Nosferatu: H ανατριχιαστική αισθαντικότητα των Popol Vuh στο σινεμά του Herzog

Herzog

Εξετάζοντας τα έργα και τις ημέρες του Florian Fricke με τους Popol Vuh, το μυαλό προσανατολίζεται ασυναίσθητα και στη σημαίνουσα συνεισφορά αυτού στο κινηματογραφικό πεδίο. Κι η «κοσμική» ηχητική υπόκρουση που απέθεσε στα ζοφερά πλάνα του Werner Herzog στην επανερμηνεία της ταινίας Nosferatu, εξακολουθεί να μας διοχετεύει αγωνία και συγκίνηση τριανταέξι χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση. Και είναι πραγματικά ευχής έργον το γεγονός ότι, το εν λόγω σάουντρακ θα επανακυκλοφορήσει τον προσεχή Αύγουστο σε συσκευασία που θα περιέχει δύο βινύλια!

Μεταβαίνοντας στην αχανή δισκογραφική συγκομιδή του σπουδαίου Florian Fricke, έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με απύθμενης «κοσμικής» ψυχεδέλειας έργα υπό το πρότζεκτ αυτού Popol Vuh, στο οποίο θα συνδράμουν, ανάλογα με την περίσταση, κι αρκετοί ακόμη μουσικοί.

Μέσα από εικοσιδύο κυκλοφορημένες δουλειές, υπό την εν λόγω ονομασία που προήλθε κατευθείαν από την ομώνυμη βίβλο των Μάγια, ο Fricke παρουσίασε ενδελεχώς – με απαρχή το 1969 – μια ιδιοσυγκρασία που ενδιαφερόταν τόσο για τον σύγχρονο όσο και για τον αρχαίο κόσμο. Η εξελικτική πορεία των τεχνολογικών μέσων από τα ’50s κι έπειτα, εφοδίασε τον Γερμανό καλλιτέχνη με πληκτροφόρα όργανα (με το Moog III synthesizer να πρωτοστατεί) και μέσα παραγωγής/ηχογράφησης, τα οποία σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα μουσικά εργαλεία, μετουσίωσαν τις εμπνεύσεις του σε ηχητικό υλικό αναρίθμητων προεκτάσεων. Τα ταξίδια του στην Αφρική και την Μέση και Άπω Ανατολή, θα εμπλουτίσουν με περισσότερες «πνευματικές» παραστάσεις τα δημιουργήματά του.

Popol Vuh

Πέραν των «κανονικών» άλμπουμ, στον κατάλογο των Popol Vuh ανταμώνει κανείς με πέντε μουσικές «επενδύσεις» για το σινεμά. Όλες τους, για λογαριασμό της – βρίθουσας ιδεαλιστικών συγκρούσεων – κινηματογραφικής οπτικής του συμπατριώτη τους Werner Herzog. Διόλου τυχαίο, αν αναλογιστείς ότι ο ιθύνων νους των PV βρέθηκε στο καστ της παρθενικής ταινίας του Herzog, Lebenszeichen, πίσω στο 1968…

Έκτοτε, λοιπόν, θα αναζητήσουν ξανά σημεία τομής και θα συμπράξουν στα Aguirre: The Wrath Of God (1972), Heart Of Glass (1976), Nosferatu: The Vampyre (1979), Fitzcarraldo (1982) και Cobra Verde (1987). Κατά την άποψή μου, τουλάχιστον τα Aguirre και Nosferatu αποτελούν υποδειγματικές περιπτώσεις όπου ήχος και εικόνα αλληλεπιδρούν καθηλωτικά για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης. Εστιάζω, λοιπόν, στη δεύτερη από τις δύο αυτές επιτυχημένες οπτικοακουστικές συμπράξεις, αυτή που λαμβάνει χώρα στο Nosferatu, επιχειρώντας μια ανάλυσή της παρακάτω…

Βρισκόμαστε πάντοτε επί γερμανικού εδάφους, κι αφού προηγήθηκαν δέκα πλήρους διάρκειας άλμπουμ, οι Popol Vuh θα περιβάλλουν μυστικιστικά τα αργόσυρτα καρέ τρόμου του Nosferatu, την εκδοχή του Herzog – που εκδόθηκε το 1979 – για το πρωτότυπο βουβό φιλμ του ’22. Στις συνθέσεις του σάουντρακ, επισκέπτονται τις τελετουργίες κάθαρσης, τα στιγμιότυπα πνευματικής και ψυχικής περισυλλογής, που τόσο στιγμάτισαν την παρακαταθήκη τους. Στη διάρκεια αυτών, ο Fricke θα προσδώσει στις συχνότητες του moog του όπως και σε αυτές του πιάνου, ένα χαρακτήρα στοιχειού στον οποίο υπεισέρχεται μια υποβλητική θρησκευτικότητα. Ταυτόχρονα, θα λάβει την καθοριστική συμπαράσταση του Daniel Fichelscher σε ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα καθώς και σε κρουστά.

Στους συντελεστές, εντοπίζουμε και μια εκκλησιαστική χορωδία από το Μόναχο, καθώς και τους Robert Eliscu, Alois Gromer και Ted De Jong, οι οποίοι θα προσθέσουν εκστατικά μοτίβα σε όμποε, σιτάρ και ταμπουρά αντίστοιχα… Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, από τα δεκατέσσερα κομμάτια συμπεριελήφθησαν τελικά μόνο τα πέντε στην ταινία, δύο από τα οποία περιέχονται στo άλμπουμ του 1978 με τον τίτλο (που σε έκδοση του soundtrack θα βρείτε ως σημείωση) Brüder Des Schattens – Söhne Des Lichts (δες εδώ κι εδώ) που γράφτηκε γι’ αυτήν και ακόμη τρία από τα δέκα εκείνου με αρχειακό υλικό, που κυκλοφόρησε ως επίσημο score της ταινίας την ίδια χρονιά.

popol vuh

Ενόσω επί της οθόνης ο Bruno Ganz (στο ρόλο του άμοιρου υπαλλήλου κτηματομεσιτικού γραφείου, που αναλαμβάνει την παράδοση εγγράφων αγοραπωλησίας μιας οικείας στον Κόμη Δράκουλα) και ο Klaus Kinski (ενσαρκώνοντας έναν κόμη Δράκουλα με υπαρξιακές ανησυχίες) πρωταγωνιστούν σε ένα μπαράζ σκιαχτικών καταστάσεων (αιματοκύλισης, επιδημιών κλπ) το προκείμενο συγκρότημα παραθέτει ηχητικές πράξεις που επιζητούν τη λύτρωση μέσα από την εμμονική επανάληψη. Ένα σύνολο μουσικών θεμάτων που εναποθέτουν τη δυναμική τους στη σύζευξη ανατολίτικων, αφρικανικών, ινδιάνικων (προσεγγίζοντας την κουλτούρα των Μάγια) και δυτικών στοιχείων, και εκμεταλλευόμενα τη διαρκή υπογράμμιση των μελωδιών/θορύβων και των ρυθμών τους, κατορθώνουν να τρυπώσουν βαθιά στο νου. Φανταστείτε τους ηλεκτρονικούς αυτοσχεδιασμούς που ξεμύτισαν στο δεύτερο LP των PV In Der Gärten Pharaos, να διασταυρώνονται μυσταγωγικά με τις μετέπειτα ψυχεδελικές φολκ-ροκ (με new age σιγοντάρισμα) ιδιοκατασκευές τους, καθώς το σκοτάδι πέφτει πηχτό και μαύρο σαν πίσσα στα πλάνα του Herzog.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνηγορούν σε ένα ενιαίο και ομοιόμορφο αποτέλεσμα. Διακόπτω, όμως, εδώ τον μονόλογο και σας αφήνω να το απολαύσετε.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

Advertisements

Blade Runner: O ηλεκτρονικός λυρισμός του Vangelis στον κινηματογράφο

Blade Runner

Ο ηλεκτρονικός λυρισμός του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που αγκάλιασε μουσικά τα κατηφή κινηματογραφικά καρέ του Ridley Scott στο δεικτικό sci-fi σύμπαν του Blade Runner, εξακολουθεί να ηχεί συγκλονιστικά ιδιαίτερος τριάντα και πλέον χρόνια μετά. Τον ανακαλώ, με αφορμή την έναρξη των προετοιμασιών για το sequel της μνημειώδους αυτής ταινίας και με την ελπίδα να συνδράμει σε αυτό ξανά ο… Vangelis, με νέες ηλεκτρονικές βινιέτες εφάμιλλες εκείνων που αγαπήσαμε στο πρώτο μέρος του φιλμ.

Η απόπειρα διάκρισης ορισμένων εκ των αντιπροσωπευτικότερων στιγμών μιας πολυετούς και πολύκροτης σταδιοδρομίας, μπορεί μοιραία να αποβεί άκαρπη. Σε περίπτωση που εστιάσει κανείς στην αστείρευτη καλλιτεχνικά παρακαταθήκη του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ο δείκτης δυσκολίας σαφώς και αυξάνει. Έργα, δε, εφάμιλλα της ηχητικής επένδυσης των μελλοντολογικών σκηνών της -βασισμένης στο μυθιστόρημα Do Androids Dream Of Electric Sheep? του Philip K. Dick– μνημειώδους ταινίας Blade Runner, σπανίως παραλείπονται ως σημείο αναφοράς ακόμα κι όταν πέφτει στο τραπέζι μια γενικότερη συζήτηση περί φιλμικών σάουντρακ.

Η ιστορία γύρω απ’ το εγχείρημα είναι λίγο πολύ γνωστή, παρόλο που σπανίως μεταδίδεται εγχώρια από γενιά σε γενιά η αρμόζουσα προσοχή στην πορεία του Vangelis, αποκλειστικό όνομα με το οποίο κυκλοφορεί αδιάλειπτα ο εν λόγω συνθέτης και πολυοργανίστας στα καλλιτεχνικά λημέρια… Ο κινηματογραφιστής που προηγουμένως παρέδωσε εμφατικά τα διαπιστευτήριά του αποσπώντας διθυράμβους του Τύπου, παραληρηματικές αντιδράσεις του κοινού και εν τέλει Όσκαρ, Ridley Scott, επέλεξε να πλαισιώσει τις κινούμενες εικόνες τού φουτουριστικού του θρίλερ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1982, με την αρωγή του Παπαθανασίου. Αμφότερες οι πλευρές δικαιώνονται απ’ το αισθητικό αποτέλεσμα και τόσο το φιλμ όσο και το αυθεντικό score του- υποψήφιο για BAFTA και χρυσή σφαίρα- ξετυλίγουν με ευδαιμονία ένα κουβάρι χωροχρονικών περιπλανήσεων έως και τις μέρες μας. Η μουσική του κληρονομιά, ειδικότερα, κατατίθεται μέχρι προσφάτως με εντυπωσιακό τρόπο σε μουσικούς λογαριασμούς, όπως αυτοί των Symmetry και Kuedo.

Vangelis

Το σκηνικό που διαμορφώνει ο Παπαθανασίου είναι απολύτως συνυφασμένο με τις διαγαλαξιακές σκιαγραφήσεις του Scott. Τα πλούσια σε εκφραστικές οδούς θέματά του προσιδιάζουν σε τοπία, εσωτερικά κι εξωτερικά, γνώριμα μα ταυτοχρόνως ασυνήθιστα, γήινα και απόκοσμα, που ευθυγραμμίζουν τον πειραματισμό με την αμεσότητα. Στέκονται ακέραια στο μεταίχμιο δύο κόσμων· αυτού που διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με το «δοκιμασμένο» παρελθόν και εκείνου, ο οποίος ατενίζει το μέλλον όντας βαθιά στυλωμένος στο παρόν. Αρχής γενομένης απ’ τα κεντρικά μοτίβα των τίτλων και με σταθερή αφοσίωση κι αμείωτη προσήλωση, έως το “Tears In Rain” που θα απλώσει μελαγχολικές νότες σε ένα καμβά, στον οποίο θα δράσει επί της οθόνης ένα απ’ τα πλέον συγκινητικά και περισσότερο δυστοπικά φινάλε στα χρονικά της έβδομης τέχνης.

Η πηγαία φυσικότητα με την οποία ψηλαφίζει μουσικά κάθε μεταβολή σε μια τεχνολογικά κι επιστημονικά ματαιόδοξη κοινωνία σε αποσύνθεση, όπου οι διακρίσεις πληθαίνουν, τα χάσματα διευρύνονται, η καθημερινότητα υποκινείται μέσω απολυταρχικών πρακτικών, αφοπλίζει. Κι αρθρώνει μια συνθετική άποψη με διάχυτο ρομαντισμό, εγκλωβίζοντας ένα συμφωνικής χροιάς ηλεκτρονικό σύμπαν σε κομμάτια πολλαπλών αναγνώσεων και νοημάτων. Οι παραπομπές του απαντώνται σε προηγούμενες δουλειές του Βολιώτη δημιουργού, οι οποίες ακουμπούσαν αφενός στην πρώιμη καθώς και την ’70s electronica, και αφετέρου σε ένα μεταμοντέρνο περιβάλλον κλασικότροπης δομής. Με προεξέχουσες, λοιπόν, παραπομπές στη δική του αλληλουχία δίσκων Heaven and HellSpiralChariots Of Fire, καταθέτει ένα οικοδόμημα που θεμελιώνεται με αδιαμφισβήτητο πυλώνα τους πάσης φύσεως ήχους των συνθεσάιζερ και την περίπλοκη αξιοποίηση των εξελιγμένων δυνατοτήτων με τις οποίες εξόπλιζαν οι στουντιακές εγκαταστάσεις τούς ευρηματικούς παραγωγούς.

Σταχυολογώντας εκείνα τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν σε αυτό το OST να ορθώνει ανάστημα τρεις δεκαετίες και βάλε, προσκρούεις σε ένα περιπετειώδες μελωδικό αισθητήριο που κρύβει παράλληλα μια ευθύτητα και αυθορμητισμό. Οι ιδέες ακούγονται εύληπτες και συγχρόνως εξεζητημένες. Φερ’ ειπείν, στο συνταρακτικό ρυθμικό σφυροκόπημα του “Blade Runner (End Title)” που συγκεράζει μια μοντέρνα οπτική στην ηλεκτρονική γραφή με αναγεννησιακές new age ιαχές. Αλήστου μνήμης, τόσο η ασύλληπτη διατύπωση στο αισθαντικό μπλουζ του “Love Theme” με τα λυγμικά φυσήματα του Dick Morissey από σαξοφώνου, όσο και η δραματική ένταση που υποβόσκει στο “Wait For Me”, ώστε να τονίσει την παραδοξότητα στο ρομάντζο μεταξύ μιας ρεπλίκας-τεχνητού ανθρωποειδούς που προορίζεται για κάθε λογής εκμετάλλευση και ενός ανθρώπου-κυνηγού παραστρατημένων ρεπλικών, ρόλος θαυμάσια ενσαρκωμένος απ’ τον Harrison Ford.

Harisson Ford

Θύμησες συναισθηματικής παράλυσης θα τονίζονται εσαεί κι απ’ το “Blush Response”, με τις πλατιές γραμμές των υπερβατικών synths και τους πλαστικούς ρυθμούς, καθώς βιώνουμε μέρος του διαλόγου ανάμεσα στους ερωτοχτυπημένους. Το “Blade Runner Blues” δεσπόζει με επίκεντρο μια ambient πλατφόρμα για να στηθούν οι μπλουζ ιστορίες, τις οποίες “αφηγούνται” ξανά οι συνθετητές. Το σπαραξικάρδιο ρέκβιεμ (“Rachel’s Song”) στη ρεπλίκα Rachel, συγκροτείται από αιθέρια γυναικεία φωνητικά που δρουν σαν επιπρόσθετο όργανο πλάι στις σταλαγματιές των πλήκτρων. Όσο για την παράταιρη τζαζ/R&B στιγμή του “One More Kiss, Dear” (φωνή-Don Percival,στίχοι-Peter Skellern) και τις ανατολίτικες προθέσεις των “Tales Of The Future” (με το μικρόφωνο στον εκστασιασμένο Ντέμη Ρούσσο) και “Damask Rose”, θα λέγαμε πως βρίσκουν χώρο να σφηνώσουν στο υποσυνείδητο.

Η ενιαία αισθητική του άλμπουμ λειτουργεί ευφυώς και εκτός κινηματογραφικών συνθηκών. Σε κάθε περίσταση, είναι κομμάτι δύσκολο να συγκρατήσεις τις neo-noir αναπαραστάσεις του Ridley δίχως τις γενναιόδωρες σε μελωδική ευφορία βινιέτες του Vangelis (το ξανάπα!) και τούμπαλιν. Στις πιανιστικές μεσογειακές πνοές του “Memories Of Green”θα έπρεπε μια ανακουφιστική στροφή του σεναρίου, και ναι υπάρχει κι αυτή. Αντιστοίχως καθησυχαστικό γεγονός, αποτελεί αυτό που θέλει το σάουντρακ να φτάνει στις προθήκες των δισκοπωλείων 12(!) χρόνια μετά την έκδοση της ταινίας. Μετέπειτα, η επαυξημένες επανέκδόσεις του (σε τριπλό cd καθώς και σε βινύλιο 180gr audiophile ποιότητας), οι ανεπίσημες εκδοχές του, κι η επανεκτέλεση μερών του από άλλους, συνέβαλαν με τη σειρά τους στη συνολική αύρα.

Καθώς τριγυρνάς στα σοκάκια των ελληνικών πόλεων κατά το διάστημα στο οποίο οι σωροί των σκουπιδιών κάνουν επιβλητικά αισθητή την παρουσία τους και με τα ακουστικά να σε συνδέουν με τις οπτικοηχητικές αναμνήσεις του Blade Runner, διακόπτεις το βηματισμό σου και κοντοστέκεσαι εμβρόντητος μπροστά σε ένα ζοφερό τοπίο. Ο χρόνος θα φανερώσει αν είναι το σύγχρονο ανάλογο του φανταστικά μεταποιημένου Λος Άντζελες στα 2019, που στέγασε την πολιτεία-βαβέλ του Ridley Scott.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

The National: Τραγούδια που μπλέκονται με τις ζωές μας

The National

Τραγούδια ψυχοπνευματικής φόρτισης, λέξεις και νότες που εκπέμπουν μύχιες σκέψεις αλλά κυρίως συναισθηματική αμεσότητα. Στις ηχητικές περιπλανήσεις των National αρκεί μονάχα να (συν)αισθάνεσαι…

Σε μια εποχή όπου οι μουσικές τάσεις ανακατεύονται δημιουργώντας περίπλοκα μουσικά υποείδη, ιδιώματα που οφείλουν τα μέγιστα στην παγκοσμιοποίηση και υβρίδια στα οποία μετά βίας διακρίνεις την προέλευση των κυρίαρχων συστατικών τους, σμίγεις με συγκινητικά συγκροτήματα που χαρακτηρίζονται από απόλυτα προσανατολισμένα και μη επικεντρωμένα στην καινοτομία εγχειρήματα, όπως οι National.

Μετοικίζοντας στη Νέα Υόρκη, το εν λόγω πενταμελές μουσικό όχημα από το Οχάιο, εμφύσησε πνοή στο καλλιτεχνικό του όραμα. Δεκαέξι χρόνια και έξι άλμπουμ ολοκληρωτικού δοσίματος μετά, κι εξακολουθεί να μας ρουφά στο βιωματικό του πεδίο με καταθέσεις αφτιασίδωτης ειλικρίνειας σαν αυτές που ακολουθούν.

Δέκα, λοιπόν, χρόνια μετά το τρίτο τους άλμπουμ Alligator, με το οποίο μπήκαν για τα «καλά» στις ζωές μας, ιδού τα «καλύτερα» τραγούδια των National.

13. “Slipping Husband” [από το Sad Songs For Dirty Lovers του 2003]
Έπειτα από ένα φερώνυμο ντεμπούτο με σποραδικές εκλάμψεις, οι National παραδίδουν ένα από τα πιο ευθύβολα rock ‘n’ roll δείγματά τους, στο δεύτερο άλμπουμ τους. Ευκολομνημόνευτες καμπανιστές κιθαριές, συγκοπτόμενος ρυθμός, ‘60s garage pop θύμησες, διαλείμματα με αρπίσματα και οι εξάρσεις καταφθάνουν πριν τον τερματισμό. Με μια-δυο ακροάσεις εθίζεσαι…

12.  “Sea Of Love” [από το Trouble Will Find Me του 2013]
Το κομμάτι που τιτλοφόρησε μέσα από το στιχουργικό του αποτύπωμα τον προ διετίας δίσκο τους Trouble Will Find Me. Οι φουρτούνες δεν κοπάζουν, τους συναντούν τακτικά κι εκείνοι ανταπαντούν ενσωματώνοντας αυτές σε άμεσα ροκ κομψοτεχνήματα, με αντίβαρο στην ψυχρότητα της θεματολογίας τους μια λυτρωτική θέρμη. Βαρύτονες από μικροφώνου εκδηλώσεις και μελωδικά οργανική ώθηση αναλαμβάνουν δράση…

11. “Green Gloves” [από το Boxer του 2007]
Κοιτώντας πλέον πίσω, στον δισκογραφικό μποναμά των προκείμενων Αμερικανών, καταλήγεις αβίαστα σε έναν απολογισμό ευαισθησιών. Διαπιστώνεις, λοιπόν, πως το σημείο εστίασης για τα μέλη του σχήματος μπορεί να είναι κάθε είδους ανθρώπινη σχέση και ψυχολογική κατάσταση. Η κατασταλαγμένη ωριμότητά τους, δε, κατορθώνει να παραστήσει στο νου σου με τον πλέον ειδυλλιακό τρόπο προβληματισμούς, σαν αυτόν της αποξένωσης από το φιλικό περιβάλλον, ο οποίος καθρεπτίζεται στην χαμηλών τόνων country του ακουστικού “Green Gloves”. Θα μπορούσε να ανήκει και στις καλύτερες ημέρες τόσο των Tindersticks όσο και των Walkabouts…

10. “Little Faith” [από το High Violet του 2010]
Μια εντελώς προσωπική επιλογή, που έχει να κάνει με τη βιωματική αντιστοιχία στη δική μου πραγματικότητα. Όντας εγκλωβισμένος μια βροχερή νύχτα του 2010 στην Αθήνα, αντί για τη Νέα Υόρκη των στίχων, η ποιητική αλληγορία των φράσεων All our lonely kicks are getting harder to find/ Well play nuns versus priests untilsomebody cries/ All our lonely kicks that make us saintly and thin/ Well play nuns versus priests until somebodywins, αντανακλούσε κάτι από την μελαγχολία μου. Η σαν βάλσαμο ερμηνεία του Matt Berninger στο κλείσιμο, με ωθεί να συμπάσχω ακόμη και τώρα.

the national 2

9. Slow Show” [από το Boxer του 2007]
Ο Berninger ακούγεται σαν ένας Stuart Staples με αχτίδες συγκρατημένης αισιοδοξίας, στην προσπάθειά του να καλύψει το χαμένο έδαφος· “I made a mistake in my life today/ everything I love gets lost in drawers/I want to start over, I want to be winning/ way out of sync from the beginning/ I wanna hurry home to you/ put on a slow, dumb show for you/ and crack you up”. Αυτό που καταχρηστικά καλείται chamber pop, βρίσκει μια τέλεια ισορροπία στον μικρόκοσμο του “Slow Show”, συνεπικουρούμενο από ευήλιο strumming και feedback κιθάρας, βαθιές συγχορδίες πιάνου και γαλήνιες αρμονίες πνευστών. Μέσα από τον πρώτο αληθινά σπουδαίο δίσκο τους Boxer (ο άλλος είναι το High Violet) κι αυτό.

8. “Cherry Tree” [από το Cherry Tree EP του 2004]
Δραματική ένταση που κλιμακώνεται βασανιστικά με φωνητική ερμηνεία η οποία υποδηλώνει παραίτηση, εντεινόμενους ψιθύρους, σύζευξη κιθαριστικού αρπίσματος και ξεσπάσματος με ανάλογο μινόρε εγχόρδων. Ξεχωρίζει μέσα από το ομώνυμο EP του 2004, πλάι στα “About Today” και “All The Wine”, που μαζί με αυτό άνοιξαν δρόμους για την εξελεγκτική πορεία του γκρουπ. Συνιστά κι απόδειξη του ότι οι National ξεδιπλώνουν τις θλιμμένες πομπές τους σε ένα καθαρά προσωπικό σύμπαν που δεν επιδέχεται εξωγενείς παρεμβάσεις και δεν υποκύπτει στους πειρασμούς του ανταγωνισμού.

7. Exile Vilify” [από το soundtrack του παιχνιδιού Portal 2 του 2011]
Σύνθεση ενδεικτική των δυνατοτήτων του κουιντέτου. Πιάνει το νήμα από τις επιρροές του που σχετίζονται με τη μοντέρνα κλασική μουσική και κατευθύνεται προς την ενήλικη ποπ γραφή των ‘60s-‘70s με ψήγματα Randy Newman και Burt Bacharach. Ο Matt άδει αισθαντικά μέχρι το τέλος του κόσμου, καθώς οι μουσικοί τους καλεσμένοι παραδίδουν και πάλι στίγμα, σε μια θεσπέσια ενορχήστρωση που προάγει το λυρισμό όσο λίγες.

6. “Conversation 16” [από το High Violet του 2010]
Η εκτεταμένη χρήση  delay και reverb εφέ στα όργανα εγκαινιάζει μια νέα λογική στην τεχνοτροπία του συνόλου και συνεισφέρει στις πιο πυκνές ενορχηστρώσεις του High Violet. Συγχρόνως, οι μπασογραμμές υποστηρίζουν αποδοτικότερα το ρυθμικό μέρος των κομματιών, στήνοντας μαζί με τα ντραμς μια διάβαση για να περάσει ο μελωδικός οίστρος φωνητικών, κιθάρας, πλήκτρων και λοιπών εγχόρδων και πνευστών ανά περιστάσεις. Στο “Conversation 16”, ο προαναφερθείς συγκερασμός αγγίζει το αισθητικό του ζενίθ, καταγράφοντας μια υπέροχη ωδή στην προσωπική ανασφάλεια. Εκεί συναντάμε και τον αναστεναγμό του τραγουδιστή τους σε όλο του το εκφραστικό του μεγαλείο.

5. “Mr. November” [από το Alligator του 2005]
Αξιοποιώντας τα drumming εχέγγυα δια των εμπνεύσεων του Bryan Devendorf, οι National πορεύτηκαν καταθέτοντας ενίοτε συνθέσεις με απολαυστικό ρυθμικό σκέλος. Το “Mr. November” αποτυπώνει γλαφυρά αυτή τους την κλίση και στρώνει μονοπάτια για τις πιο ιδιοσυγκρασιακές μορφοποιήσεις των ηχητικών τους δομών που θα έπονταν. Παράλληλα, αποτελεί έναν από τους πολιορκητικούς κριούς του άλμπουμ που προοιώνισε την είσοδο των National στο γκρουπ των «δικών μας», με τραγούδια που κατόρθωσαν να περιφέρονται για πάντα στα ενδότερά μας. Μαζί με το “The Rat” των Walkmen, συγκροτούν αναμφισβήτητα δύο στολίδια indie δυναμισμού για τα ‘00s, ξυπνώντας μνήμες από την κιθαριστική πραγματικότητα της Αμερικής στα τέλη των ‘80s/στις αρχές των ‘90s.

The National

4. Brainy” [από το Boxer του 2007]
Ο πρωταγωνιστής επικαλείται τον ρομαντισμό του για να την φέρει πίσω, δίχως εντούτοις να πέφτει στα πατώματα, μα βοηθούμενος από μια απρόσμενη αυτοπεποίθηση για τα έως τώρα στιχουργικά δεδομένα του σχήματος. Καθηλωτική η γραμμή από τις μετά-πανκ υφής κιθάρες των καθοριστικών δίδυμων αδελφών Dessner, με τον λιτό ποιητικό λόγο της μπάντας να βρίσκει το άλλο του μισό στο λυρικό πρόσωπο εγχόρδων και πνευστών. Από τους περισσότερο σημαίνοντες κόμβους της σταδιοδρομίας των National, όπου ουσία και αρετές συμπυκνώνονται σε ένα τρίλεπτο. Όσο για την καταλυτική κρουστική συμβολή του Bryan Devendorf, θαρρώ πως δεν απαιτεί άλλους εκθειασμούς για να γίνει αντιληπτή…

3. “Bloodbuzz Ohio” [από το High Violet του 2010]
Οι National εξακολουθούν και στο High Violet να μην ενδιαφέρονται για τα κελεύσματα των καιρών, χτίζοντας μέρα με τη μέρα το ολόδικό τους σκηνικό, δίχως όμως να περιχαρακώνονται εντός αυτού. Στο συγκλονιστικά ελεγειακό “Bloodbuzz Ohio”, μετατρέπονται αφ’ ης στιγμής σε χειριστές της γραφομηχανής, περιστρέφουν τα κουμπιά της και πέφτουν πάνω στις ένδοξες wall of sound Spectorικές ημέρες, των οποίων οι σπόροι μεταφυτεύτηκαν στα ‘70s εδάφη της “Born To Run” εποποιίας του Springsteen… Η απόλυτη εικονογράφηση της αδιέξοδης συναισθηματικής περιπλάνησης σε ένα τραγούδι· I never thought about love when I thought about home”.

2. Abel” [από το Alligator του 2005]
Οι γεμάτες γρέζι ιαχές του Berninger αντηχούν ακόμα απόγνωση, κι ας παρήλθαν οκτώ χρόνια, κι ας αλλάξαμε δεκαετία. “My mind’s not right” θα επαναλάβει εκστατικά και θα συμπληρώσει “Abel, come on, give me a reason/ I am not as bright as I could be/ Abel, come on, take me with you/ Everything has all gone down wrong”. Σε ένα μη τυπικό National κομμάτι, το οποίο φέρει κάτι από την αύρα του πάλαι ποτέ αμερικανικού εναλλακτικού ροκ, καθώς και της εύληπτης garage αναβίωσης από τους Strokes (το διαισθάνεσαι ακούγοντας τα κιθαριστικά hooks του ρεφρέν). Φωνή, κιθάρες, μπάσο και τύμπανα εξεγείρονται αδιάκοπα έως και σήμερα.

1. Fake Empire [από το Boxer του 2007]
Ένας από τους στέρεους πυλώνες που θεμελιώνουν την τραγουδοποιία των National, εντοπίζεται σε τούτο εδώ το αριστοτέχνημα. Δεν είναι άλλος από την αίσθηση αχρονικότητας που αυτό σου εντυπώνει. Στο μυαλό μου, άλλωστε, η μουσική τους δεν συμβαδίζει με εποχιακές επιταγές, δεν καιροσκοπεί. Γι’ αυτό ατενίζει τα σημεία του ορίζοντα δίχως να στέκεται αποκλειστικά σε όσα προηγήθηκαν, αλλά και σε όσα θα αφιχθούν. Πατάει στο εκάστοτε «τώρα», χωρίς να επιβάλλεται, μα απλώνοντας με ευγένεια οτιδήποτε επιδιώκει να εκφράσει. Κι εδώ το πράττει με πιανιστική πολυρυθμία και ήπιο κρεσέντο κόρνου καθοδηγούμενο από τον Padma Newsome των Clogs, σε φολκ αναλογίες και μπαρόκ ποπ αισθητική. Εσωκλείοντας κι έναν εύλογο συλλογισμό για την επίπλαστη (κι εσχάτως κλυδωνισμένη) ευημερία των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.