Τα Συναρπαστικότερα Εγχώρια Άλμπουμ του 2015

Καλύτερα Ελληνικά Άλμπουμ του 2015

Το 2015 αποτέλεσε κατά γενική, πια, ομολογία μια χρονιά κατά την οποία ο παραλογισμός κατέκλυσε την καθημερινότητά μας. Παγκοσμίως, κυριάρχησε ο προβληματισμός και οι αναλύσεις για τον εκτροχιασμό της οικονομικής κρίσης, η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών και των δήθεν ενώσεών τους (βλέπε Ευρωπαϊκή Ένωση) έδειξε ξανά στην πράξη ότι πνέει τα λοίσθια, καθώς οι πολεμικές συρράξεις, οι περιπτώσεις casus belli και οι εχθροπραξίες έκαναν αισθητή την παρουσία τους, φωτογραφίζοντας για ακόμη μια φορά τους υπαίτιους της εκτεταμένης αστάθειας · τον δογματισμό και την απληστία, που διογκώνονται από τη δίψα για χρήμα και εξουσία.

Μέσα σε αυτό το έκρυθμο και ζοφερό κλίμα, και δη σε εκείνο που απλώθηκε πάνω από την απύθμενη ύφεση από την οποία διέρχεται η Ελλάδα, με αποκορύφωμα την επόμενη περίοδο των φετινών βουλευτικών εκλογών, το δημοψήφισμα, τα capital controls και τα νέα δυσοίωνα μέτρα, κατατέθηκαν εξαιρετικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα στον χώρο της μουσικής. Ηχητικά έργα που στέκονται αυτόνομα στις ανά τον κόσμο μουσικές εξελίξεις, παραθέτοντας το δικό τους στίγμα και την προσωπική τους φωνή ανάμεσα κυκεώνα των αναρίθμητων κυκλοφοριών. Δίπλα σε αυτά τα καλλιτεχνικά εγχειρήματα και σε πείσμα των καιρών, βρέθηκαν επενδύοντας (όχι μόνο οικονομικά και στο μέτρο του δυνατού) και εγχώριες δισκογραφικές ετικέτες.

Πρόκειται για πλήρους διάρκειας άλμπουμ (LP) που προέκυψαν είτε από τις εμπνεύσεις Ελλήνων και Ελληνίδων δημιουργών οι οποίοι και οι οποίες κινητοποιήθηκαν κατά μόνας, είτε από εκείνες ντόπιων σχημάτων των περισσότερων του ενός μουσικών. Τριανταπέντε (20+15=35 από το 2015) στον αριθμό, τούτες οι συγκομιδές ηχητικών συνθέσεων δεν εφάπτονται υφολογικά μεταξύ τους, με την καθεμία από αυτές να κινείται αβίαστα στο πεδίο κάποιου ή κάποιων μουσικών ιδιωμάτων και ειδών, δίχως όμως να προσκολλάτε σε αυτό/αυτά.

Δίχως αξιολογική σειρά, ακολουθούν τα 35 συναρπαστικότερα εγχώρια άλμπουμ του 2015…

                                                                     Eziak

                                       Eziak: No Place Land [Garden Of Dreams Records]                                          Στο δεύτερο LP τους, No Place Land, οι Eziak ξεπροβάλλουν με έναν ηχητικό σχεδιασμό που τοποθετεί τη μορφολογία των συνθέσεων στην ίδια ευθεία με την αμεσότητα αυτών, αναμιγνύοντας ροκ φόρμες με τζαζ περάσματα. Κοντολογίς, όσο πολυσυλλεκτικές και ανά στιγμές δαιδαλώδεις κι αν ακούγονται οι δομές τους, άλλο τόσο άμεσες είναι. Το εισπράττεις από το εναρκτήριο, κιόλας, κομμάτι, “Jiddu”, όπου η γλυκόπικρη μελαγχολία στη μελωδία των πνευστών σφηνώνεται στο νου καθώς εκεί που αρχικά θαρρείς πως σε στέλνει στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα ειδικότερα, την επόμενη στιγμή νιώθεις πως σε μεταφέρει στη σκανδιναβική τζαζ πραγματικότητα ενός Arve Henriksen.

inner ear

                                                           Σtella: Σtella [Inner Ear Records]                                                            Η Στέλλα Χρονοπούλου ή απλώς Σtella, δημοσιοποιεί τoν πρώτο της πλήρους διάρκειας δίσκο, έπειτα από τo προ τριετίας απολαυστικό EP της, Keep Me Naked, καθώς και ύστερα από τις ηχητικές της περιπέτειες με άλλους μουσικούς (στο ντουέτο της με τον Αλέξη Ζαμπάρα, ως Fever Kids, τους My Wet Calvin, τον ΝΤΕΙΒΙΝΤ, κ.α.). Στο φερώνυμο αυτό άλμπουμ της, προσελκύει το μυαλό και το σώμα του ακροατή προτάσσοντας ευκολομνημόνευτα ρυθμικά και μελωδικά σχήματα, σε αμιγώς προσωπικά της τραγούδια που διακατέχονται από χορευτική εκτόνωση και καθοδηγούνται από ηλεκτρονική ποπ ευδιαθεσία. Σε καιρούς πλατιάς κατήφειας σαν αυτούς που διανύουμε, μας χρειάζεται (περισσότερο από οποτεδήποτε ίσως) μια τέτοια ηχητική προσέγγιση. 

Αντιφαντασιωβίωση

                                             Κόκκαλα: Αντιφαντασιωβίωση [Spettro Records]                                            Στο εξ ολοκλήρου οργανικό αυτό άλμπουμ η καθεμία από τις συνθέσεις αναπαριστούν με σουρεαλιστικό τρόπο το εξίσου σουρεαλιστικό μήνυμα (Αντιβιοτικά+Φαντασία!) του τίτλου τους. Για αυτή την καλοδεχούμενη εξέλιξη, ευθύνεται το εγχείρημα που ακούει στο όνομα Κόκκαλα και αποτελεί εκφραστική οδό του Άκη Καράνου. Ο τελευταίος, στο πρώτο εκ των δύο ηχογραφημάτων που κυκλοφόρησε σε κασέτα μέσα στο 2015, μαζί με την Βούλα Φρασιόλα και την επιπρόσθετη συμμετοχή των Ανέστη Νείρου (των Gioumourtzina) και Γιώργου Ζάχου, παραδίδουν μια ιδιότυπη drone-rock όπερα. Μια αλληλουχία στιγμών που αποτυπώνει με τσιτωμένη ένταση τις αστικές νευρώσεις και την κλειστοφοβία των τσιμεντουπόλεων.

Η Επόμενη Μέρα

                                           Λάμδα: Η Επόμενη Μέρα [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                              Οι Λάμδα επαναπροσδιορίζουν την συνθετική αντίληψη που παρουσίασαν στο ομώνυμο ντεμπούτο τους πίσω στο 2013 και εσωκλείουν μοναδικής ομορφιάς ηχητικά τοπία σε δέκα τραγούδια. Στην ουσία, επενδύουν μουσικά σε μια σύζευξη ελληνικότητας (με μνήμες και από την καθ’ ημάς Ανατολή) και δυτικών προσανατολισμών, αξιοποιώντας με καθηλωτικό τρόπο ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα. Η Επόμενη Μέρα περιέχει αρκετές κορυφώσεις του εκφραστικού πλουραλισμού του πενταμελούς σχήματος, που αντλεί από τη λαϊκή μας ηχητική παράδοση (την παλαιά και τη σύγχρονη), από την 90s κιθαριστική πραγματικότητα και το ambient-rock, χρησιμοποιώντας και υποστηρικτικά στοιχεία της electronica. 

Endless

                                        Dimitris Petsetakis: Endless [Into The Light Records]                                          H έκδοση υλικού ενός εκ των αληθινά ιδιαίτερων ηλεκτρονικάριων του τόπου μας ύστερα από 24 χρόνια σιγής, είναι ευχής έργον για όσους παρακολουθούμε τις εγχώριες μουσικές εξελίξεις (στον ηλεκτρονικό και μη χώρο). Ο λόγος για τον Δημήτρη Πετσετάκη και τη συγκομιδή συνθέσεών του που τιτλοφορείται ως Endless, κι η οποία περιλαμβάνει αδημοσίευτες -εδώ και 30 χρόνια- ηχογραφήσεις του ίδιου. Πρόκειται για μια συστοιχία στιγμών που αναπτύσσονται με λιτότητα εκφραστικών μέσων, δηλαδή μέσα από μίνιμαλ πομπές κιθάρων, συνθεσάιζερ και ποικίλων ακουστικών όργανων, εκπέμπουν ambient υποβλητικότητα και εξωτικό-λόγω των διαφόρων πολιτισμικών κληρονομιών που εμπεριέχουν- μυστικισμό. Τα δέκα μέρη που απαρτίζουν το δίσκο ηχούν συγχρόνως αρχαΐζοντα και φουτουριστικά, μα στην ουσία άχρονα.

Ciccada

                   Ciccada: The Finest Of Miracles [AltrOck Productions/Fading/Missing Vinyl]                    Όπως και στο παρθενικό τους LP, έτσι και στην διάδοχη κατάσταση αυτού, στο The Finest Of Miracles, φαίνεται πως στο ύφος των Ciccada προΐσταται η μελωδικότητά τους και ακολουθεί η καλοβαλμένη πολυπλοκότητα στην ενορχήστρωση και εκτέλεση των ιδεών τους. Αυτό που επίσης γίνεται άμεσα αντιληπτό στον δεύτερο αυτό δίσκο τους, είναι το περισσότερο αποτελεσματικό και κατ’ επέκταση ώριμο συνθετικό «πρόσωπο» που παρουσιάζουν αναφορικά με το παρελθόν. Η προοδευτική φιλοσοφία τους επί του ροκ, τοποθετεί σε ακόμη πιο περίοπτη θέση την φολκ (με την βρετανική κυρίως έννοια του όρου) σε σχέση με πρωτύτερα και εξακολουθεί να εμπεριέχει κυκλικές «αφηγήσεις» με τζαζ, κλασικότροπο και συμφωνικό στίγμα, οικοδομώντας έναν σωστό… νεραϊδόκοσμο.

ice_eyes

                                                  Ice_Eyes: Quartz [Nutty Wombat Records]                                                Παρόλο που οι εμπνεύσεις των Ice_Eyes αναπτύσσονται υπό techno ρυθμολογία που ενυπάρχει σε ambient λογικής διαστρωματώσεις, δεν «νιώθουν» όμορφα σε καμία τυποποιημένη κατηγοριοποίηση. To συνολικό στίγμα  του άλμπουμ θα μπορούσε κανείς να το φανταστεί δίπλα στον ηλεκτρονικό λυρισμό των ηχογραφημάτων του Jon Hopkins και των Moderat, να συμπλέει με τα θρυμματισμένα συναισθήματα του Lee Burton (Λευτέρη Καλαμπάκα) και του Nicolas Jaar, να μοιράζεται σκέψεις και οράματα με τα έργα που συναντά κανείς στη διαγαλαξιακή electronica της Border Community (του James Holden), να σιγοκαίει σε μια εγκεφαλική χορευτική δίνη όπως θα έκαναν οι αντιήρωες της Warp Records, να συνομιλεί με τις κινηματογραφικές μνήμες του Blade Runner και του π…

SANS

                                                 SANS: Mapping The Invisible [Poeta Negra]                                                  Κοσμική ηλεκτρονική μουσική, είναι ένας χαρακτηρισμός που μπορεί αρχικά να αποδοθεί στα όσα πράττουν στο παρθενικό τους LP οι SANS. Στο Mapping The Invisible, τo τρίο από τη συμπρωτεύουσα αναπλάθει ευρηματικά έξι και πλέον (από το 1960 και δώθε) δεκαετίες ηλεκτρονικών πειραματισμών, καταθέτοντας τελικά μια ακολουθία ηχητικών στιγμιοτύπων που ξεκινούν από τον εσώτερο εαυτό μας και κατευθύνουν το βλέμμα μας προς το υπερβατικό. Βόμβοι πηγαινοέρχονται καθώς συστέλλονται και διαστέλλονται, απόκοσμα παράσιτα παρεμβάλλονται στη ροή τους, επίμονες μελωδίες ξεπροβάλλουν υποβλητικά, τα μηχανικά beats πότε απουσιάζουν και πότε εντείνουν το γκριζωπό βιομηχανικό σκηνικό, η «ατμόσφαιρα» φορτίζεται σαν σε διστοπικό sci-fi σενάριο… Η παρακαταθήκη του Conrad Schnitzler, των Kluster και των Cluster της προ Zuckerzeit περιόδου, οι πρώιμες drone ενέργειες του Klaus Schulze στα LP Irrlicht και Cyborg, καθώς και το industrial μένος των Coil, βρίσκουν ξανά συνοδοιπόρους…

 Moa Bones

                                                       Moa Bones: Spun [Inner Ear Records]                                                         Η επίτευξη μιας απολαυστικά μελωδικής γραφής, μέσα από την απλότητα του τρόπου παρουσίασής της, μοιάζει να είναι η κινητήριος δύναμη σε όσα πράττει ο Δημήτρης Αρώνης με το προσωπικό του εγχείρημα Moa Bones. Στο δεύτερο άλμπουμ του υπό τον τίτλο Spun, o κιθαρίστας των ιδιόμορφων Modrec που παραμένουν ανενεργοί εδώ και κάποια χρόνια, προβαίνει σε ειλικρινείς εξομολογήσεις των βιωμάτων του των τελευταίων ετών μέσα από συγκινητική τραγουδοποιία. Κι επιλέγει για να εκφραστεί ένα ακουστικό περιβάλλον συντεθειμένο από αμερικάνικη folk, country, blues και ολίγη από ψυχεδέλεια. Με άλλα λόγια, αυτό που περατώνει εδώ ο Αρώνης είναι μια ευάερη americana με ρίζες στα ’60s και τα ’70s (οκ και στον Dylan), αλλά με το βλέμμα και την προσήλωσή του καρφωμένα στο σήμερα και τη δική του καθημερινότητα επί ελληνικού εδάφους. 

Σαββαΐδης

                                Σείριος Σαββαΐδης: Πλανωδία [Garden Of Dreams Records]                                    Η δισκογραφική επαναδραστηριοποίηση του Σείριου Σαββαΐδη μετά το προ διετίας εξαιρετικό LP του, Το Αξιακό Σύστημα Των Άστρων, συνοδεύεται από μια επιτυχημένη αισθητικά και συνθετικά τραγουδοποιία, που μοιάζει εφάμιλλη με εκείνη του προκατόχου του. Σε επτά πράξεις ο Σαββαΐδης αναπροσαρμόζει την ψυχεδελική αύρα του προηγούμενου δίσκου του, αναζητώντας και εν τέλει συλλαμβάνοντας στην… Πλανωδία νέους τρόπους και τόπους συνάντησης των αναφορών και των καταβολών του. Οι μυσταγωγικές φωνητικές τοποθετήσεις του Καβαλιώτη δημιουργού συμπλέουν εξαίσια με τις λιτές ακουστικές φόρμες των κιθάρων του, συστήνοντας ένα κατανυκτικό ακρόαμα. Έναν δίσκο που εμπεριέχει αρώματα, χρώματα και γεύσεις από την παράδοση της ημεδαπής, στοιχεία που παρουσιάζονται εκστατικά εντός του έχοντας και την βοήθεια αγγλοαμερικανικών folk και singer-songwriter συντεταγμένων. 

Next Step Quintet

                            The Next Step Quintet ft. Tivon Pennicott: 2 [Puzzlemusik Records]                          Για τη δημιουργία του δεύτερου δίσκου τους, οι The Next Step Quintet επιλέγουν το συνδυασμό «στρωτής» αφήγησης και αβίαστου αυτοσχεδιασμού. Στο πλάι τους αυτή τη φορά συναντάμε τον Νεοϋορκέζο Tivon Pennicott με το τενόρο σαξόφωνό του, καθώς και τον γνώριμό τους Τάκη Πατερέλη (στο άλτο σαξόφωνο), οι οποίοι συνδράμουν αποφασιστικά με τη σειρά τους στο ονειρικό τζαζ σκηνικό που οικοδομείται εντός των κομματιών του 2. Στη ροή των καθόλα οργανικών συνθέσεών του, το τετραμελές σχήμα -που καταφθάνει ενισχυμένο λόγω των συμμετεχόντων– παραδίδει μια γοητευτική σειρά από περιπετειώδεις αναπτύξεις, στις οποίες δρουν όμορφες πιανιστικές και μελίρρυτες πνευστές φράσεις, νευρικά κιθαριστικά μέρη και «γκρουβάτη» συνομιλία μπάσου-ντραμς.

 

Ectopic Apiary

                                    Black Lesbian Fishermen: Ectopic Apiary [Cryptanthus]                                        Οι Black Lesbian Fishermen καταθέτουν έναν από τους απολαυστικότερους avant δίσκους της χρονιάς, κατορθώνοντας εντός του να διατηρούν τα πειραματικά χαρακτηριστικά της γραφής τους και ταυτόχρονα να ακούγονται προσβάσιμοι. Στο εύλογα απαιτητικό Ectopic Apiary, η πολυεθνική κολεκτίβα που απαρτίζεται από τα δύο εκ των μελών των έξοχων «δικών μας» Vault Of Blossomed Ropes, τους Νίκο Φωκά και Στρατή Σγουρέλλη, από την Αμερικανίδα Rebecca Loftiss καθώς και από τον Άγγλο Alan Trench, σκαρώνουν εκτεταμένους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς με έντονα ενδοσκοπικά στοιχεία. Μέσα από δύο ζωντανά ηχογραφημένες-στο Six D.O.G.S- σύνθεσεις και τέσσερις στουντιακές εκτελέσεις, το προκείμενο συγκρότημα τοποθετεί τελετουργικά έναν cosmic μανδύα πάνω από παρασθησιογόνα ηλεκτρονικά και κιθαριστικά drones, ψυχεδελικά φολκ μοτίβα, ρυθμικές λούπες και κοφτές μπασοσυχνότητες. Εν τέλει, προκύπτει αξιοθαύμαστα ένα απόκοσμο ambient λεπτούργημα.  

         Alex K

                Thee Holy Strangers: The Holy Strangers [Labyrinth Of Thoughts Records]          Στηριζόμενοι στις εποικοδομητικές παραστάσεις των μελών τους από τα σχήματα (Last Drive, Dustbowl, Night On Earth, Ludmila, Make Believe, Expert Medicine, 700 Machines, κ.α.) στα οποία αυτά (τα μέλη) έχουν συνδράμει μέχρι σήμερα, οι Thee Holy Strangers ντεμπουτάρουν δισκογραφικά με ενθουσιώδη τρόπο. Φτιάχνοντας τραγούδια που αφορμώνται από τον ευρύτερο χώρο του αμερικάνικου (κυρίως) ροκ, το επταμελές συγκρότημα διοχετεύει την ορμητικότητα και το κέφι του σε ένα ηχητικό γαϊτανάκι που διαρκεί κάτι παραπάνω από μία ώρα. Εδώ εντοπίζει κανείς ευκολομνημόνευτα κιθαριστικά riff, φωνητικά μέρη που σε στέλνουν άμεσα σε sing along καταστάσεις, ρυθμούς που κινητοποιούν αβίαστα το σώμα. Στην ουσία, ερχόμαστε σε επαφή με ένα ηχογράφημα που πατά στο παρελθόν, μα δεν στριφογυρνάει νοσταλγικά γύρω από ρετρό περιστάσεις. Αντιθέτως, στέκεται όμορφα και με rock ‘n’ roll πιστότητα στο σήμερα.

1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς)

                 Nefeli Walking Undercover: 1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς) [Αυτόνομη Κυκλοφορία]          Η Νεφέλη Λιούτα ως Nefeli Walking Undercover, συστήνει με πηγαίο τρόπο εδώ και κάποια χρόνια μια φολκ τραγουδοποιία ευαισθησιών που δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς για να πείσει. Αυτή η διαπίστωση διασχίζει το μυαλό σου και κατά τη διάρκεια της ακρόασης ενός εκ των δύο άλμπουμ που εξέδωσε μέσα στο 2015. Η εικοσιεξάχρονη συνθέτρια στήνει θαυμάσιες γέφυρες μεταξύ της εγχώριας μουσικής παράδοσης πολλών δεκαετιών (από την Ήπειρο, το Αιγαίο, τη Θράκη…) και της δυτικοτραφούς φολκ, εκμεταλλευόμενη δομές κι ενορχηστρώσεις διαμπερείς. Το 1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς) αποτελεί το σπουδαιότερο προϊόν των μέχρι σήμερα κόπων της και ωθεί τη Λιούτα σε καθηλωτικές εικονογραφήσεις των σκέψεων και των συναισθημάτων της, έχοντας σε πρώτο πλάνο τις παραμυθένιες φωνητικές της αρμονίες, τις εύθραυστες συχνότητες του βιολιού, τα κλιμακωτά αρπίσματα της κιθάρας, τις κοφτές φράσεις του πιάνου και τις ρυθμικές λούπες. 

The You and What Army Faction

                                     The You and What Army Faction: Glum [Smash Records]                                    Σκιαχτικό reverb σε κλίμα αποσάθρωσης, τελετουργικά τύμπανα και αιχμηροί no wave «διάλογοι» μεταξύ κιθάρας και μπάσου, φωνές που ψάχνουν επίμονα εξιλέωση… Έπειτα από το ντεμπούτο LP τους, καθώς κι από μια σειρά από EPs που μας έβαλαν σε υποψίες περί της ικανότητάς τους να πλάθουν σκοτεινές ιστορίες σε ένα αληθινά δικό τους ηχητικό σύμπαν, οι The You And What Army Faction επιστρέφουν με ένα πακτωλό ιδεών που κατατίθενται με απολαυστικά σκοτεινό τρόπο στο δεύτερο πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους. Το Glum, για το οποίο γίνεται εδώ λόγος, καταφθάνει για μας εφοδιάσει με τους καρπούς μιας τεχνοτροπίας που μπορεί να δομείται πάνω σε (αμερικάνικα και βρετανικά) μετά-πανκ θεμέλια, μα ανοίγεται προς πολλές ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις στην πορεία αυτής της μορφοποίησης. 

kissonas

                                                  Methexis: Suiciety [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                                  Στον δεύτερο του δίσκο με το εγχείρημα Methexis, ο γνωστός κιθαρίστας (κυρίως) κι από την παρουσία του στους Verbal Delirium και Yianneis Νικήτας Κίσσοναςαναζητώντας μουσικά διαλεκτικούς τρόπους για να συντονίσει τις ιδέες του μαζί με εκείνες των καταλυτικών συμμετεχόντων, φτάνει σε ένα ηχητικό αποτέλεσμα ανοιχτών οριζόντων και μεστά πολύπλοκο. Κοινός τόπος για τα ετερόκλητα στοιχεία που διατάσσονται εδώ-προερχόμενα από την ποπ και την κλασική συνθετική αντίληψη μέχρι την τζαζ και την αβάν-γκαρντ- είναι το προοδευτικό ροκ που μεσουράνησε στα ’70s και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αναπτύσσεται αισθητικά. Στο Suiciety δεν εντυπωσιάζει μονάχα η δεξιοτεχνία των μουσικών, μα πολύ περισσότερο οι δρόμοι μέσα από τους οποίους αυτή η δεξιοτεχνία υπηρετεί τη λογική της συγγραφής των κομματιών και τις ενοργανώσεις τους. 

Melotron Recordings

                                The Fog Ensemble: The Fog Ensemble [Melotron Recordings]                                    Το ελεγειακό ροκ των Θεσσαλονικιών The Fog Ensemble διατρέχει το νου του ακροατή, όντας μια αλληλουχία από στιγμιότυπα εκρήξεων και πραότητας, συλλαμβάνοντας τις δονήσεις της μεγαλούπολης και αναπαριστώντας με θελκτικό τρόπο τις νευρώσεις του σύγχρονου ατόμου. Για τα ολοένα και πιο έντονα φορτισμένα «καρέ» τους, οι T.F.E. επενδύουν δίχως, εντούτοις, να αναλώνονται σε shoegaze νεφελώματα, post-punk νεύρο και ηλεκτρονικές ενδοσκοπήσεις. Στο τέλος, δικαιώνονται, φτάνοντας σε διακριτικά θορυβώδεις κορυφώσεις καθώς προάγουν έναν λυρισμό που πηγάζει από τις αυθόρμητες και καθόλου προαποφασισμένες εναλλαγές ηχητικών τοπίων.

Μαύρη Συχνότητα

                                                        ION: Μαύρη Συχνότητα [Ion Musik]                                                          O Γιάννης Παπαϊωάννου ή ION έχει αποδείξει πολλάκις πως διευρύνει και μορφοποιεί διαρκώς την άποψή του επί του ηλεκτρονικού ήχου, είτε κατά την δραστηριότητά μου με διάφορα σχήματα στα οποία συνδράμει κατά καιρούς (με πιο πρόσφατο αυτό των Mechanimal), είτε στην αμιγώς προσωπική του σταδιοδρομία. Έτσι και στον φετινό του δίσκο, Μαύρη Συχνότητα, o ΙΟΝ καταγράφει σκέψεις και συναισθήματα εκμεταλλευόμενος μια εξόχως πολυεπίπεδη τεχνοτροπία. Μια τεχνοτροπία ambient electronica προσανατολισμών με techno και dub υποστηρίγματα, η οποία πλάθει εικόνες και εγείρει ερωτήματα για το μέσα μας, αλλά και για το έξω μας. Στα ενδότερα αυτής της τεχνοτροπίας, ο βρυχηθμός του αστικού τοπίου και η νηνεμία της φύσης λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία αλληλεπιδρώντας σαγηνευτικά τόσο σε επίπεδο ρυθμολογίας, όσο και σε επίπεδο μελωδικότητας. 

Τάνια Γιαννούλη

                                           Tania Giannouli Ensemble: Transcendence [Rattle]                                        H προσέγγιση της Τάνιας Γιαννούλη γύρω από τον ηχητικό σχεδιασμό (έτσι μπορώ μόνο να αποκαλέσω αυτό που την απασχολεί), επικεντρώνεται για μία ακόμη φορά στην λιτή σύζευξη τζαζ και κλασικής μουσικής κλιμακώνοντας το συναισθηματικό φορτίο των συλλήψεών της. Από κοινού με το σχήμα της επιδίδεται μετρημένα σε όμορφες ονειροπολήσεις και μελωδικές ουτοπίες. Μέσα από την παραπάνω οδό, δεν διαταράσσεται καθόλου η συνοχή αλλά και οι ισορροπίες στο φετινό της άλμπουμ, Transedence. Ο λόγος για έναν δίσκο που αποκρυσταλλώνει μια αισθητική εφάμιλλη με εκείνες που συναντάμε στις κυκλοφορίες των γερμανικών δισκογραφικών εταιρειών ACT και ECM Records με τις τζαζ τάσεις από την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, ενόσω εκδηλώνει την ελληνικότητά του και τη μεσογειακή του φύση. 

nutty wombat

                                                The Hydra: Morals [Nutty Wombat Records]                                                  Ο Δημήτρης Παπαδάτος μοιάζει κάθε φορά που καταπιάνεται με τα διάφορα ηχητικά ιδιώματα να διακατέχεται από αυτοπεποίθηση και από τον ενθουσιασμό της εξερευνητικής του δίψας. Έτσι έπραξε και μέσα στο 2015 και παραμερίζοντας τις ευθύνες του ως KU, καθώς και εκείνες με τα ντούετα των ΜΤ DU και Virilio στα οποία συμμετείχε, ο Παπαδάτος θέτει ξανά σε εφαρμογή το εγχείρημά του The HydraΠρόκειται για ένα προσωπικό του πρότζεκτ, που διατηρεί από το 2008 και με το οποίο κυκλοφορεί αραιά υλικό ηλεκτρονικών κατευθύνσεων. Φέτος δε, επαναπροσδιόρισε την τεχνοτροπία του, παρουσιάζοντας dub-techno ελεγείες με διεισδυτικότητα, φουτουριστική χροιά και ambient διάταξη. Με την επαναληπτικότητα πανταχού παρούσα, ηλεκτρονικά beats αντηχούν δυστοπικά, θραύσματα μελωδιών, κοφτοί θόρυβοι και ποικίλες συχνότητες παρεμβάλλονται καθαρτικά. Εθιστικό άκουσμα… 

dozen draft

                                             Dozen Draft: Elasticity [Numb Capsule Records]                                              Έπειτα από μερικές ακροάσεις του Elasticity, αντιλαμβάνεσαι ότι το προ διετίας ντεμπούτο του Dozen Draft, δηλαδή του Μπάμπη Μπόζογλουονόματι Hands φανέρωσε ένα μέρος των συναρπαστικών ιδιοτήτων της μουσικής του. Κι αυτό, διότι στο νεοφερμένο του άλμπουμ επικοινωνεί τις ήδη γνωστές αρετές του με έναν ανέλπιστα πειστικό τρόπο και ενδυναμώνει την εκφραστικότητά του. Πιο συγκεκριμένα, βασίζεται σε πλουμιστές ενορχηστρώσεις με τα ηλεκτρονικά στηρίγματα (beats, bleeps, vibes)  να προσφέρουν καταλυτικά τις υπηρεσίες τους στις αναπτύξεις των φυσικών οργάνων και των φωνητικών. Η χορευτική μέθεξη διαδέχεται τις υπνωτικές tribal στιγμές, σε ένα περιβάλλον τροπικής ψυχεδέλειας που ξεχωρίζει χαρακτηριστικά εκεί έξω.

Μαρία Λατσίνου

                                Μαρία Λατσίνου: Μια Ανάσα Δρόμος [Puzzlemusik Records]                                    Με τη θεατρικότητα και το ρομαντισμό σε περίοπτη θέση τόσο στις φωνητικές ερμηνείες της Λατσίνου, όσο και στις πομπές των οργάνων, η ευρύτητα στην νοοτροπία των συντελεστών του δίσκου (με τον Χρήστο Αλεξόπουλο σε ρόλο συνθέτη-συμπρωταγωνιστή) πριμοδοτεί την καθεμία από τις συνθέσεις που τον απαρτίζουν με μια αλλιώτικη χροιά. Από τη gypsy jazz, τα γαλλικά chanson, την cool jazz εξ Αμερικής, τα βαλς και εν γένει την αισθητική των καπνισμένων καμπαρέ, ο ειρμός της Λατσίνου, του Αλεξόπουλου και των υπολοίπων (με διόλου αμελητέο μερίδιο) συμμετεχόντων «μετοικίζει» σε διάφορες περιοχές της ροκ και της ποπ έκφρασης, περιδιαβαίνοντας και τη μουσική παρακαταθήκη της Μεσογείου, με την ελληνικότητα να βρίσκει ενίοτε χώρο δράσης.

Adolf Plays The Jazz

                                        Adolf Plays The Jazz: Tinder [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                          Η ικανότητα των Adolf Plays The Jazz να κινητοποιούν το νου με τις άνευ στίχων συνθέσεις τους είναι πια μια πραγματικότητα για όσους τους γνωρίζουν. Στο δε Tinder που κυκλοφόρησε φέτος, φτάνουν στο πιο εμπνευσμένο και αποτελεσματικό σημείο της διεισδυτικότητάς τους. Οι δεικτικές ambient-rock δομές τους αποκτούν περισσότερο στέρεες βάσεις σε σχέση με το παρελθόν, εξαιτίας της ισχυροποιημένης τους μελωδικότητας, των πιο μεστών εναλλαγών στις εντάσεις και της σχολαστικότητας στις λεπτομέρειες, συστατικά που απορρέουν από την αλληλεπίδραση κιθάρας, πνευστών, μπάσου, τυμπάνων και ηλεκτρονικών εργαλείων. Οι νεοφερμένες ηχητικές αναπτύξεις και διατάξεις της αθηναϊκής κολεκτίβας, εντυπώνονται βαθύτερα στον δέκτη σε σχέση με τις προγενέστερες τους, ως αποτέλεσμα της πλέον ιδιοσυγκρασιακής τεχνοτροπίας που καταγράφηκε μέχρι τώρα σε δίσκο του γκρουπ.  

Mikael Delta

                                               Mikael Delta: Life Is Now [Inner Ear Records]                                                Αν είσαι ανυποψίαστος και κάποιος άλλος αφήσει τον προκείμενο δίσκο να στριφογυρίζει στο πικάπ ή στο cd-player σου, τότε πιθανότατα θα στοιχηματίζες ότι προέρχεται από τον κατάλογο της Ad Noiseam ή της Denovali. Στην πραγματικότητα, εντούτοις, όλα αυτά τα ειδυλλιακά ηχητικά περιβάλλοντα αποτελούν προϊόντα έμπνευσης του Μιχάλη Δέλτα και κυκλοφορούν υπό την σκέπη της πανταχού παρούσας πατρινής ετικέτας της Inner Ear. Στο Life Is Now, το λοιπόν, ο Μιχάλης Δέλτα διοχετεύει με αρκούντως θελκτικό τρόπο τις εικονοπλαστικές ιδιότητες της τεχνοτροπίας του, μέσα από οργανικά θέματα που επωφελούνται από την εποικοδομητική συνύπαρξη συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικού υπολογιστή, πιάνου, τσέλων, κιθάρας και μεταλλοφώνου. Η λεπτεπίλεπτη μελωδικότητα και ο ρομαντισμός ενός εκ των ιδρυτών των Στέρεο Νόβα αγκαλιάζει τους αγχωτικούς μηχανικούς ρυθμούς της μεγαλούπολης, σε έναν δίσκο ωδή στο Βερολίνο και στην αρχιτεκτονική της ηλεκτρονικής μουσικής από απαρχής της. 

Larry Gus

                                                  Larry Gus: I Need New Eyes [DFA Records]                                                    O Larry Gus ή Λάρυγγας ή ληξιαρχικά Παναγιώτης Μελίδης, μου έδινε από τις πρώτες του μέρες ως δημιουργός την εντύπωση ότι φτιάχνει μουσική που αξιοποιείται καλύτερα εκείνες τις στιγμές που το μυαλό κολλάει και ψάχνει από κάπου για να… επανεκκινήσει το σκεπτικό του. Σε τέτοιες περιστάσεις δρα καταπληκτικά και το νέο του LP, πάλι υπό την αρωγή της DFA Records. To I Need New Eyes μοιάζει σαν έναν επανακαθορισμό των αναγκών του Larry Gus, παρόλο που περικλείει τον πλουμιστό ποπ διάκοσμο και τον οργανικό πανηδονισμό της μέχρι τώρα πορείας του. Είναι που στην ιδιότυπα ψυχεδέλικη τραγουδοποιία του προσθέτει τώρα περισσότερο ’80s ηλεκτρο-ποπ χρώμα, είναι που τα samples από ηχογραφήσεις του ίδιου αλλά και άλλων δένουν με τον πλέον συναρπαστικό τρόπο έως και σήμερα, είναι που ο εξωτισμός του εντείνεται και σε στέλνει μακρύτερα μέσα από τα tropical, afro και ανατολίτικα στοιχεία που τον απαρτίζουν. Είναι που κατέθεσε το ομορφότερο σύνολο εμπνεύσεών του από καταβολής της Larry Gus ύπαρξής του. 

Μέντα

                                                                Μέντα: Telepherique [Mnt]                                                                  Στο έκτο τους πλήρους διάρκειας άλμπουμ, οι Μέντα παρέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα αναλογικά πληκτροφόρα όργανα (synths όπως τo Minimoog της Moog και το CS-15 της Yamaha). Επιδίδονται, έτσι, κυρίως σε ένα ηχητικό αλισβερίσι με την παρακαταθήκη της ηλεκτρονικής μουσικής των ’70s και των ’80s, παραμερίζοντας τις κιθαριστικές φόρμες του παρελθόντος τους. Σε αυτόν τον σχεδόν καθόλα οργανικό του δίσκο που τιτλοφορείται ως Telepherique, το τετραμελές σχήμα δημιουργεί μελωδικά μοτίβα που εναλλάσσουν κατάλληλα τα συναισθήματα. Κάποιες συνθέσεις τους διακρίνονται για την ευάερη μελαγχολία τους, κάποιες για την αιθέρια ευφορία τους και άλλες για την αγωνία και το άγχος που μεταδίδουν. Και παρόλο που μεγάλο μέρος των επιρροών του γκρουπ έρχονται στο φως, η εκφραστικότητά του στέκει πραγματικά πηγαία και εμπνευσμένη.

Victory Collapse

                                             Victory Collapse: Atlas [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                              Στα όσα λαμβάνουν χώρα σε αυτό το δεύτερο LP τους, οι Victory Collapse εξακολουθούν να στήνουν τους punk-funk σκοπούς τους και ακούγονται αληθινά κατασταλαγμένοι σχετικά με την εξέλιξη της τεχνοτροπία τους. Κι είναι απολαυστικό να τους ακούς να κλιμακώνουν την ένταση στις «στροβιλοειδείς» δομές τους με γνώμονα την ισορροπημένη ζύμωση μελωδικών και θορυβοποιών συστατικών. Στο Atlas, το προκείμενο τετραμελές γκρουπ καταθέτει δέκα συλλήψεις του που διασχίζουν την ροκ ιστορία -έχοντας το 1977 ως καθοδηγητή- με αιχμηρότητα στις κιθάρες, πληθωρικότητα στην ευέξαπτη «συνομιλία» μπάσου-κρουστών, αλαλαγμούς στα φωνητικά. 

dreamline

                                                       Dreamline: Here And Gone [Gripen]                                                           Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όσα αφουγκραζόμαστε κατά τη διάρκεια του Here and Gone διαδραματίζει μια ανατριχιαστική αισθαντικότητα. Πίσω από εύθραυστο ηχητικό σύμπαν των Dreamline που καταγράφεται και δημοσιοποιείται στη συσκευασία αυτού του LP, συναντάμε τα μέλη των South Of No North Γιώργο Κ. και Φοίβο, τον Housework, ο οποίος μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων συνέβαλε και στο περυσινό άλμπουμ των This Fluid, καθώς επίσης και τον Κωνσταντίνο Κούζα που βρέθηκε στην τελευταία φάση των Metro Decay. Άπαντες, από κοινού διαμορφώνουν μια αλληλουχία βραδυφλεγών και τις περισσότερες φορές υπνωτικών στιγμών, που απορρέουν από λεπτομερείς και κομψές ενοργανώσεις. Στο επίκεντρο των συνθέσεων των Dreamline τοποθετούνται οι συναισθηματικά φορτισμένες φωνητικές ερμηνείες, οι αγχωτικά σπονδυλωτοί ρυθμοί και οι γκριζωπές μελωδίες και συχνότητες (εν γένει) των κιθάρων και των πλήκτρων. Μπείτε…    

Κτίρια Τη Νύχτα

                                          Κτίρια τη νύχτα: Σαχτούρης [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                        22 συνθέσεις (με μέση διάρκεια  περίπου το ένα λεπτό) που αφορμώνται από ισάριθμα ποιήματα του Σαχτούρη, κατορθώνουν να ισοδυναμούν με γέφυρες που ενώνουν δύο κόσμους · αυτόν της ποίησης, που προβάλλει ως εφαλτήριο για τον παρόντα δίσκο και εκείνον της μουσικής ή καλύτερα του ηχητικού σχεδιασμού. Ο γλωσσικός υπερρεαλισμός του Σαχτούρη με τις αλλόκοτα απόκοσμες μα βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις του φιλτράρεται από την οπτική και τις παραστάσεις του Κτίρια τη νύχτα και εκτίθεται όμορφα μέσα από μια οργανική λιτότητα, αφού για να περατωθεί το εγχείρημα αξιοποιούνται μονάχα ακουστικές και κλασικές κιθάρες, με ή δίχως εφέ από pedal και ηλεκτρονική επεξεργασία κλπ. Οι εικόνες από μια παράλληλη πραγματικότητα συναντούν την καθηλωτική τους αναπαράσταση σε ένα μουσικό καταστάλαγμα διάρκειας 23 λεπτών.

zenerik

                                                        Zenerik: Yenesis [Positive/Negative]                                                      Αυτό που εντυπώνεται αβίαστα στο μυαλό καθώς περνούν από μπροστά σου οι ηχητικές επιδόσεις των Zenerik κατά τη διάρκεια του ντεμπούτο LP τους, είναι η ικανότητά τους να διαχειρίζονται τις ιδιαιτερότητες όχι μόνο της κάθε σύνθεσής τους ξεχωριστά, αλλά κι εκείνες που αφορούν τα διαδοχικά μοτίβα μέσα στην εκάστοτε σύνθεση. Με υβριδική jazz-rock αισθητική, προοδευτική λογική και συγκρατημένη αναρχία που αγκαλιάζουν τις μουσικές μνήμες της Ηπείρου, το Bitches Brew στυλ του Miles Davis και τις free jazz παραφυάδες, την ευρύτερη ψυχεδελική θεώρηση στην prog rock νοοτροπία των ’70s και την krautjazz παρακαταθήκη των ’70s (βλέπε σχήματα όπως οι Annexus Quam, οι Out Of Focus και οι Cornucopia), καταλήγουν εκστατικά σε απρόοπτες κλιμακώσεις. Στα πέντε μέρη που ορίζουν το Yenesis, γινόμαστε κοινωνοί μιας ελεύθερης εκφραστικότητας που σε απορροφά τόσο στις ενδοσκοπήσεις, όσο και στις εκρήξεις της.


Zenjungle

                                                            Zenjungle: Flow [Midira Records]                                                          Ο Φίλιππος Γαρδέλης αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα υπερδραστήριου δημιουργού από τα μέρη μας. Ως Zenjungle, από το 2012 ξεκίνησε να χαρτογραφεί με στωικότητα και προσήλωση έναν ηχητικό κόσμο στον οποίο συνευρίσκονται με συγκλονιστικό τις περισσότερες φορές τρόπο τζαζ και ηλεκτρονικές συντεταγμένες. Σε ambient λογικής «καρέ» που μπλέκουν αστικές εικόνες παρεμβάλλεται ένας θεσπέσιος νατουραλισμός, με τις μελωδικές πνοές του σαξοφώνου τού Zenjungle να αποτυπώνουν πότε ευφορικά και πότε μελαγχολικά την ύπαρξη της φύσης στις σύγχρονες μηχανιστικές κοινωνίες. Έτσι και στο  Flow, σε υπόβαθρο με drones, βόμβους και επιτόπιες ηχογραφήσες από εξωτερικούς χώρους, στέκεται αρμονικά το σαξόφωνο σαν μια επιβεβαίωση ελευθεριότητας μπροστά στον ασφυκτικό κλοιό της βιομηχανοποιημένης καθημερινότητας.                                                  

Cheap Poetry - Tendts

                                    Tendts: Cheap Poetry [Fair Weather Friends Records]                                        Απαιτεί μια και μονάχα ακρόαση από όσους γνωρίζουν το σχήμα,  για να αντιληφθούν ότι οι Tendts καταθέτουν την πιο ευήλια και ευκολομνημόνευτη συνθετική άποψή τους μέχρι τώρα. Όντας εναρμονισμένοι με την εποχή, τα αδέρφια Χρήστος και Φώτης επιδίδονται σε κολλητικές ηλεκτρονικές αναπτύξεις με παγκόσμιο στίγμα και lo-fi υφή, αναδεικνύοντας διαρκώς το βάθος και την ποικιλία στο ύφος αυτών. Εντός του Cheap Poetry, η χημεία μεταξύ των πολλών και διαφόρων ιδιωμάτων από περιοχές της electronica λειτουργεί αυθόρμητα και αποτελεσματικά, παράγοντας εννέα όμορφα στιγμιότυπα ήχων. Beats και bleeps με house, techno και hip hop συνιστώσες συνδιαλέγονται σε διάφορα τέμπο, καθώς στο προσκήνιο παρίστανται μελωδίες με ambient επίχρισμα προερχόμενες από synths και εν γένει από ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Στο τέλος, μένει μια υπέροχα ράθυμη νοσταλγία με αύρα καλοκαιριού. 

Δεληβοριάς-Καλλιθέα

                                               Φοίβος Δεληβοριάς: Καλλιθέα [Inner Ear Records]                                        Στο πλέον πολυσυλλεκτικό και ποικιλόμορφο άλμπουμ της σταδιοδρομίας του, ο Φοίβος Δεληβοριάς ανατέμνει μερικές από τις πιο έντονες εμπειρίες του παρελθόντος του εν μέσω μιας απολαυστικής τραγουδοποιίας. Μιας συγκομιδής τραγουδιών, η οποία πέραν της εξαιρετικά περιγραφικής της αφηγηματικότητας, διακρίνεται για την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της. Με τη στιχουργική του γλαφυρότητα σε κεντρικό ρόλο, ο Δεληβοριάς μας μεταφέρει σε στιγμές από την παιδική και την εφηβική του ηλικία κατά την δεκαετία του ’80 συνοδευόμενος κατάλληλα από όμορφα μελωδικά σχήματα που δρουν ενώπιον μιας ευέλικτης ρυθμολογίας. Δίχως να βουλιάζει στη νοσταλγία, αντιμετωπίζει το παρελθόν ως μια καθοριστική για τη ζωή του πλην όμως περασμένη… ιστορία, και το αποχαιρετά πλαισιώνοντάς το εξαίσια-με τη σύμπραξη σημαντικών εγχώριων μουσικών- με ήχους από πληκτροφόρα όργανα (πιάνο, mellotron, synths, casio keyboard, farfisa, clavinet και όργανο), έγχορδα (κιθάρες και κοντραμπάσο), πνευστά (τρομπόνι, τρομπέτα, γαλλικό κόρνο και φλογέρα) και κρουστά (τύμπανα). 

Mockbirth

                                                   Mockbirth: Moro [Αυτόνομη Κυκλοφορία]                                                    H εξελικτική πορεία των Mockbirth τους θέλει να ισχυροποιούν την συνθετική τους ικανότητα κάθε φορά που δραστηριοποιούνται δισκογραφικά. Απόδειξη της παραπάνω άποψης, αποτελεί το γεγονός πως ύστερα από μια σειρά από εξαιρετικά EPs κατόρθωσαν να αρθρώσουν μια καθηλωτική ηχητική «γλώσσα» μέσα στο παρθενικό τους LP. Κατά τη διάρκεια του Moro, το τρίο από την πρωτεύουσα εσωκλείει σε δέκα τραγούδια ένα καλαίσθητο και αποτελεσματικό αντάμωμα κιθαρισμών που πηγάζουν από τo εναλλακτικό φάσμα του δυτικού ροκ των ’90s και ’00s με περιβάλλοντα κλασικής μουσικής αντίληψης. Το μελωδικό αυτό αντάμωμα, τοποθετείται έξοχα σε trip hop φόντο. Κι είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το ότι καταφέρνει να δημιουργεί τραγούδια που ακούγονται προσιτά και πολυσχιδή την ίδια στιγμή. Διαπιστώστε το…

Takis Barbagalas

                                     Takis Barbagalas: Phosphorus Hesperus [Missing Vinyl]                                      H μακροχρόνια δραστηριοποίηση του Τάκη Μπαρμπαγάλα στα εγχώρια μουσικά πράγματα τον προίκισε με ποικίλες παραστάσεις, δίνοντάς του την ευκαιρία να καταθέτει τις ιδέες του κάθε φορά με πιο κατασταλαγμένο τρόπο και με ισχυρότερη πειθώ. Μετά την ενασχόλησή του με τα κύρια εκφραστικά του οχήματα Will-O-The Wisp και Manticore’s Breath, αλλά και τη σπουδαία προϋπηρεσία σε Λευκή Συμφωνία και τη συμμετοχή στους Red Mist, ο Μπαρμπαγάλας κυκλοφορεί υπό το ονοματεπώνυμό του ένα καλαίσθητο ηχητικό απόσταγμα ψυχεδελικών, διαγαλαξιακών και προοδευτικών ροκ συντεταγμένων. Σε δύο μόλις μεγαλόπνοες συνθέσεις (Phosphorus και Hesperus), ο εν λόγω δημιουργός απλώνει σαν σε μυσταγωγία τις αρμονίες της κιθάρας του και δευτερευόντως αυτές του μεταλλοφώνου, έχοντας την συμπαράσταση οργάνου, μπάσου, διαφόρων κρουστών και ολίγων φωνητικών. Κι ο μύθος γύρω από τους διόσκουρους Φώσφορο και Έσπερο, αποκτά τη δική του αρμοστή ηχητική υπόκρουση.

Παλιά electronica σαν καινούργια

Conrad Schnitzler

Η φετινή χρονιά, μας κληροδότησε σπουδαία άλμπουμ, συλλογές και συνθέσεις από το παρελθόν της ηλεκτρονικής μουσικής, που καταφθάνουν είτε για να υπενθυμίσουν την αναμφισβήτητη αξία τους, είτε απλώς για να τη γνωστοποιήσουν. Μέσα από εξαιρετικές και επομένως αρκετά ελκυστικές εκδόσεις, σε βινύλιο και cd, επιλέγω 6 επανακυκλοφορίες σημαντικών από πολλές απόψεις παλαιότερων δίσκων ή παλαιότερου electronica υλικού για το 2014. Με τυχαία, και όχι αξιολογική, σειρά έχουμε:

 

grun

CONRAD SCHNITZLER – Gelb / Grün
[Bureau B, πρώτη κυκλοφορία: 1981]

Η παρακαταθήκη του Conrad Schnitzler στα ηχητικά τεκταινόμενα δεν έχει εκτιμηθεί στο εύρος που της πρέπει εδώ και δεκαετίες. Κι αυτό, το δηλώνω (σιγά το κατόρθωμα, θα μου πεις) αναλογιζόμενος πως ο υπόψη Γερμανός μουσικός έδωσε στίγμα τόσο μέσα από τον πρωτόλειο αυτοσχεδιασμό επί των ηλεκτρονικών μέσων των Tangerine Dream και των Kluster (προτού δηλαδή μετονομαστούν και μετασχηματιστούν σε Cluster), όσο και στην μετέπειτα προσωπική του σταδιοδρομία, κατά την οποία (ο ίδιος) ενέτεινε επιτυχώς τους πειραματισμούς του. Η τελευταία, μας αποκαλύπτεται ξανά μέσω της επανέκδοσης δύο σημαντικών της συνιστωσών · των άλμπουμ Gelb και Grün, τα οποία πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας το 1981, παρόλο που οι ηχογραφήσεις οι οποίες εσωκλείονται και στα δύο πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα. Και οι δύο δουλειές, αφέθηκαν άτιτλες και πήραν άτυπα τον τίτλο τους από το χρώμα στο εικαστικό (εξώφυλλο κλπ) τους περιεχόμενο, αποτελώντας μέρος της… εξαλογίας (μαζί με τα επίσης… άτιτλα Rot, Blau, Gold και Silber).

Το Gelb (ή αλλιώς το «κίτρινο άλμπουμ»), που ηχογραφήθηκε το 1974 αλλά εκδόθηκε το 1981, σηματοδοτεί έναν προσανατολισμό στην ανάπτυξη μοτίβων διαλογιστικού χαρακτήρα με έμφαση στην ισορροπημένη παρουσία μικρο-μελωδιών και απόκοσμων βόμβων. Σε δεκατρείς συνθέσεις, μικρής (κοντά στα τρία λεπτά) κυρίως διάρκειας, και συνολικά σε μία περίπου ώρα, ο Schnitzler επιχειρεί και κατορθώνει εν τέλει ένα αντάμωμα αρμονιών από διαφόρων λογιών πληκτροφόρα όργανα (με τα modular synths στο επίκεντρο) και, εν γένει, ηλεκτρονικά εργαλεία (ενισχυτές, ποτενσιόμετρα, μαγνητοταινίες, γεννήτριες συχνοτήτων). Συγκροτημένος και ουσιαστικός, ο ειρμός του Schnitzler στο «κοσμικής» υφής Gelb, αντανακλά επιτυχώς το τρίπτυχο γνώσηδουλειάαποτέλεσμα.

Από την άλλη, το Grün (το «πράσινο άλμπουμ») απαρτίζεται από δύο μόνο κομμάτια, ένα ανά πλευρά βινυλίου, ηχογραφημένα το 1976 και το 1980 αντιστοίχως, αμφότερα, ωστόσο, δημοσιοποιήθηκαν το 1981. Πρόκειται για μακροσκελείς δομές, οι οποίες ξεπερνούν τα είκοσι λεπτά και καθεμία από αυτές διακρίνεται για το έντονο ρυθμικό της σκέλος και για μια επαναληπτικότητα που καταδεικνύει την επίμονη ενδοσκόπηση στην οποία θέλει να υποβάλλει ο δημιουργός τόσο τον ίδιο όσο και τους ακροατές του. Τα beats εδώ ηχούν βιομηχανικά και ο τρόπος που στήνονται, γενικότερα, οι ενοργανώσεις και ο εξοπλισμός, μοιάζει να έχει ίση σημασία με τις συνθέσεις. Παρατηρείς τον Schnitzler στο εσώφυλλο του δίσκου και αντιλαμβάνεσαι πως όλα αυτά τα… μαραφέτια, δεν είναι τίποτα άλλο από τη γενεσιουργό αιτία των συλλήψεων του. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, πως το κομμάτι της δεύτερης πλευράς, “Bis die Blaue Blume blüht”, μπορεί κάλλιστα να αναπαραχθεί σε αμφότερες 33 και 45 στροφές, διαμορφώνοντας μια αλλιώτικη αίσθηση ανάλογα με την εκάστοτε ταχύτητα…


 

Invisible Voices

RUDIGER LORENZ – Invisible Voices
[Anthology Recordings, πρώτη κυκλοφορία: 1983]

Από μόνη της, η ιστορία του, επίσης, Γερμανού Rüdiger Lorenz, αποτελεί σχεδόν μια παραδοξότητα… Φαρμακοποιός στο επάγγελμα, ο Lorenz συνήθιζε πρωτίστως να συλλέγει και δευτερευόντως να κατασκευάζει αναλογικά συνθεσάιζερ και πληκτροφόρα όργανα εν γένει, από τη δύση των ‘60s μέχρι και το 2000, όποτε και άφησε τα εγκόσμια. Από το 1981 χρονολογείται η παρθενική του ηχογραφημένη απόπειρα πλήρους διάρκειας, σε κασέτα, με τις αυτοσχέδιες φόρμες του άλμπουμ Queen Of Saba, που αναβλύζουν ηλεκτρονική «κάψα».

Δύο χρόνια μετά το ντεμπούτο του και αφού κατέθεσε κι άλλα δείγματα γραφής από δύο ακόμη άλμπουμ, κυκλοφορημένα κι αυτά σε κασέτα, ο Lorenz εκδίδει το καθηλωτικό Invisible Voices, το οποίο τριάντα και πλέον έτη μετά ξαναβρίσκεται στο δρόμο μας. Μέσα του, θα διευθύνει ένα σύμπαν από συνθετικά θέματα, όλα τους εκπεφρασμένα μέσω των αγαπημένων του συνθεσάιζερ και με την παρουσία της ανθρώπινης φωνής μονάχα σε ένα από αυτά. Το στυλ του δίσκου, παραπέμπει δίχως να προσκολλάται τόσο στις διδαχές της γερμανικής ηλεκτρονικής σχολής των ‘70s, όσο και εκείνες της αντίστοιχης γαλλικής, με τον δικό μας Vangelis να παρεισφρέει. Ειδικότερα, ονόματα όπως ο Michael Rother (με ή δίχως τους Neu!, χωρίς πάντως την motorik ρυθμολογία που πατένταραν), ο Wolfgang Riechmann και οι Tangerine Dream (με τις new age απολήξεις τους), σου καρφώνονται στο νου, πλάι σε εκείνα των Tim Blake, Jean Michel Jarre και Space.

Οι μελωδίες έχουν εξέχουσα θέση σε καθεμία από τις εμπνεύσεις του Lorenz και διακρίνονται για τον επικό τους λυρισμό και τη συμφωνική τους χροιά, την ώρα που οι ρυθμοί είναι «πλαστικοί» και ως επί το πλείστον κοφτοί και κυμαινόμενοι σε χαμηλά bpm, ενώ η ένταση είναι κυρίως υφέρπουσα. Οι παραστάσεις του LP είναι «διαγαλαξιακές» και μοιάζουν με μεγαλοπρεπείς αφηγήσεις από εκστρατείες εκτός της γης… Ο τρόμος διαδέχεται την ευφορία και το άγχος την νηνεμία… Όσο για το δείκτη απόλαυσης…, από τη μεριά του δέκτη, θα έλεγα ότι διατηρείται σε υψηλότατα επίπεδα σε κάθε ακρόαση του Invisible Voices.

 

sleeping beauties

VANGELIS KATSOULIS – The Sleeping Beauties
[Into The Light]

Προσπαθώντας να μην μονοπωλήσω τις παρούσες γραμμές με βιογραφικά στοιχεία και «ξεδιπλώματα» της σταδιοδρομίας του, στέκομαι στο ότι το πλέον ιδιαίτερο στη μέχρι τώρα συγκομιδή εγχειρημάτων του Βαγγέλη Κατσούλη, είναι οι επιτυχημένοι και διαρκείς ελιγμοί του μεταξύ μουσικών ειδών, υβριδίων, φορμών και τεχνοτροπιών. Από τη σύνθεση έργων κλασικής μουσικής (συμφωνικά, δωματίου, οπερετικά, για πιάνο και φωνές) και την ηχητική πλαισίωση καλλιτεχνικών δρωμένων (θεατρικών, χορευτικών, κινηματογραφικών και θεατρικών), στις εξαιρετικά γόνιμες τζαζ απόπειρές του (δισκογραφημένες και ζωντανές) και στην ηλεκτρονική θεώρηση που επεφύλαξε στις ιδέες του υπό τη σκέπη τόσο των πάσης φύσεως ηλεκτρονικών εργαλείων (synthesizers, sequencers κλπ) όσο και των φυσικών οργάνων.

Μεταβαίνω, έτσι, στο υλικό του που αφορά, ας μου επιτραπεί η έκφραση, την ηλεκτρονική (με την ευρεία έννοια) πτυχή της έως τώρα πορείας του και ειδικότερα στο άλμπουμ The Slipping Beauty (με τίτλο παραλλαγή του αντίστοιχου του έργου The Sleeping Beauty του Tchaikovky), που ήρθε στο φως το 1988. Ένα συνθετικό (ελέω συνθεσάιζερ) απόσταγμα αρωμάτων, γεύσεων, εικόνων και χρωμάτων, που απλώνεται σε δύο πλευρές ενός δυσεύρετου δίσκου βινυλίου και λειτουργεί κάτω από μια κεντρική ιδέα που θέλει την ομορφιά να έρχεται σε έναν καλλιτέχνη εν είδει έμπνευσης και να ξεγλιστρά το ίδιο εύκολα από τις σκέψεις του. Την ίδια στιγμή, συμβολίζει και την ιδιότητα της φυσικής ομορφιάς να εξαφανίζεται…

Αυτό ακριβώς το LP, συνιστά κατ’ εμέ το breakthrough του Κατσούλη στην ηλεκτρονική διάσταση των μουσικών τεκταινομένων. Αυτό ακριβώς, και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να δοκιμαστεί και να δοκιμάσει το δέκτη σε ένα μινιμαλιστικό μπαράζ ηχητικών στιγμιοτύπων. Αυτό ακριβώς και μια αφορμή για την σχετικά νεοφερμένη ετικέτα Into The Light Records, των Ηλία Πίτσιου και Tako Reyenga, να επισκεφτεί συνθέσεις του προκείμενου δημιουργού με ανάλογο ύφος, αποσπώντας μάλιστα τέσσερις τέτοιες από τον συγκεκριμένο δίσκο και παραφράζοντας με τη σειρά της τον τίτλο της (προαναφερθείσας) πασίγνωστης κατάθεσης του Tchaikovky. Είναι, άλλωστε, η δεύτερη φορά σε ισάριθμες κυκλοφορίες που το εν λόγω label προσεγγίζει τη δισκογραφημένη συμβολή του Κατσούλη, αφού στο πρώτο κιόλας νούμερο του, την εξερεύνηση της ελληνικής ηλεκτρονικής πραγματικότητας [Into The Light: A Journey Into Greek Electronic Music, Classics & Rarities (1978 – 1991)] συμπεριέλαβε ένα κομμάτι από το The Slipping Beauty.

Στο φετινό The Sleeping Beauties με την υποσημείωση A Collection Of Early And Unreleased Works, εντοπίζουμε εκτός των παραπάνω κομματιών και τρία ακόμη από το άλμπουμ του Κατσούλη Through The Door Into A Dream [1990], δύο ακυκλοφόρητες εκτελέσεις που αποτελέσαν στο παρελθόν ηχητική υπόκρουση σε παραγωγές για τη μικρή οθόνη, καθώς και δυο ολοκαίνουργια κομμάτια που γράφτηκαν ώστε να οδηγηθούν στην παρούσα συλλογή. Εκεί, ξεδιπλώνεται η άποψη του προκείμενου συνθέτη επί των ηλεκτρονικών –με new age, jazz και avant-garde επιστρώσεις– προσανατολισμών. Κι η άποψη αυτή, ενέχει μια αξιοθαύμαστη αντίφαση • ακούγεται ταυτόχρονα λιτή αλλά και πολύβουη. Πολυρυθμική μέσα στις μίνιμαλ αναπτύξεις της από ηλεκτρονικά και φυσικά όργανα, η γραφή που κάνει αισθητή την δράση της εδώ, στέλνει διαρκώς το μπαλάκι των ερμηνειών στον ακροατή.

Σε κάθε της ακρόαση, τούτη η ambient συλλογή πιστοποιεί την οικουμενικότητα και το διαχρονικό σθένος του 65χρονου, πια, καλλιτέχνη.

[Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr. Το βρίσκεις εδώ]

 

Talk To The Sea

GIGI MASIN – Talk To The Sea
[Music From Memory]

Στην επιφάνεια των μουσικών εξελίξεων, «τα έργα και οι ημέρες» του Ιταλού Gigi Masin δεν κατέλαβαν ποτέ έως και σήμερα σημαντικό μέρος. H ambient πραότητα που αντικατοπτρίζουν οι εμπνεύσεις του Masin και η οποία «χάθηκε» στον κυκεώνα των αναρίθμητων κυκλοφοριών του «είδους», έρχεται να αποκαταστήσει τη θέση της στα ηλεκτρονικά και μη ηχητικά πράγματα, με την αρωγή της ετικέτας Music From Memory και της συλλογής Talk To The Sea.

Στην εν λόγω συλλογή, ανθολογούνται συνθέσεις από διάφορες περιόδους κατά τις οποίες ηχογραφούσε ο Masin, με τη ροή του LP να διατηρεί τη συνοχή της από την αρχή μέχρι το τέλος αυτού. Για το λόγο αυτό, το Talk To The Sea δίνει την εντύπωση μιας «κανονικής» κυκλοφορίας, δηλαδή, ενός άλμπουμ με πρωτόλειο υλικό. Γεγονός, στο οποίο συνηγορεί και η φρεσκάδα την οποία αποπνέουν οι δεκαεπτά πράξεις του δίσκου. Δεκαεπτά ηχητικά σχέδια, που στην πραγματικότητα ισοδυναμούν με ισάριθμα περιβάλλοντα όπου η γαλήνη συναντά τη νοσταλγία και τα οποία υλοποιούνται από συνθεσάιζερ, κίμπορντς, πιάνο (ηλεκτρικό και κλασικό), κιθάρα, μπάσο, ζίθερ, e-bow, τρομπέτα, καμπάνες (tubular bells), φωνητικά… Ποικίλες εικόνες και αναμνήσεις προσπαθούν να στείλουν τον επίδοξο ακροατή στο δικό του παρελθόν και γιατί όχι σε μια άλλη «παράλληλη» πραγματικότητα.

Παρόλο, λοιπόν, που ο Masin εμφανίζεται αραιά στα μουσικά πράγματα, μετρώντας μόλις οκτώ (συμπεριλαμβανομένου και του Talk To The Sea) LPs σε διάστημα τριάντα ετών, το ύφος και η τεχνοτροπία του, δεν ηχούν σήμερα ούτε στο ελάχιστο παρωχημένα. Αυτή η ζεστή ηλεκτρονική του φορεσιά, αναλογικής ιδίως προέλευσης, που διατηρεί στο ακέραιο την οργανική της φυσικότητα, προάγει τη λιτότητα δίχως να στέκεται απλώς σε μια αφαιρετική (την αποκαλείς και abstract) συνθετική οδό. Είναι γεγονός, ότι ο γεννημένος και μονίμως εγκατεστημένος στη Βενετία μουσικός, φτιάχνει ολοκληρωμένα κομμάτια, πότε άρρυθμα και πότε υποστηριζόμενα από φυσικούς και ηλεκτρονικούς ρυθμούς. Κυρίαρχο συστατικό των αναπτύξεών του, τόσο αυτών που παρίστανται σε τούτη την ανθολογία όσο και πολλών ακόμη που εντοπίζονται στη δισκογραφία του, είναι η επίμονη ατμοσφαιρικότητα, η οποία συντίθεται κι από τα διάφορα ηχητικά εφέ (delay, reverb, echo), αλλά και από το φύσει και θέσει αιθέριο αποτύπωμα του παιξίματος των οργάνων (άκου λχ τη «συνομιλία» ζίθερ, πιάνου και e-bow στο “She Wears Shades”).

Σε κάθε περίπτωση, το Talk To The Sea φωτίζει τις πτυχές μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας συγκομιδής ηχογραφημάτων, όπως είναι αυτή του Masin, μέσα από υπέροχες αισθητικά εκδόσεις διπλού βινυλίου και cd.

 

Bernard Szajner

 BERNARD SZAJNER – Visions Of Dune
[InFiné, πρώτη κυκλοφορία: 1979]

Οι ήδη μυημένοι στις κατά τόπους και καιρούς «ιδιότητες» της κοσμικής electronica, λογίζουν τον Bernard Szajner ως μια από τις αληθινά αξιόλογες περιπτώσεις δημιουργών. Την ίδια στιγμή, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι υπήρξε ένας θαυμαστός οπτικοακουστικός καλλιτέχνης, εφευρίσκοντας και κατασκευάζοντας διάφορες  (μουσικές και μη) συσκευές και όργανα, όπως το Light Arp που χρησιμοποίησε αργότερα κι ο Jean Michelle Jarre στις συναυλιακές του πανδαισίες, καθώς και πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή σύζευξη ήχου και εικόνας μέσω των lightshows τόσο σε δικές του μουσικές παραστάσεις όσο και σε εκείνες των Who, Gong, Magma κ.α..

Με απαρχή τα τέλη της δεκαετίας του ’70, o προκείμενος Γάλλος επιμελήθηκε μια σειρά από συναρπαστικά μουσικά άλμπουμ, τοποθετώντας την ηλεκτρονική ψυχεδέλεια στο επίκεντρο αυτών. Στο Visions Of Dune του 1979, ειδικότερα, το οποίο επανήλθε στα δισκοπωλεία φέτος, ο Szajner υπογράφει ως Z (Zed) και καταθέτει το δικό του, ηχητικό φόρο τιμής στην περιβόητη sci-fi τριλογία βιβλίων του Dune, που έγραψε ο Frank Herbert και ενέπνευσε ποικίλα καλλιτεχνικά εγχειρήματα (όπως η ομώνυμη ταινία του David Lynch). Εκεί, ξεπροβάλλει μια τεχνοτροπία που κατορθώνει να συγκεράσει με σκιαχτικό τρόπο τον αναλογικό φουτουρισμό των synthesizer (πιο συγκεκριμένα το Odessey της ARP και το OB-X της Oberheim), με την ψηφιακή τεχνολογία (με sequencer επίσης της Oberheim) και (δευτερευόντως) με το ηλεκτρακουστικό αποτέλεσμα της «συνομιλίας» κιθάρας, μπάσου και τυμπάνων, των οποίων (οργάνων) τα μέρη εκτελούνται από άλλους μουσικούς.

Ηλεκτρονική παλμοί μπλέκονται ευφάνταστα με «σπειροειδείς» μελωδίες πλήκτρων και με «συνθετικούς» (κυρίως) ρυθμούς υπό ένα παραισθησιογόνο αποτύπωμα που συνταιριάζει τη γαλλική ηλεκτρονική θεώρηση επί του ήχου με τα ανδραγαθήματα της γερμανικής λέγε με και krautrock σχολής. Όσο χαοτικό σου ακούγεται το Visions Of Dune, τόσο ηθελημένα οργανωμένο είναι… Συνίσταται, δε, ανεπιφύλακτα και σε όσους παραμιλούσαν πέρυσι με την επανακυκλοφορία του σάουντρακ του Mike Ratledge για το Riddles Of The Sphinx.

*To άρθρο δημοσιεύτηκε και στο ΓΚΡΕΚΑ.