαιρετική πλοκή και εσωκλείει με εκλεκτικότητα εδώ κι εκεί ιχνοστοιχεία από διάφορα ηχητικά ιδιώματα. Το Works For You αποτελεί ένα σύνολο στιγμιοτύπων που φέρουν κάτι από το περιβάλλον των εξαίσιων live εμφανίσεων της Σtella. Τα όργανα που αξιοποιήθηκαν είναι περισσότερα σε πλήθος και πιο ενεργητικά σε συνδρομή σε σχέση με το παρελθόν, οι υφολογικοί ορίζοντες πλαταίνουν, η αισθητική εν γένει απλώνεται και οι αναπτύξεις αποκτούν μεγαλύτερη ποικιλία σε συστατικά και προεκτάσεις. Η εξέλιξη που επιφυλάσσει στην τεχνοτροπία της η Σtella είναι θαυμαστή. Χωρίς να γίνεται huge και μεγαλεπήβολο το ύφος της, ανοίγεται περισσότερο στο δέκτη, έχει πια μια εξωστρέφεια πιο έντονη, αυξάνοντας τις οδούς επικοινωνίας με τον ακροατή. Συγχρόνως βαθαίνει το ηχητικό του μεδούλι, με τα κιθαριστικά indie pop μέρη (από τα βρετανικά ’80s έως και τα αντίστοιχα ’00s) να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή, προσφέροντας πολλά σημεία για να πιαστείς. Όσο για την αμεσότητα και την ευθύτητα, θα έλεγες ότι εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο όλον ενός έργου της Σtella.

Δεν ξέρω που θα βγάλει η μοίρα το εκφραστικό όχημα που με επιδεξιότητα και χαρά οδηγεί η Σtella. Αυτό που μου δίνει να καταλάβω, πάραυτα, είναι ότι αυτή ρυθμίζει τις τύχες του (και της) με οτιδήποτε πιστεύει πως γεμίζει πρώτα απ’ όλα την ίδια. Εδώ θα είμαστε, να την απολαμβάνουμε.

…και τα λόγια της ιδίας για τον αγαπημένο της δίσκο

[Jean Jacques Perrey: The Amazing New Electronic Pop Sound, 1968]

Έμαθα για τον Jean Jacques Perrey την ημέρα που πέθανε. Για εμένα βέβαια εκείνη την μέρα γεννήθηκε. Ήταν 4 Νοεμβρίου του 2016 και υπήρχε ένα θέμα στην Guardian που τυχαία άνοιξα. Έκτοτε διάβασα πολλά για αυτόν και έμαθα ότι θεωρείται ένας από τους Pioneer της ηλεκτροκινής μουσικής. Ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τις λούπες, τα sequencer και τα moog. Έχω ακούσει αρκετούς από τους δίσκους του και σίγουρα έχω επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό αυτά τα δυο τελευταία χρόνια, καθώς τον ακούω πολύ συχνά, σε σταθερή βάση.

Θα πρότεινα σε όλους να ακούσουν το δίσκο The Amazing New Electronic Pop Sound, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη παιδικότητα, πράγμα που εκτιμώ βαθύτατα. Η παλέτα των ήχων είναι φοβερά διασκεδαστική και είναι συγκεκριμένα κάτι που με έχει κάνει να αγαπήσω πολύ αυτόν τον δίσκο. Είναι αστείος και σοβαρός μαζί, μια ποιότητα που πολύ σπάνια μπορεί να συναντήσει κάνεις. Δεν είναι εύκολο να είσαι αυτά τα δυο πράγματα μαζί με τόσο καλό τρόπο.

Είναι εντυπωσιακό το μπλέξιμο κλασσικών και σύγχρονων στοιχείων αν αναλογιστούμε ότι αυτός ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1968. Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόντουσαν οι άνθρωποι που το άκουγαν τότε και πως το υποδέχθηκαν.

Δεν μπορώ να πω πολλά παραπάνω πράγματα για αυτόν τον δίσκο γιατί τον σέβομαι. Ίσως και αυτά που είπα μέχρι τώρα να είναι μπούρδες. Σημασία έχει ότι θα τον ακούω συνέχεια και για πάντα και θα μου κάνει καλό κάθε φορά.

|>| Στήσε αυτί |<|

Advertisements

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #26: Νικήτας Κίσσονας (Methexis)

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Νικήτας Κίσσονας, ο οποίος εξωτερικεύει τις ηχητικές του συλλήψεις μέσα από το προσωπικό του εγχείρημα που τιτλοφορείται ως Methexis, ενώ στο παρελθόν συνεισέφερε στα σχήματα των Verbal Delirium και Yianneis, παραθέτει με γλαφυρότητα στιγμές και εικόνες από την εποχή κατά την οποία αισθάνθηκε την… πρώτη έλξη από το Harbour Of Tears των Camel.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, το γεγονός ότι μια εγχώρια γενιά μουσικών με εξερευνητικές πρακτικές και γόνιμη αξιοποίηση αυτών σε ηχητικά έργα με ιδιότυπο χαρακτήρα, εκτείνει τον αντίκτυπό της εκτός ελληνικών συνόρων. Είναι κι αυτή η ευκολία (ευχή και… κατάρα καμιά φορά λόγω έλλειψης στοχευμένου… σερφαρίσματος) που μας δίνει τη δυνατότητα να απλώνουμε την προσοχή μας πέρα από το άμεσο οπτικό μας πεδίο, αλλά και τους ορίζοντες του κοινωνικού μας περιγύρου, με αποτέλεσμα να συντονίζουμε εαυτούς ακόμη και με εξελίξεις που «τρέχουν» στην άλλη άκρη του γεωγραφικού χάρτη.

Ελέω ελάχιστης, αν όχι ανύπαρκτης, ενοποιημένης προώθησης των ηχητικών μας… προϊόντων διεθνώς, η παραπάνω συνθήκη ευθύνεται στο ότι το σύγχρονο προοδευτικό ροκ της ημεδαπής καταλαμβάνει έναν κάποιο χώρο στις αναζητήσεις και κατ’ επέκταση στις κουβέντες μουσικόφιλων που κατοικούν στα… ξένα. Μια τέτοια αίσθηση εισπράττεις, όταν διασταυρώνεσαι με διαδικτυακές απόψεις που υπερθεματίζουν μπροστά στο τελευταίο άλμπουμ των Ciccada, ανακηρύσσοντάς το στα σπουδαιότερα της ετήσιας σοδειάς, καθώς  περνάς από εκθειαστικές κριτικές απέναντι σε ηχογραφήματα των Verbal Delirium, Gravitysays_i, Poem και None Other. Κάτι ανάλογο και τις στιγμές κατά τις οποίες ψάχνεις σημείο επαφής με τις τρέχουσες σημαντικές κυκλοφορίες ανεξαρτήτως προέλευσης και συναντάς τους Mother Turtle μπροστά σου, καθώς κι όταν παρατηρείς ότι ένα διαρκές όραμα σαν αυτό που υλοποιεί ολοένα και γοητευτικότερα ως Lüüp ο Στέλιος Ρωμαλιάδης, έχει ένα σταθερό και συνάμα ετερόκλητο… εθνοτικά αποτύπωμα σε συμμετέχοντες μουσικούς και σε αποδοχή κοινού.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αγνοήσουμε το γεγονός ότι εξελικτική πορεία καλλιτεχνών όπως αυτή του Νικήτα Κίσσονα, μαγνητίζει πέρα από τους ακροατές και σημαντικούς εκπροσώπους των διεθνών prοg τεκταινομένων, οι οποίοι συνδράμουν στα εγχειρήματα του ιδίου. Από τα ύστερα κιόλας ’00s, όντας μέρος μιας ηχητικής πραγματικότητας που καθοδηγείται από συγκροτημένη και απελευθερωμένη από στυλιστικά πλαίσια prog-everything τεχνοτροπία, ο Αθηναίος πολυοργανίστας και δημιουργός δίνει στίγμα τόσο μέσα από τη συνεισφορά του σε συλλογικές προσπάθειες, όσο και από τις κατευθύνσεις των οποίων επιμελείται για προσωπικά του πρότζεκτ.

Μιλώντας, αρχικά, για τα όσα έχει παράγει στο πεδίο του ήχου από κοινού με άλλους, δεν μπορείς παρά να σταθείς στην καθοριστική του ανάμειξη στο υλικό και το γενικότερο προφίλ των Verbal Delirium, τους οποίους ανέφερα- ξεχωρίζοντάς τους- και πρωτύτερα. Άλλωστε, για περίπου μια δεκαετία, το προκείμενο σχήμα συγκαταλέγεται στα πλέον σημαίνοντα ντόπια, ανεξαρτήτως μουσικού προσανατολισμού. Σε τρία άλμπουμ, τα διαδοχικά So Close And Yet So Far AwayFrom The Small Hours Of Weakness και The Imprisoned Words Of Fear, που διακρίνονται για την εξαιρετικά συμπαγή και συνεκτική τους γραφή, πλάι σε αρετές όπως η ελκυστικότητα και η παροχή εκπλήξεων μέσα από ευέλικτες δομικές εναλλαγές, ο Κίσσονας συντελεί στο όλον από το πόστο του κιθαρίστα, και στο τελευταίο εξ αυτών επιφορτίζεται και με την ενορχήστρωση.

Σε εκείνες ακριβώς τις ενέργειές του που εσωκλείονται στην προαναφερθείσα τριάδα των LPs από την παρέα των Verbal Delirium, κι ειδικότερα στα δύο από το τέλος, χρονικά, συναντά κανείς μια εσωτερική ροή συλλογισμών, η οποία εκτονώνεται-για καλή μας τύχη- μέσα από διονυσιακής αίσθησης κρεσέντο από τον Κίσσονα. Σε μια νοοτροπία επί της κιθάρας που θέλει τον αποψινό Δισκοπαθή μας να παραπέμπει αρχικώς στα prog ’70s, καθώς και να μην υποδέχεται μονάχα ως αναφορά τις εξελίξεις της εποχής μας, αλλά αντιθέτως να γίνεται αναπόσπαστο και ουσιαστικό μέρος αυτών. Εξάλλου, τον ίδιο δεν φαίνεται τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά να τον… κατατρέχει καμιά αγωνία να πιάσει το νήμα από το ένδοξο παρελθόν, ώστε να καταστήσει τα όσα πράττει ως φυσική συνέχεια αυτού (του παρελθόντος).

Εύκολα συγκρατεί κανείς και την καλλιτεχνική υπόσταση του Κίσσονα μέσα από το γκρουπ των Yianneis. Ένας, επίσης, εποικοδομητικός και ιδιοσυγκρασιακός συγκερασμός ετερόκλητων μεταξύ τους νοοτροπιών, που συναντώνται κάπου στη… μέση, δίχως όμως να απολεσθούν οι ξεχωριστές ιδιότητες των διαφορών τους. Μια πραγματική, ας μου επιτραπεί, εκκεντρικότητα στα χρονικά της μουσικής μας παρακαταθήκης, που παραδίδει επιτυχώς πολυσυλλεκτικά δημιουργήματα των οποίων τα συστατικά αν αφήνονταν στη διαχείριση άλλων θα κατέληγαν ηχητικές καρικατούρες, μέσα στην φαινομενικά χαοτική τους απόσταση. Στο θεατρικό ύφος του συγκεκριμένου σχήματος παρίστανται, ο ρομαντισμός και η δραματικότητα της κλασικότροπης τεχνοτροπίας (μοντέρνας και μη), η τζαζ ελευθεριότητα, οι ανατολίτικες ακροαματικές μυσταγωγίες, ο μυστικισμός της απανταχού ψυχεδέλειας, η γλυκόπικρη ευφορία των βαλκανικών σκοπών, η ορμητική ισχύς μιας πανκ εξέγερσης. Ο θυμός και οι νευρώσεις της καθημερινότητας ανακαλύπτουν το λυρικό τους πρόσωπο και τούμπαλιν.

Τα αποτελέσματα που προέρχονται από τη στουντιακή δράση των Yianneis και πιο απτά κι εκστατικά από τις καθηλωτικές τους ζωντανές εμφανίσεις, τους κατατάσσει στα χαρακτηριστικότερα εγχώρια σχήματα των ’10s.  Φέτος, δε, εξέδωσαν και τον δεύτερο πλήρους διάρκειας δίσκο, το Yianneis No.2, στον οποίο εξακολουθούν να κάνουν του… κεφαλιού τους και τους «βγαίνει» και πάλι.

Σε ό,τι αφορά τα εγχειρήματα στα οποία προΐσταται, ο Κίσσονας διαμορφώνει μια δραστηριότητα που στηρίζει το κέντρο βάρους της τόσο στην ποικιλομορφία των εκφραστικών της μέσων, όσο και στις οδούς από τις οποίες όλα τα αλλιώτικα μεταξύ τους υφολογικά δεδομένα θα εναρμονιστούν. Ως κοινός τόπος για τις διάφορες εμπνεύσεις που συγκεντρώνει και παραδίδει με μεθοδικότητα ο Νικήτας, προβάλλουν οι περιπετειώδεις αναπτύξεις, οι οποίες σε συνδυασμό με μια πολυπλοκότητα στις δομές που καταφθάνει γενναιόδωρη συναισθηματικά, κατορθώνουν να αποσπάσουν προσήλωση και αλλεπάλληλες… ανασηκώσεις φρυδιών από μεριάς δέκτη. Δεν μου το βγάζεις, λοιπόν, από το μυαλό, ότι ο εν λόγω δημιουργός δεν αφήνεται στην παρόρμηση να αναδιατυπώσει ή/και να επεκτείνει τις ήδη δοκιμασμένες και επιτυχείς εμπνεύσεις του, μα αναζητά διαρκώς νέες εκφάνσεις και συστατικά για να εμπλουτίσει την εκφραστικότητά του.

Προσπαθώντας να θέσω σε λογική βάση τους παραπάνω ισχυρισμούς, μου έρχονται στο νου τα αντανακλαστικά του Κίσσονα και δη η γενικότερη οπτική του απέναντι στη στυγνή και μη εξωραϊσμένη καθημερινότητα. Εδώ, υπάρχει μια κάψα ούτως ώστε να βρουν δίαυλο επικοινωνίας τα εντός των τειχών του εαυτού του, πέρα από τα ίδια τους όρια. Κι είναι αναζωογονητικό και λυτρωτικό, τελικά, για τον Νικήτα και για όσους στήσαμε αυτί, το πώς αυτά τα «μέσα» του μεθοδεύτηκαν ούτως ώστε «βγουν»… προς τα έξω. Ιδίως σε εκείνο το προ τριετίας άλμπουμ του Suiciety, όπου ο συγκλονιστικός τρόπος κατά τον οποίο συλλαμβάνει και μετουσιώνει ηχητικά το έντρομο βλέμμα του σκεπτόμενου ατόμου απέναντι στο σαθρό σκηνικό του 21ου αιώνα, συγκινεί αβίαστα. Eν μέσω μιας συναρπαστικής αλληλεπίδρασης ηχητικών… ιχνοστοιχείων, υπό τη συμπαράσταση σειράς σημαντικών αλλοδαπών μουσικών παγκόσμιας κλάσης.

Η εικονοπλαστική αφηγηματικότητα του Νικήτα συναντά τις αντίστοιχες των Joe Payne (φωνή, των The Enid), Linus Kåse (πλήκτρα, από τους Änglagård), Brett D’Anon (μπάσο, των Birds And Buildings), Walle Wahlgren (ντραμς, των Agends Of Mercy), για να πραγματώσουν παρέα ένα όραμα ευφυούς εκλεκτικότητας και συναρπαστικών προσανατολισμών. Εντός του, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει ένα γνήσιο prog μεγαλείο, και μακριά από παιχνίδια νοσταλγίας με τις εγνωσμένης αξίας συνταγές, οι εν λόγω μουσικοί χρησιμοποιούν τη φαντασία τους ώστε αφενός να παρακάμψουν μορφολογικούς περιορισμούς και αφετέρου να διατυπώσουν μια προσωπική, αναγνωρίσιμη διάλεκτο. Μπορεί, λοιπόν, να έρχονται στο νου ονόματα όπως αυτά λχ των Van Der Graaf Generator, Pink Floyd, Camel, Genesis, Frank Zappa, μα υπεισέρχονται σποραδικά και μόνο εδώ ως επιρροές, κι όχι για να πατεντάρουν την αισθητική τροχιά.

Κι αν στο ντεμπούτο άλμπουμ του The Fall Of Bliss που προηγήθηκε του Suiciety, ο Νικήτας είχε φανερώσει τις συνθετικές και ερμηνευτικές του δεξιότητες (εκεί ανέλαβε και τα φωνητικά), καθώς και τον τρόπο που αυτές θα κουμπώσουν σε μια ενιαία θεματολογία (τότε καταπιανόταν με τις κοινωνικές αλλαγές και το πώς αυτές εγκαθίδρυσαν μια περιρρέουσα παράνοια εκεί έξω), στην διάδοχη κατάσταση αυτού κατορθώνει να μεταλαμπαδεύσει αποτελεσματικά τις ιδέες του σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινές προσλαμβάνουσες και να φέρει μαζί τους σε πέρας τα πλάνα του. Μέσα από ευάερη και καρποφόρα σύμπραξη μεταξύ των συμμετεχόντων, έρχεται στο φως ένα κομψοτέχνημα, κατά τη διάρκεια του οποίου συνευρίσκονται psych ατμοσφαιρικότητα (με καθοδήγηση από πλήκτρα και κιθάρα), heavy rock οξύτητα, avant-garde πειραματισμοί στις κλιμακώσεις και στη σύνδεση αυτών, γάργαρη μελωδικότητα με λυρικό πυρήνα που την απολαμβάνεις.

Κι έρχεσαι στο 2018 και το άλμπουμ Topos, για να συνειδητοποιήσεις πως με την πάροδο του χρόνου, ο τριανταοκτάχρονος πια συνθέτης καταφέρνει ολοένα και περισσότερο να αποδώσει τις συλλήψεις του διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ των μερών τους, δίχως να αφαιρεί κάτι από τη δυναμική των πιο σημαντικών του… χαρτιών που μεταφέρει από προηγούμενα εγχειρήματά του. Αν συνυπολογίσουμε και την έμφαση στην ηχητική λεπτομέρεια, προσόν το οποίο επίσης διατηρεί, τότε καταλήγουμε σε ένα πραγματικά σαγηνευτικό κάδρο. Έναν ηχητικό διάκοσμο που δεν περιέχει τίποτα κρυμμένα νοήματα, έναν concept δίσκο όχι… ακριβώς ορθάνοιχτο σε ερμηνείες, μιας και το θέμα ορίζεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον δέκτη. Εσύ διαλέγεις τα μέρη που «επισκέπτεσαι» μέσα από την ταυτόχρονη επαφή σου με τα σαράντα περίπου λεπτά που διαρκεί, εσύ και τις μνήμες που θα σκιαγραφηθούν σαν καρέ στο νου σου.

Για τη αρχιτεκτονική του Topos, ο Νικήτας επιμένει… προοδευτικά. Πλάι σε «δικούς μας» αυτή τη φορά μουσικούς (Θεόδωρος Χριστοδούλου-τύμπανα, Νικόλας Νικολόπουλος-φλάουτο, Κωνσταντίνος Κεφαλάς-τρομπέτες, Παναγιώτης Κραμπής-πιάνο), καταθέτει δύο, περίπου εικοσάλεπτα, κομμάτια που αποτελούν ξέχωρες και συγχρόνως αλληλένδετες πράξεις για το πώς μια αλληλουχία στιγμιοτύπων καταλήγει υπέροχα να εικονογραφεί διαφορετικών λογιών τοπία. Κρατάω άμεσα στο μυαλό και την ψυχή, το δεύτερο εξ αυτών των κομματιών, “Topos 2”, με τον ειδυλλιακό συνδυασμό νατουραλισμού και φουτουρισμού του. Τις «συνομιλίες» που προκύπτουν από ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, με τα πνευστά να παιανίζουν ευδαιμονικά και την ίδια στιγμή ζοφερά πάνω από τη μελλοντολογική αχλή των συνθεσάιζερ, τα αρπίσματα από τις κιθάρες και τις ρομαντικές πομπές του πιάνου. Κι εκείνες τις Gilmourικές, μπλουζοδιειδής space κιθάρες να ενισχύουν μια βασική μελωδική γραμμή που διατρέχει τη ραχοκοκκαλιά σου.

Μέχρι την επόμενη φορά που ο Νικήτας ΔΕΝ θα δώσει τόπο στην οργή, εμείς θα προετοιμαζόμαστε (λέμε τώρα) για ένα ακόμη μπαράζ ηχητικών εκπλήξεων.

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Camel: Harbour Of Tears, 1996]

Ήταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου όταν άκουσα τον πρώτο rock δίσκο σπίτι μου. Μέχρι τότε με συνέπαιρνε μόνο η κλασική μουσική καθώς και το λεγόμενο «Νέο Κύμα». Ήμουν απογευματινός στο σχολείο εκείνη την περίοδο και έτσι τα πρωινά ήμουν μόνος στο σπίτι και φυσικά έψαχνα να απασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μελέτη για το σχολείο. Μία ημέρα, μια φίλη του αδελφού μου του έδωσε ένα CD και ενώ εκείνος δεν το άκουσε ποτέ, εγώ το έβαλα μέσα στο CD player αφού το βρήκα έτσι εκτεθειμένο στο σαλόνι. Μία νέα εποχή ξεκίνησε για μένα. To CD ήταν το Nude των Camel και είναι ο πρώτος rock δίσκος που άκουσα ποτέ. Ένιωσα σαν να ακούω κλασσική μουσική μαζί με ροκ και έτσι επιτέλους θα μπορούσα να ακούσω και εγώ κάτι κοντινό σε αυτό που άκουγαν οι υπόλοιποι συμμαθητές μου και αυτό θα έφερνε την πολυπόθητη κοινωνικοποίηση μου! Αμ δε!

Παρ’ όλα αυτά, ανακάλυψα ένα νέο είδος για εμένα. Το πρόβλημα μου ήταν βέβαια πως επειδή τότε internet δεν υπήρχε και επειδή υποθέτω πως δεν ήξερα να διαβάζω το booklet δεν ήξερα αν το συγκρότημα ήταν οι Camel ή οι… Nude! Αυτό λύθηκε τυχαία μία ημέρα όταν πήγα σε ένα δισκοπωλείο στο Χαλάνδρι να πάρω ένα CD του Vangelis Papathanasiou δώρο στον αδελφό μου (ήξερα πως δεν θα το άκουγε οπότε ουσιαστικά για μένα το πήρα!). Την ώρα που κοιτούσα τα CDs ένας υπάλληλος έφερε μία κούτα παραλαβής και την άφησε δίπλα μου. Έριξα μία κλεφτή ματιά και διαβάζω: Camel live in Concert. Όλα λύθηκαν και φυσικά το αγόρασα. Η ιδέα μου ήταν να ακούσω την συναυλία και ανάλογα με τα κομμάτια που μου άρεσαν, να αρχίσω να αγοράζω τους αντίστοιχους δίσκους. Όποιος γνωρίζει το εν λόγω live του 1984, καταλαβαίνει πώς μου άρεσαν… όλα τα κομμάτια και έτσι για τους επόμενους πολλούς μήνες ξεκίνησα να αγοράζω ένα CD ανά μήνα από το χαρτζιλίκι μου. Τότε τα δισκοπωλεία στην Αθήνα είχαν «της παναγιάς τα μάτια» μέσα και η διαδικασία αγοράς των δίσκων μαζί με την ανυπομονησία επιστροφής σπίτι για την ακρόαση (ενώ μέχρι να φτάσω είχα μάθει από το booklet μέχρι και το όνομα του βοηθού φωτιστή στις συναυλίες τους), έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου! Είχα βρει το αγαπημένο μου συγκρότημα και μέχρι σήμερα ασφαλώς εξακολουθεί να ισχύει. Παρά την μεγάλη εισαγωγή, ο δίσκος τους που με σημάδεψε ήταν άλλος. Και αυτός, μαζί με το Nude φυσικά, είναι από τους σημαντικότερους μου.

Ο καιρός πέρασε και οι οικογένεια κανόνισε ταξίδι στην Αγγλία. Την λάτρεψα αμέσως κάτι που όμως δεν εξακολουθεί να ισχύει! Σε μία εποχή χωρίς internet βασιζόμασταν για την ενημέρωση μας στα 1-2 περιοδικά που ασχολούνταν με το αυτό το είδος και τις επίσης λίγες ραδιοφωνικές εκπομπές. Καθώς ήμασταν λοιπόν σε ένα λεωφορείο στο κεντρικό Λονδίνο ρίχνω μία κλεφτή ματιά στο μουσικό περιοδικό που διάβαζε ένας επιβάτης. Το σαγόνι χαλάρωσε λιγάκι καθώς διαβάζω: “Camel’s new album, album of the month”. Καινούργιος δίσκος; Μα είχαν διαλυθεί το 1984. Αυτό είχα διαβάσει στα booklets. Φυσικά και δεν ήξερα για την αλλαγή έδρα τους στην Λατινική Αμερική, ούτε ότι είχαν βγάλει και άλλον δίσκο στο μεταξύ από την δική τους νέα εταιρεία. Ήταν το 1996 και ο δίσκος ήταν το Harbour Of Tears.

Με το που επιστρέφω στην Αθήνα πάω στα δισκοπωλεία όπου με ενημέρωσαν πως δεν είχαν ιδέα για αυτόν τον δίσκο και ούτε προβλεπόταν να τον φέρουν μιας και δεν ήταν στις λίστες εταιρειών-συνεργατών. Αμέσως συντάσσω ένα γράμμα και το στέλνω σε μία Αγγλίδα θεία μου και την παρακαλώ να στείλει κάποιον να τον αγοράσει και να μου τον στείλει, κάτι που στο επόμενο διάστημα έκανε. Και έφτασε. Και τον άκουσα. Και έκλαψα. Ανεξαρτήτου είδους προτίμησης, δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο που να μην ανατριχιάσει στις πρώτες στιγμές του όπου τη μία φανταστική ιρλανδέζικη μελωδία τραγουδισμένη a capella από γυναικεία φωνή διαδέχεται η κιθάρα του Andy Latimer. Ήταν ο ίδιος. Υπήρχαν ακόμα. Έκανα καιρό να μάθω την πλήρη ιστορία τους, καθώς και του δίσκου, αλλά για μένα σήμαινε πως το αγαπημένο μου συγκρότημα υπήρχε ακόμα και δεν είναι μία ιστορία που αφορά μόνο το παρελθόν. Πλέον θα είχα να περιμένω επόμενους δίσκους (και πόσο ανταμείφθηκα!). Ο ήχος δεν ήταν πλέον ’70s, οπότε άκουγα και εγώ μουσική του σήμερα (πολύς ανταγωνισμός με συμμαθητές!). Επίσης, είχα έναν δίσκο που δεν είχε κανείς άλλος τότε (ή έτσι πιστεύω!) αφού έκανε χρόνια να εμφανιστεί στην Ελλάδα. Και έτσι φτάσαμε στο έτος 2000…

Πήγαινα σε κάποιο μάθημα με το αυτοκίνητο του πατέρα μου ενώ άκουγα στο ραδιόφωνο Αλέξανδρο Ριχάρδο. Λίγο πριν φτάσω ακούγεται από τα ηχεία “Τώρα πλέον μπορώ να το ανακοινώσω επίσημα. Οι Camel θα δώσουν συναυλία στο Ρόδον” ενώ η φωνή του Ριχάρδου έτρεμε από συγκίνηση. Άρχισα να ουρλιάζω σε τέτοιον βαθμό που αναγκάστηκα να σταματήσω στην άκρη για να μπορέσω να εκφραστώ και με κλάματα. Το γεγονός που δεν περίμενα ποτέ μου να συμβεί και που είχα ονειρευτεί τόσες φορές θα πραγματοποιούνταν σε λίγους μήνες. Η συναυλία έγινε και για όποιον ήταν εκεί δεν ήταν απλό δώρο, ήταν ίσως η πιο σημαντική συναυλία της ζωής μου και καταλαβαίνετε την συγκίνηση μου όταν έμαθα από τους ίδιους το 2014 μετά από μία συναυλία τους στην Αγγλία πως την θεωρούν από της καλύτερες συναυλίες που έχουν κάνει ποτέ και το ελληνικό κοινό από τα πιο ζεστά και φιλόξενα, καθώς θυμόντουσαν έντονα τον κόσμο να τραγουδάει δυνατά τις μελωδίες τους κάτι στο οποίο δεν είχαν συνηθίσει.

Η συναυλία τέλειωσε. Εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Τα δάκρυα που κύλησαν από τα μάτια του Andy Latimer καθώς έπαιζε το “The Hour Candle (A song for my father)” είχαν φτάσει στα δικά μου. Περίμενα έξω από το Ρόδον μαζί με άλλα 10 άτομα. Πώς να επιλέξεις έναν δίσκο να πας για υπογραφή; Ο ψηλός ήρωας μου βγήκε. Του έδωσα διστακτικά το Harbour Of Tears. Αναφώνησε ένα «Α…» μεταφραζόμενο ως «Μωρέ μπράβο!». Δεν μπορώ να ακούσω την τελευταία μελωδία του δίσκου χωρίς δάκρυα πλέον. Και ενώ το κομμάτι αναγράφει πως έχει διάρκεια 23 λεπτά, μόνο τα 8-9 λεπτά είναι μουσική. Στην αρχή περίμενα ένα epic που θα τους ισοπέδωνε όλους. Ο Μάγος όμως αποφάσισε να βάλει ήχους ακροθαλασσιάς για 15 λεπτά ενισχύοντας έτσι το concept του δίσκου. Ένιωσα μία αγκαλιά. Μία 15λεπτη ηρεμία δίπλα στη θάλασσα. Και σε ένα σημείο ακούγονται βήματα στην άμμο. «Α…»

Αφιερώνω το δεύτερο κομμάτι του καινούργιου δίσκου των Methexis, Topos, στο συναισθηματικό μου καταφύγιο (ή μάλλον «λιμάνι δακρύων») Andy Latimer. Κάπου στην μέση, όπως και στην αρχή, είναι ξεκάθαρη η αναφορά. Για πάντα ο ήρωας μου. Και μάλλον ναι, το Harbour Of Tears είναι ο αγαπημένος μου δίσκος. Και ας μην είναι ο καλύτερος δίσκος τους. Πόσο λίγη σημασία έχει. Υπάρχει ένας δίσκος για όλους μας…

ΥΓ: η τελευταία νότα του δίσκου που με feedback παλεύει σε κάθε live να κρατήσει μέχρι τέλους, μερικές φορές φωνάζοντας κιόλας “Come On!!!” στην κιθάρα του μάλλον σημαίνει περισσότερα από όλες τις νότες που έχει γράψει ποτέ. Και εγώ πάντα στην άκρη του γκρεμού… Μάθημα!

|>| Στήσε αυτί |<|

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #25: Στυλιανός Τζιρίτας

Σε εβδομαδιαία βάση, πρόσωπα που ασχολούνται εμπράκτως με τη μουσική εξομολογούνται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη τους για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, o Στυλιανός Τζιρίτας που καταπιάνεται με τον ηχητικό προσανατολισμό από τις ιδιότητες του συνθέτη, περφόρμερ, μουσικού παραγωγού, μουσικοκριτικού, ραδιοφωνικού παραγωγού, μας εξηγεί με γλαφυρότητα και ενθουσιασμό τους λόγους για τους οποίους το άλμπουμ Here Come The Warm Jets του Brian Eno, συνιστά την απάντηση στο ερώτημα «Αγαπημένος δίσκος;’.

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Στη μακρά, πολύπλευρη και σχολαστική δραστηριοποίησή του πάνω στις ποικίλες μορφές και προεκτάσεις του ήχου, ο Στυλιανός Τζιρίτας δείχνει διαρκώς να αναζητά κάτι πέρα από το προφανές. Εμβαθύνει στο γίγνεσθαι των ακροαμάτων όχι μονάχα μελετώντας τις (και κάτω από τις) επιφάνειες και τις γωνίες των συχνοτήτων, αλλά εντείνοντας τις προσπάθειές του τόσο επί της ερμηνείας του διπόλου περιβάλλοντος(αιτίας και αφορμής)-αποτελέσματος στο έργο άλλων, όσο και επί της δικής του πρωτόλειας δημιουργίας ηχητικών δομών και τη ζωντανή αποτύπωσή τους (κι όχι την πιστή αναπαραγωγή τους) ενώπιον κοινού. Προσπάθειες, εν τέλει, οι οποίες εκδηλώνουν τις πτυχές μιας προσωπικότητας που σταχυολογεί στοιχεία και συστατικά από τα μέσα και τα έξω της, ώστε να τα μεταπλάσει σε ροές συλλογισμών με αδιαπραγμάτευτη την ιδιοσυγκρασιακή της θέση.

Από τα «παπούτσια» του εκφραστή ηχητικών προσδιορισμών-δεν τον λογίζω μεταξύ άλλων ως έναν τυπικό συνθέτη και μουσικό, κι ως εκ τούτου δεν μου «βγαίνει» να τον αναφέρω ως τέτοιο- ο Τζιρίτας μοιάζει να κινείται προσηλωμένα κάπου ανάμεσα στην ambient αρχιτεκτονική, την musique concrete συγκρότηση και κατάθεση ερεθισμάτων, τις spoken word πρακτικές, την αληθινή alternative rock εκφραστικότητα των ’80s και ’90s εξ ΗΠΑ, τη free jazz νευρικότητα, και εκείνες τις εκφάνσεις του προοδευτικού ροκ (με σημείο «μηδέν» τα ’70s) που θέλουν τη συνθετική διαδικασία ως μια συνισταμένη ποικίλων παραγόντων (concept, ψυχο-συναισθηματικές κλιμακώσεις, χειρισμό διαφόρων εξαρτημάτων και αλλιώτικων μεταξύ τους υφολογικών χαρακτηριστικών υπό μια κοινή κατευθυντήρια γραμμή).

Αξίζει να σταθεί κανείς σε ολάκερο τον βηματισμό του αποψινού Δισκοπαθή, ούτως ώστε να εξαγάγει ασφαλή(;) συμπεράσματα γύρω από τα όσα έχει παρουσιάσει με τα χρόνια στο ακροαστικό(sic) πεδίο. Με απαρχή τα ύστερα ’80s και τα πρώτα χρόνια των ’90s, πιο συγκεκριμένα μέσα από την ενασχόλησή του με τα μουσικά πεπραγμένα την περίοδο που την «έψαχνε» με τo raw rock των Feedbacking The Grass και Phoenix Εxcrementi, επιφορτίζεται με κιθάρα και μικρόφωνο, σε ένα ύφος που κόμιζε παραστάσεις και επιρροές από τα δρώμενα των post punk/hardcore ημερών της άλλης άκρης του Ατλαντικού, καθώς και της βρετανικής noise rock σκηνής (της post- The Jesus and Mary Chain γενιάς). Κι έρχονται τα ’00s και το πρώτο ολοκληρωμένο του άλμπουμ, Uba, εν μέσω του υβριδικού πύρινου παραναλώματος που έστησε το 2002 με το σχήμα Κοψωκέφαλοι (τι όνομα!), στήνοντας εν προκειμένω γέφυρες μεταξύ avant-jazz ελευθεριότητας, punk πνεύματος με ρυθμικά afro/funk υποστηρίγματα και ακραιφνούς rock ‘n’ roll βιώματος. Θαρρώ πως εκεί βρίσκονται τα ουσιαστικά και πρωταρχικά ψήγματα, δείγματα-όπως θέλετε πείτε τα- ενός συνειδητού προσανατολισμού από μεριάς Τζιρίτα, που εν συνεχεία θα συνδράμουν στο όλον της (ολοένα και διευρυνόμενης) ταυτότητάς του. Εκεί θα δώσει το έναυσμα με φωνή και κλαρινέτο. Από εκεί κι έπειτα, πιστεύω, θα αντιληφθεί κι ο ίδιος ότι ανοίγει μια αλλιώτικη… οδός, το παιχνίδι μεταφέρεται μονομιάς σε άλλο τερέν για το προσωπικό του όραμα.

Όραμα, το οποίο θα ακολουθήσει κατά μόνας αρχικά, μια διετία μετά, στην Κτιριολογία και δεύτερο σόλο ηχογράφημά του (μετά την κασετοκυκλοφορία του Weirdo’s Tale, εκεί ως Rayfish D.A.L.) και στο οποίο για πρώτη φορά το λεκτικό έρεισμα, αυτό των λέξεων της ελληνικής γλώσσας, θα διαδραματίσει κυρίαρχο λόγο στις ηχο-κατασκευές του. Κατά τη διάρκεια του προκείμενου δίσκου, ο σαρκασμός και η διάθεση για να αποδοθούν με μια χιουμοριστική χροιά τα τεκταινόμενα (αληθινά ή μη), οικοδομούν το ερμηνευτικό σκηνικό. Αυτό το δίπτυχο είναι που πιάνει το νήμα από τους σουρεαλιστικούς-μα πιθανότατα (καθόλα) βασισμένους σε πραγματικά γεγονότα- στίχους και το προωθεί σε ευθεία γραμμή με τη γκρουβάτη ρυθμολογία που επικοινωνούν ευφορικά μπάσο και τύμπανα. Πλάι τους, παρατηρείς την κατάλληλη… φροντίδα του Τζιρίτα στα πνευστά, που αφήνει την αίσθηση του ότι «τα σπάμε γιατί έτσι μας βγαίνει, του δίνουμε και καταλαβαίνει βρε παιδάκι μου». Άλλωστε, η «εικόνα» της εκστατικής παράστασης και της εκτεταμένης θεατρικότητας, μαρτυρά και τα όσα επί σκηνής πράττει ο Τζιρίτας με τα κατά καιρούς σχήματα και τις συνεργασίες του.

Εκ της ανάγκης για live εκπροσώπηση των ιδεών του,  προκύπτουν οι Στυλιανός Τζιρίτας Unit και στέκονται ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία συντονισμού ανθρώπων με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού και της ανίχνευσης τρόπων ζωντανής αλληλεπίδρασης, όχι μόνο μεταξύ τους, μα και με τον χώρο στον οποίο δοκιμάζουν, και τους περιβάλλει. Ο ίδιος ο εμπνευστής αυτού του πυρήνα, ο Στυλιανός, λόγω της προϋπηρεσίας του σε εργοστάσιο μπρούτζου(!) έχει μεταφέρει εμπειρίες από αυτή σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες από την καθημερινότητα της μεγαλούπολης. Μια ανοιχτή λοιπών παρέα μουσικών (στην οποία έχουν συμπράξει οι Αντώνης ΛιβιεράτοςΒασιλική Παπαδημητρίου, Γιώργος Τσοπάνος, Γιώργος Τσιρίκος) με σταθερό μοχλό τον Τζιρίτα υφίσταται και επιχειρεί ενώπιον κοινού, φτιάχνοντας πέρα από ηχητικές κατασκευές με ανατρεπτικές ενορχηστρώσεις και installations, performances γύρω από ένα κεντρικό συνήθως θέμα, με το λαρύγγι του Τζιρίτα να ξεσπά, είτε μέσα από το κλαρινέτο του, είτε αξιοποιώντας τους γλωσσικούς φθόγγους. Είπαμε, ο λόγος έχει την… τιμητική του στις απόπειρες του Τζιρίτα.

Σε αυτή την εξελικτική πορεία θα κουμπώσουν και τα επόμενα εγχειρήματά του. Πρώτος σταθμός οι improv δισκογραφικές στιγμές και live εμφανίσεις των Trypanosoma, με τον Μάκη Παπασημακόπουλο (αργότερα στους Rattler Proxy) συνοδοιπόρο. Τα άλμπουμ τους Bayonette Limbo και A Study In Power (του 2005 και του 2006 αντίστοιχα), αμφότερα εσωκλειόμενεα σε DIY συσκευασίες CD-r, εκπέμπουν αυτοσχεδιαστικές free jazz διαθέσεις σε… hardcore φόντο, αυτή τη φορά με τη συμπαράσταση αιχμηρών ηλεκτρονικών μερών και του Fender Rhodes δια χειρός Κωστή Στεργιού, αστικής και βιομηχανικής χροιάς βόμβων, επίμονα ακατάληπτων φωνητικών και spoken word περασμάτων (αποκλειστικά στο δεύτερο εξ αυτών των δίσκων, υπό την ερμηνεία της Γαλλίδας Hedwige Hurtel). Μια μετάβαση, σε μια αντίληψη περισσότερο μπασμένη στον πειραματικό χώρο. Στο σημείο αυτό, δε, o Τζιρίτας συναρμολογεί ευέλικτες ωδές από κλαρινέτο και τενόρο σαξόφωνο, από μικροφώνου αλαλαγμούς, κοφτές μπασογραμμές και σκιαχτικά μοτίβα από θέρεμιν.

Κρατάς κι εκείνη την εξαιρετικά εύστοχη παραγωγή του στο EP των Victory Collapse, Rumours (2007), όπου o υποφαινόμενος σοφά επιλέγει να επιτείνει την οξύτητα και τον ανεπιτήδευτα ορμητικό ειρμό των συνθέσεων του εν λόγω αθηναϊκού post punk συγκροτήματος, δίχως να παραποιεί τις μελωδικές του αρετές. Κι έρχεσαι ξανά μανά να «δεις» μέσα από μια οπτική που αναπτύσσεται σταδιακά και στοχευμένα, υπάρχει πλάνο, το λοιπόν, το φωνάζουν κατοπίν δίχως να προσκολλώνται σε αυτό δύο mini album (Τ.Η.Πx2.N.Z. και A(r)mour), τα οποία δημοσιοποιούνται το 2012 και 2013 αντίστοιχα. Αυτό, το τελευταίο χρονικά από τα τρία,  το Α(r)mour, με τη διόλου τυχαία αμφισημία στον τίτλο του (armor και… amour συγκατοικούν στην ίδια λέξη), απευθύνει στο δέκτη ακόμη περισσότερα ερωτήματα και τον τοποθετεί στη περίοπτη θέση του… συνομιλητή. Ambient υφής μοτίβα με drone στρώσεις, συγκοπτόμενες jazz φράσεις, μυστικιστικής υφής αναπτύξεις και στη μέση… ο αστικός κλοιός. Σε έναν ανάλογο προσανατολισμό, με έμφαση στην αφαιρετικότητα και την κόψε-ράψε φιλοσοφία στη ροή των εκτελέσεων να κυριαρχεί, ο Τζιρίτας θα φέρει στο φως και το τελευταίο μέχρι και σήμερα πλήρους διάρκειας δίσκο του, το Α.Ο.Rτου 2015.

Πλησίον όλων των προηγηθέντων κόμβων στο ηχητικό πλάνο του προκείμενου καλεσμένου μας, συναντά κανείς και την επιμέλεια του στο περιρρέον δισκογραφικό τοπίο της χώρας μας. Ο ίδιος άνθρωπος, βρίσκεται από το 2015 πίσω από την ετικέτα ακραιφνώς πειραματικών έργων A Man Out Of A Man Records, υπό τη σκέπη της οποίας κυκλοφορούν εκεί έξω συλλήψεις με ιδιότυπη σφραγίδα από τους εμπνευστές τους. Το τελευταίο ηχογράφημα του Βαγγέλη Μπουλουχτσή –των Κεφάλαιο 24 και Όμμα- που τιτλοφορείται ως Αντηχήσεις αποτελεί ένα τέτοιο, εντός ενός ανοιχτού πλαισίου αυτοσχεδιαστικών ασκήσεων με το μπάσο σε ρόλο καθοδηγητή και το psych-ambient στίγμα να περιβάλλει μια συνεύρεση Δύσης, Ανατολής και εγχώριας παρακαταθήκης. (Το λιγότερο) Εξαιρετική δύναται να χαρακτηριστεί μια σειρά από συνθέσεις που απαρτίζουν την συλλογή Έλληνες Συνθέτες Ηλεκτρονικής Μουσικής Σε Πεδία Επιστημονικής Φαντασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ντόπιοι δημιουργοί από το μετερίζι της ευρύτερης ηλεκτρονικής τεχνοτροπίας επί του ήχου, αλληλεπιδρούν σε διαγαλαξιακής και εν γένει sci-fi οπτικής ηχητικά θέματα.

Οφείλω να ομολογήσω, καθώς προχωράμε στο παρόν κείμενο, πως ισάξια βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα να αναφερθώ στον Στυλιανό, είναι τα όσα μας έχει εξωτερικεύσει από τη σκοπιά του μουσικοκριτικού. Βλέπετε, τόσο ο αναλυτικός τρόπος υπό τον οποίο τοποθετείται απέναντι σε μουσικές καταθέσεις, όσο και οι ατομικές και κατ’ επέκταση κοινωνικές προεκτάσεις που εντοπίζει σε αυτές, φανερώνουν πέρα από γνώσεις και οξυδέρκεια. Και δεν αναφέρομαι σε κοινότυπα και πρόδηλα συμπεράσματα από μέρους του, αλλά σε μια ευρυγώνια ματιά που εξερευνά, κατανοεί και επεξηγεί καίρια σημεία της μουσικής έκφρασης καθώς και λεπτομέρειες αυτών, που τελικά κάνουν τη… διαφορά. Κι είναι κι η ίδια η αφηγηματική οδός που ακολουθεί, η οποία ρέει πηγαία και συναρπάζει.

Η παραπάνω «συνήθεια» του Στυλιανού, δεν περιορίζεται στα εκάστοτε κείμενα που έχει επιμεληθεί για τον μουσικό τύπο (έντυπο, δηλαδή Ποπ & Ροκ, Ήχος, Sonik, κ.α., κι ηλεκτρονικό, όπως κυρίως Avopolis και Crooked Minds), τα ενθουσιώδη fanzines (Σαστέιν, Trash City, Fractal, Κόρη Οφθαλμού), το blog του και τα συγγραφικά του εγχειρήματα (βιβλία για τον Elvis, τους U2 κ.α.), μα επεκτείνεται και στην παρουσία του στα ερτζιανά. Οι ραδιοφωνικές του εκπομπές στο πλευρό του συναδέλφου του στο Avopolis και το Sonik, επίσης εξαίρετου μουσικογραφιά, Χάρη Συμβουλίδη, φιλοξενούμενες στη συχνότητα Στο Κόκκινο 105.5 κάτω από τον τίτλο Συχνοτική Συμπεριφορά, φωτίζουν με ζωντάνια και παραστατικότητα εκφάνσεις ηχογραφημάτων από αλλιώτικα μεταξύ τους υφολογικά φάσματα. Στο γούστο και την αισθητική του προαναφερθέντος ντουέτου μπορούν κάλλιστα να χωρέσουν και να συνυπάρξουν ο Στέλιος Καζαντζίδης με τους Beach Boys και τον Στέφανο Βασιλειάδη, κι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τον David Sylvian και τον RZA.

Θα εξακολοθήσω κατά πως φαίνεται να παρακολουθώ τις εμπνεύσεις του Στυλιανού και κάτι μου λέει πως σε καθεμιά από δαύτες θα βρίσκω σημεία για να κοντοσταθώ…

…και τα λόγια τού ιδίου για τον αγαπημένο του δίσκο

[Brian Eno: Here Come The Warm Jets, 1973]

Μιλώντας με τον Παναγιώτη Σταθόπουλο για την κατάρτιση που αφορά το δικό μου σκέλος σε αυτή τη δημοσίευση διαπίστωσα ότι δεν αποτέλεσε έκπληξη η επιλογή μου όταν την κοινοποίησα σε ένα email. Για την ακρίβεια μου είπε ότι ο συγκεκριμένο δίσκος ήταν αυτός που και ο ίδιος είχε στο μυαλό του ως έναν από τους πιθανότερους, αν όχι ο πλέον αναμενόμενος, ως κορυφαίος από μεριάς μου και υποψήφιος για το κείμενο αυτό. Αν και η λέξη «Αναμενόμενος» είναι δικό μου πηλίκο από τα λεγόμενα του Σταθόπουλου εντούτοις με προβλημάτισε, ίσως γιατί μου είπε ότι έχω μιλήσει στο παρελθόν αρκετές φορές είτε σε άρθρα είτε σε κείμενα στην προσωπική μου σελίδα στο fb ή στο blog εκθειαστικά γι αυτή την κυκλοφορία. Θα προσθέσω στο σκεπτικό του Παναγιώτη ότι ακόμα και όταν η Θάλεια Ραφτοπούλου μου ζήτησε πριν μερικά χρόνια για τις ανάγκες ενός φιλμικού πειράματος της να μιλήσω για τον αγαπημένο μου δίσκο, πάλι γι αυτόν μίλησα.

«Και γιατί δεν είναι το The First Day των Sylvian/Fripp;» μονολόγησα, μετά την ιντερνετική συζήτηση με τον ξενοδόχο της σελίδας, καθότι εκεί ακούσαμε σκληρή κιθάρα που ΔΕΝ παρέπεμπε στο rock (κάτι που μήτε στο Last Exit της downtown κουλτούρας δεν επετεύχθη) μαζί με το απόσταγμα της γιουνγκιανής πιστοποίησης της επίδρασης της ανατολικής φιλοσοφίας στο δυτικό άνθρωπο, γιατί δεν είναι (σταμάτησα να μονολογώ και περιορίστηκα σε εσωτερικές συνειρμικές οδούς) το Eisen του David Jackman που όταν το πρωτοάκουσα μου ήρθε (και παραμένει) η φράση «μεγαλειώδης μουσική» στο μυαλό. Εν τέλει γιατί δεν είναι το Υπάρχω του Καζαντζίδη μίας και μιλάμε για μία κατάθεση που εκτός του εξωφρενικά και εκτός κώδικα υπαρξιακού παραληρήματος στην εκκίνηση του δίσκου έχει σμιλευμένο τον πρώτο concept λαϊκό δίσκο στην ιστορία του ιδιώματος θέτοντας ως παρωχημένη όχι μόνο την προηγούμενη λογική της άτακτης συλλογής 45αριών των καλλιτεχνών αλλά και την ομοιομορφία στην παραγωγή και ενορχήστρωση (η Μικρά Ασία και οι Μικρές Πολιτείες της ίδιας περιόδου δεν είναι έργα λαϊκής δομής αλλά με ψήγματα αυτής). Γατί να μην είναι το Virgin Beauty του Ornette Coleman που απέδειξε ότι εκτός του ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει ακόμα και τρεις τομές στην ιστορία της μουσικής στην πορεία της καριέρας του ή το Machine Head που έθεσε επί τάπητος ότι το hard rock συνεχίζοντας την 50s elvisιάδα ανήκει αποκλειστικά στην τεστοστερόνη που διοικεί δάκτυλα και γλώσσα και σε καμία περίπτωση δε χρειάζεται χαριτόβρυτες σοφιστικέ υποσημειώσεις για να υπάρχει ως αυτόνομο είδος.

Η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το Here Comes the Warm Jets, φυσικά. Η απάντηση βρίσκεται στη διαχείριση του δίσκου από τον ίδιο τον Brian Eno είτε σε επίπεδο παραγωγής (γνωστές οι μέθοδοι που είχαν να κάνουν όχι με την καλωδιακή συντεταγμένη αλλά και με την λογοκινητική θεωρία με την οποία περαίωσε το δίσκο ο Eno) είτε με την ίδια την παρουσία του δίσκου στα ράφια με την αισθητική να ξεκινάει από το εξώφυλλο και να καταλήγει στην τελευταία νότα του ομότιτλου τραγουδιού που ήταν και η σαρκαστική όσο και μακάβρια έξοδος της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.

Το Here Comes the Warm Jets είναι πέρα από κατηγορίες και ταμπέλες.
*Δεν είναι (μόνο) art rock η διάρκεια των τραγουδιών είναι στα όρια τη εισαγωγής προς την επικείμενη σύνθεση για το είδος.
*Δεν είναι (μόνο)pop διότι τι γυρεύει το διάρκειας 3 λεπτών και όμοιο της ωμότητας του Πιτυοκάμπτη solo του Fripp στο “Baby’s on Fire”.
*Δεν είναι (μόνο) glam διότι έχει τρίτες αναγνώσεις του κάθε τραγουδιού.
*Δεν είναι (καθόλου) rock διότι απλά ο οπαδός της εποχής εκείνης που άκουγε Doobie Brothers και Led Zeppelin το έβρισκε ακατανόητο στους στίχους και ασύντακτο στον ήχο. Η ακρόαση του δίσκου ακόμα και σήμερα από ένα μεταλλά θα γίνει κάνει κάτι παραπάνω από προφανές το επιχείρημα.
*Δεν είναι (μόνο) πειραματισμός διότι έχει χιούμορ.

Το να αναλύσω γιατί συνθέσεις όπως το “Baby’s on Fire” έχουν μία ντανταϊστική δομικότητα (όσο και αν αυτό το δίδυμο ακούγεται αντιστικτικό) θα ήταν κουραστικό διότι ο Σταθόπουλος καταρτίζει το blog και όχι εγώ σε συνέχειες (για τέτοια έκταση μιλάμε). Το ίδιο ισχύει για τον ακρογωνιαίο λίθο λυρισμού στα ’70s, με αναφορές κατευθείαν στον Satie όσο και στον Ravel και ο λόγος φυσικά για το “On Some Faraway Beach” που ακόμα ακούω σε 8-Track (και στο ανάλογο μηχάνημα βέβαια) που του προσδίδει ακόμα περισσότερη γοητεία ένεκα των (αναμενόμενων) θορύβων της ταινίας.

Το Here Comes the Warm Jets στην ουσία του και παρόλα αυτά που ανέφερα δύο παραγράφους παραπάνω ήταν απόλυτα προσβάσιμο, από την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του αρκεί πρώτον να είχες/έχεις ένα καλό ζευγάρι ακουστικών για να αντιληφθείς την οργιαστική ατμόσφαιρα των πίσω στρωμάτων ήχου σε κάθε της λεπτομέρεια και δεύτερον να είχες/έχεις αποδεχθεί ότι ο Jackson Pollock ήταν μία τομή όχι απλά για την τέχνη του 20ου αιώνα αλλά για τον τρόπο που εν δυνάμει μπορούμε να αντικρίσουμε το καθημερινό γίγνεσθαι.

|>| Στήσε αυτί |<|