H συγκλονιστική post-everything εκφραστικότητα των Grails

Πέρα και έξω από δεσπόζουσες τάσεις, κυρίαρχα ρεύματα και (πόσο μάλλον) από εφήμερες μόδες, κινούνται εδώ και δεκαπέντε συναπτά έτη οι μουσικές καταθέσεις των Grails. Με απαρχή το 2003, όποτε και χρονολογείται το παρθενικό τους δισκογραφικό πόνημα, και ιδίως έπειτα από την έκδοση του Burning Off Impurities μια τετραετία μετά, το συγκρότημα από το Πόρτλαντ των ΗΠΑ οικοδομεί και επεκτείνει μία ηχητική διάλεκτο αδιαπραγμάτευτα προσωπική. Η καλλιτεχνική προβολή των συλλογισμών και ιδεών των μελών του [γκρουπ], εξόχως αναγνωρίσιμη πια, είναι ξεχωριστή ανάμεσα στον κυκεώνα των μουσικών κυκλοφοριών που μας κατακλύζει.

Τοποθετώντας τη rock -με την ευρεία έννοια του όρου- συνιστώσα στο επίκεντρο των αναπτύξεών τους, οι πολυοργανίστες Emil Amos, Alex John Hall, Zak Riles και William Slater (για να κατονομάσω τα σταθερότερά τους μέλη έως και σήμερα) επιδίδονται σε εξολοκλήρου οργανικές και χωρίς στιχουργικό και, εν γένει, λεκτικό έρεισμα περιπτύξεις. Μέσα από το ηχογραφημένο τους υλικό, προβαίνουν σε συνδυαστική προσέγγισή ποικίλων ηχοχρωμάτων και ρυθμολογιών από αλλιώτικα μεταξύ τους μουσικά είδη και ιδιώματα, ούτως ώστε να αναδυθεί μία φρέσκια κάθε φορά πρόταση. Στην ολοένα και ακμάζουσα τεχνοτροπία των Grails, συναντά κανείς τολμηρά διαφορετικούς και γοητευτικά νέους προσανατολισμούς, σαν ώσμωση πολλών και διαφόρων φορμών, που έτσι και στήσεις προσηλωμένα αυτί θα σε οδηγήσουν σε αναπάντεχα όμορφα μέρη…

Εκείνο το εικονοπλαστικό post/ambient rock στο οποίο κινήθηκαν κατά κύριο λόγο τα δύο πρώτα τους LP, The Burden Of Hope (2003) και Redlight (2004), ως μία πρωταρχική εξοικείωση με την στροφή του rock από τις αρχές των ’90s και σαν ένα… προειδοποιητικό δείγμα πηγαίας δημιουργικότητας, κέρδισε ένα μέρος του κοινού που αναζητούσε «φωνές» εκτός των τετριμμένων του εν λόγω ιδιώματος. Εντός του, οι Grails στέκουν και καταγράφουν τις συλλήψεις τους, ναι μεν βασιζόμενοι στις εναλλαγές μεταξύ νηνεμίας και εκρήξεων που τόσο έχουν αναπαραχθεί και τυποποιηθεί ως μοτίβο στο instrumental rock μετά τα ’90s, μα πράττουν αρκετά περισσότερα, τα οποία κι αποκαλύπτουν πραγματικές αρετές και προμηνύουν εξέλιξη… Πότε υπνωτικά και πότε εκρηξιγενή desert rock κιθαριστικά riffs με sludge προεκτάσεις, πλήκτρα που εντείνουν την ευάερη μελωδικότητα, αργόσυρτοι-σκονισμένοι ρυθμοί που αναλόγως με την πλοκή μεταβάλλονται, γλυκόπικρες δοξαριές από το βιολί εν είδει χαρμολύπης, εμβόλιμες jazz φράσεις…

Κι εγένετο Burning Off Impurities και αφού προηγήθηκε η συμμετοχή των Grails σε συλλογές και η κυκλοφορία μιας σειράς από πραγματικά γόνιμες ηχογραφημένες προσπάθειες ψυχεδελίζουσας ατμόσφαιρας στα Black Tar Prophecies Vol. 1, 2 & 3. Με σημείο μηδέν το συγκεκριμένο LP, το τρίτο τους πλήρους διάρκειας άλμπουμ μέχρι και το 2007, το αμερικάνικο σχήμα εκκινεί μια αλληλουχία από βαθιές ανατροπές στις δομικές αξίες της μέχρι τότε γραφής τους, καθώς εξωτερικεύει με έξοχο τρόπο τη ροπή του προς τον απανταχού ψυχεδελικό ήχο και προτάσσει έναν πολυπολιτισμικό διάκοσμο ως σύζευξη Δύσης και Ανατολής. Όλα εκτυλίσσονται στα πλαίσια μιας νοοτροπίας που διαθέτει και progressive rock χαρακτηριστικά. Εκεί κατεδαφίζονται και στήνονται εκ νέου η αισθητική και οι θέσεις των Grails. Από εκείνο το σημείο κι ύστερα προσέρχονται στους αποδέκτες κι αυτοί που επιζητούν το μυστηριώδες, το έξω από το comfort zone άκροασής τους στίγμα με απολαυστική αποτελεσματικότητα, την εφευρετικότητα στον πειραματισμό και στο αυτοσχεδιαστικό πνεύμα. Μία πιότερο αναλυτική ματιά επί του δίσκου θα βρείτε μετά το πέρας της παρούσας συνολικής αποτίμησης που λειτουργεί υπό μορφή προλόγου…

Θα επακολουθήσουν δύο επίσης εξαιρετικά επιτυχημένες ηχητικές προσπάθειες, τα LP Take Refuge In Clean Living και Doomsdayer’s Holiday, αμφότερα κυκλοφορημένα το 2008. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εκ των δύο δίσκων, το σχήμα δημιουργεί ένα μυστικιστικό περίβλημα με βασικούς πυλώνες το space rock παρελθόν (βλέπε Hawkwind και πρώιμους Pink Floyd) και την ινδική μουσική παράδοση (με την παραισθησιογόνο επίδραση του Ravi Shankar), στις εκτάσεις του οποίου ο ακροατής δύναται να βιώσει στιγμές ψυχικής ανάτασης, αιωρούμενος νοητά σε αχανείς περιοχές. Διαγαλαξιακή «εικονογράφηση» από τα θέματα που ξεπροβάλλουν από τα πληκτροφόρα όργανα και τις κιθάρες, καθώς και εξωτικές παραισθήσεις εκ μέρους των harpischord, μπαγλαμά, zither, συντονίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, στο Doomsdayer’s Holiday, η τετραμελής μπάντα με τη σύμπραξη κι άλλων ομοϊδεατών (με μέλη των Earth, Sunn O))) και Faust να συμβάλλουν) θα προσδώσει όγκο, οξύτητα, ένταση και μια avant φιλοσοφία στις αναπτύξεις της, κατασταλάζοντας σε ένα heavy rock-στα όρια του metal- ηχογράφημα καθοδηγούμενο από βραδυφλεγείς drone παραμορφώσεις, αργόσυρτο τέμπο, cosmic ατμοσφαιρικότητα και νουάρ κλίμα.

Περνώντας το κατώφλι του 2011, οι Grails είχαν σχηματοποιήσει στο νου και κατ’ επέκταση στην συνθετική τους αντίληψη τις οδούς μέσα από τις οποίες θα ενισχύσουν σημαντικά την εκφραστικότητά τους. Πράγμα το οποίο γίνεται άμεσα αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας επαφές με τα αμέσως επόμενα LP τους, Deep Politics (2011) και Chalice Hymnal (2017), που ανήκουν στις σπουδαιότερες έως σήμερα καταθέσεις τους, και για τα οποία θα επεκταθώ στις παρακάτω γραμμές…


Burning Off Impurities (2007)

Εν έτει 2007 και με την έλευση του τρίτου τους ολοκληρωμένου άλμπουμ, το ύφος και η αισθητική γραμμή των Grails λαμβάνουν την πλέον ουσιαστική και ιδιοσυγκρασιακή τους μορφή μέχρι τότε. Αρνούμενο να ακολουθήσει κάποιο προκαθορισμένο ηχητικό στυλ, το γκρουπ καταστρώνει και παραδίδει ένα μουσικό έργο υψηλής συνθετικής σύλληψης και απόδοσης, με διάστικτο το προσωπικό του στίγμα. Η μεθοδολογία του τετραμελούς συγκροτήματος γίνεται σχολαστικότερη από ποτέ έως τότε, η λεπτοδουλειά στις μελωδίες, τα εφέ και τη ρυθμολογία καθηλώνει, το μουσικό του σύμπαν διαστέλλεται και πάλλεται με συγκλονιστικό τρόπο. Κιθάρες (ηλεκτρική, δωδεκάχορδη και μη ακουστική, pedal steel), ούτι, μπάντζο, μπάσο, βιολί, πιάνο (ηλεκτρικό και κλασικό), hammond όργανο, keyboards, harpsichord, τρομπέτα, κόρνο, φυσαρμόνικα, τύμπανα και samplers, συνευρίσκονται ώστε να φέρουν σε πέρας το πλάνο.

Σαν σε ευθεία αντιπαράθεση με τη σημασία που φέρει ο τίτλος του δίσκου, οι Grails αναμειγνύουν ποικίλες μουσικές «συντεταγμένες», ώστε να ορθώσουν τελικά ένα πολυδιάστατο καλλιτέχνημα. Η εκφραστική τους δύναμη ισχυροποιείται, καθώς εντός ενός ψυχεδελικού περιβάλλοντος με προοδευτικά ροκ θεμέλια, απλώνουν συστατικά αφορμώμενα από διαφορετικά μεταξύ τους ιδιώματα, τα οποία λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία.

Στο Burning Off Impurities αλληλεπιδρούν αρμονικά, η ελευθεριότητα του krautrock όπως αποτυπώθηκε σε ηχογραφήματα σαν αυτά των Amon Düül II, η απόκοσμη εξωτικότητα της kosmische musik, που μας βάρεσε κατά κούτελα εξαιτίας π.χ. των Popol Vuh, σπειροειδείς κιθάρες και εμμονικά εφέ με νύξεις στις space rock ατμόσφαιρες των Ash Ra Tempel, η ευρύτερη ανατολίτικη folk παράδοση (από την Τουρκία μέχρι την Ινδία και τη raga), heavy rock δυναμικές που κρατάν από την εποποιία των Black Sabbath, ο Morricone και η φιλμογραφία που πλαισίωσε ηχητικά… Φερειπείν, καρφώνεσαι σε kraut / folk περάσματα με περίσσιο ανατολίτικο άρωμα στο εναρκτήριο “Soft Temple”, ενώ η ένταση και η αιχμηρότητα ανεβαίνουν στον ογκόλιθο του “Silk Rd” που συγχωνεύει spaghetti western καρέ, εμπειρίες από την άπω Ανατολή και σκληροτράχηλο heavy rock των ’70s. Είναι κι εκείνο το έξτρα υβριδικό “Origin-ing”, η κορωνίδα της συνθετικής τους φαντασίας σε αυτό το LP, το οποίο πότε ηχεί ορμητικό με κιθαριστικά riff ψυχεδελικής παράνοιας που σβήνουν σε μια εξαίσια μελωδία και πότε «επιπλέει» σε ένα σημείο επαφής μεταξύ dub και jazz ατμοσφαιρικότητας. Στο κατόπι του για το πλέον ποικιλόμορφο track του δίσκου και το “Drawn Curtains”, που σε λιγότερα από πέντε λεπτά φέρνει τα πάνω κάτω, ανακατεύοντας western OSTs, αρχετυπικό folk/blues και post-’90s electronica.

Με φόντο ένα τεταμένο και αγχώδες κλίμα, κι έχοντας στο πλευρό της την υποβλητικότητα και τη μυσταγωγία ως μόνιμους συμπαραστάτες, καθώς και υποβοήθεια από τις loud-quiet-loud αναπτύξεις, η μπάντα από το Πόρτλαντ στήνει στωικά μια συστοιχία από ηχοτοπία που σε ρουφούν μονομιάς για να σε κάνουν κοινωνό των εθιστικών ιδιοτήτων τους.

Deep Politics (2011)

Μέσα στην έλλειψη τους σε λέξεις και στίχους, οι συνθέσεις των Grails (οξύμωρα) διατηρούν μια συναρπαστική αφηγηματικότητα. Και στο Deep Politics αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Μεταβαίνοντας από το ένα σημείο του δίσκου στο επόμενο, στοιχηματίζεις πως ακούς μια μουσική επίκληση στην απύθμενη σύγχυση και τον βαθύ σκοταδισμό που διακρίνουν τις σύγχρονες κοινωνίες ανά τον κόσμο.

Η καλλιτεχνική ευφράδεια των Grails εδώ ξεπερνάει κάθε προηγούμενο για τους ίδιους. Η κυριότερη εξέλιξη που συναντάμε στο πρόσωπο τους σε σχέση με το με το Burning Off Impurities, αφορά τόσο τη μελωδικότητα τους, που παρουσιάζεται πιο ελκυστική, όσο και τις δομές τους, γενικότερα, που γίνονται περισσότερο εύληπτες και ευκολομνημόνευτες δίχως, εντούτοις, να συμβιβάζονται σε mainstream πλαίσια, ή να καταφεύγουν σε άνευρες κοινοτυπίες. Ο λυρισμός πλάι σε έναν κλασικότροπο ρομαντισμό διατηρεί τα ηνία στην οικοδόμηση των συνθέσεων, με τις δραματικές κλιμακώσεις να πρωτοστατούν και να καταλήγουν λυτρωτικά σε μια άχαστη ψυχεδελική (ροκ και μη) ευφορία. To πιάνο μέσα από μια μελωδική λεπτότητα χρίζεται όργανο-οδηγός, τα έγχορδα (με πρωτοφανής έκτασης συμβολή) ξεσπούν θρηνητικά, οι κιθάρες πότε στροβιλίζονται σε μια νοσταλγική ψυχεδελική δίνη και πότε υπογραμμίζουν λυρικά την ατμόσφαιρα σαν να πλαισιώνουν μια γουέστερν μονομαχία, το τέμπο και ο ρυθμός μεταβάλλονται πότε εκστατικά και πότε με αυτοσυγκράτηση, ως ένδειξη σταδιακών και ταυτόχρονα απροσδόκητων εξελίξεων. Το σκηνικό της Άγριας Δύσης μοιάζει να μεταφέρεται μονομιάς στον ασφυκτικό αστικό κλοιό των μεγαλουπόλεων του σήμερα.

Η επιρροή των κινηματογραφικών θεμάτων του Ennio Morricone, των αντίστοιχων του Hugo Montenegro, καθώς και άλλων συνθετών που καταπιάστηκαν με τη συγγραφή σάουντρακ για ταινίες γούεστερν κατά κύριο λόγο, μα και εκείνων που επιτέλεσαν έργο για δισκογραφικούς σκοπούς στο πεδίο της library music, είναι αισθητή στο μωσαϊκό ήχων του Deep Politics. Παρόλα αυτά, εδώ δεν υπάρχει καμία πρόθεση από την πλευρά του γκρουπ να συνταχθεί με κανέναν… Κάνουν απλώς του κεφαλιού τους και πάλι, καθώς διαχειρίζονται εύστοχα τις ιδέες τους για να παράξουν εθιστικά στιγμιότυπα ήχων.

Κατά τη διάρκεια του έκτου δίσκου των προκείμενων Αμερικάνων, η μια σπουδαία σύνθεση διαδέχεται την άλλη, με τους Grails να γεμίζουν το χώρο γύρω σου με μεγαλόπνοες και συγχρόνως δωρικές μελωδίες, άκρως διαπεραστικές και συγκινητικές. Στις επικές δραματουργίες των “Future Primitive” και “All The Colors οf the Dark” με τις μινόρε κλίμακες, το reverb και τις υπέροχα κατανεμημένες στρώσεις από φυσικούς και ηλεκτρονικούς ήχους, έρχονται να προστεθούν οι λυσεργικές στιγμές που αποκρυσταλλώνει το εμμονικό beat και η πρωτόγονα εξωτική και σχεδόν απόκοσμη μελωδία που διατρέχουν του “Corridors οf Power”, όπως επίσης κι η υφέρπουσα ένταση του “Daughters Of Bilitis” με τις δοξαριές των εγχόρδων στο φόντο να επαυξάνουν το συγκινησιακό φορτίο που χτίζουν τα jazzy πλήκτρα.

Όσο για το ομώνυμο Deep Politics, θα έλεγα πως πρόκειται για μία από τις δυο-τρείς συγκλονιστικότερες καταθέσεις των Grails μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Πιάνο, κιθάρες, τύμπανα και έγχορδα, συνωμοτούν ούτως ώστε να συγκροτήσουν ένα ελεγειακό κομψοτέχνημα πλημυρισμένο από ευαισθησία. Κι εκείνη η συστοιχία των πιο γκρουβάτων και με παραμορφωμένους κιθαρισμούς “Almost Grew My Hair” και “Ι Led Three Lives”, εξάρει τη γόνιμη μεθοδολογία στην παραγωγή και τη μίξη που παρουσιάζεται σε όλο το δίσκο. Μια μεθοδολογία άμεσα επηρεασμένη από τις cut-and-paste τεχνικές του hip-hop, η οποία συνδράμει αποφασιστικά στη συνεκτικότητα του όλου μέσα από τη χρήση overdubs, samples, εφέ, πολλαπλών στρωμάτων ήχου και ηλεκτρονικών υποστηριγμάτων.

Chalice Hymnal (2017)

Η δισκογραφική επαναδραστηριοποίηση των Grails έξι χρόνια μετά το Deep Politics, τους βρίσκει πια ως τρίο (Amos, Hall και Riles), το οποίο και πλαισιώνεται από ένα σύνολο ικανότατων μουσικών. Κι είναι εντυπωσιακή η «συνομιλία» όλων των συνεργατών και των οργάνων, που αυτοί επωμίζονται, στο ηχητικό αποτέλεσμα που ξεπροβάλλει από το Chalice Hymnal. Καθεμία από τις συνιστώσες του, απαρτίζονται προσηλωμένα και με κυρίαρχο μέλημα την επίτευξη μιας ατμοσφαιρικότητας ικανής να εμφυσήσει ένα έντονα συγκινησιακό φορτίο σε κάθε του ακρόαση, πράγμα το οποίο φέρει τελικά εις πέρας. Παράλληλα, το εν λόγω άλμπουμ συνιστά το πλέον πληθωρικό δημιούργημα του αμερικανικού συγκροτήματος, με το αλισβερίσι μεταξύ ηχητικών ρευμάτων να είναι αληθινά θαυμαστό και πιο καρποφόρο από ποτέ. Οι ζυμώσεις, εντούτοις, αυτές δεν διαταράσσουν τη συνοχή και την ενότητα του συνόλου.

Πρόκειται για ένα ηχογράφημα που σηματοδοτεί την πλέον πειραματική, αυτοσχεδιαστική, ποικιλόμορφη και πολυσχιδή κυκλοφορία των Grails, ή ορθότερα αυτό τους το έργο που αφαίρεσε το rock συνθετικό από την post-rock ταμπέλα τους, εξαιτίας κυρίως των πρώτων δουλειών του σχήματος, για να τη μεταβάλλει καταλυτικά σε post-everything. To νιώθεις στη ραχοκόκκαλα σου, απολαμβάνοντας τις αισθαντικές ωδές του ομώνυμου κομματιού που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου. Σε ένα ambient υφής λεπτούργημα, καμπάνες κρούονται στο background, synths πάλλονται, ενόσω στο επίκεντρο δρουν ελαφρά παραμορφωμένες κιθάρες που εκτελούν το ονειρικό βασικό θέμα πλάι στο τενόρο σαξόφωνο. Και καταφθάνει το electro-rock τρεχαλητό του “Pelham” κι η μετάβαση όχι μόνο δεν ακούγεται παράταιρη, μα μοιάζει ως μια φυσική συνέχεια στη ροή.

Ambient αισθητικής και προσανατολισμών μέρη αποτελούν και τα υπέροχα ενορχηστρωμένα και εκτελεσμένα “Empty Chamber”, “Rebecca” και “The Μoth & Flame”, τα οποία και διακρίνονται για την κρυστάλλινη μελωδικότητά τους. Η πρώτη από τις τρεις συνθέσεις, θα μπορούσε να έχει γραφτεί από έναν post-trip hop δημιουργό, ενώ η δεύτερη ρέπει προς ένα new age ύφος ανάλογο με εκείνο που παρέδωσαν στο από κοινού ανατριχιαστικό τους άλμπουμ, Sleeps With The Fishes, οι Peter Nooten και Michael Brook. Στη δε τρίτη, κρυφοκοιτούν στις γκρίζες εκφάνσεις της σύγχρονης chamber music σε συνδυασμό με τις electronica παρεμβολές, σε ένα κράμα που προσιδιάζει στο έργο μυστών του είδους, όπως ο Ben Frost. Το φιτίλι ανάβει και πάλι, με την ορμητική sludge άποψη του New Prague, και το μυστηριώδες σκηνικό τρέφεται από την ηλεκτρονική πλευρά του krautrock στο Tough Guy. Κλείνοντας, το σχήμα θα παραδώσει μια ακραιφνώς ελεγειακή chamber στιγμή με ανατολίτικους χρωματισμούς, το “After The Funeral”, στο οποίο συνδράμουν όμορφα σαξόφωνο και δακρύβρεχτα έγχορδα.

Συνδετικοί κρίκοι με το Deep Politics, χρίζονται τα “Deeper Politics” (ως συνέχεια του “Deep Politics”) και “Deep Snow II” (ως συνέχεια του “Deep Snow”), τα οποία και επεκτείνουν τις ευεργετικές ιδιότητες των προκατόχων τους οξύνοντας τις δομές τους και αποκτώντας έτσι ένα πιο εκρηξιγενές πρόσωπο.

Το επίπεδο ωριμότητας και κατασταλάγματός του, όπως επίσης και το γεγονός ότι το γκρουπ παρουσιάζεται συνεπές απέναντι στο ίδιο του το έργο, αποτιμώντας το με σύνεση κατά ένα μέρος, συνηγορούν στο γεγονός ότι στη διάρκεια του έβδομου και τελευταίου τους δίσκου, οι Grails ηχούν περισσότερο Grails από ποτέ… Οι ίδιοι, άλλωστε, επιφορτίζονται με την παραγωγή και τη μίξη, ενώ παράλληλα παίζουν πολλά από τα όργανα που ακούμε εδώ μέσα.

Κατά τη διάρκεια του Chalice Hymnal, o τρόπος με τον οποίο οι Grails διατυπώνουν τις ιδέες τους, δοκιμάζει διαδοχικά την δεκτικότητα ακόμη και των μυημένων ακροατών τους. Προς όφελος εν τέλει όλων των πλευρών, του μόνιμου πομπού και του επίδοξου κάθε φορά δέκτη…

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε προ μηνός στο Progrocks.gr.

Advertisements

Ben Frost: Καθαρτικός λυρισμός μέσα στο θόρυβο

Theory Of Machines

Η ιδιόμορφη περίπτωση του Ben Frost μας απασχολεί ευχάριστα ήδη από την προηγούμενη δεκαετία και έχοντας εδραιώσει την παρουσία της στη ζωή μας, επικοινωνεί και πάλι μαζί μας μέσα από ένα νεοφερμένο άλμπουμ ονόματι A U R O R A.

Αντιμετωπίζοντας τον ήχο και τις συχνότητες αυτού ως εξαιρετικά εύπλαστες οντότητες, ο γεννημένος το 1980 στη Μελβούρνη Ben Frost, γυρίζει τα κουμπιά των πάσης φύσεως μηχανημάτων του από τις αρχές των ’00s και μας καθοδηγεί λυτρωτικά σε προορισμούς που τριβελίζουν ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αυτό που δύνασαι πρωτίστως να διαπιστώσεις έπειτα από μια προσεκτική επαφή με τα δημιουργήματα του Ben Frost, είναι η ευχέρεια με την οποία ο εν λόγω δημιουργός ανατρέπει τα σχέδιά σου που αφορούν την κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση των ακουσμάτων σου. Με απαρχή εκείνο το κατανυκτικό αντάμωμα κλασικής μουσικής, electronica (trip hop, ambient, glitch…) και Sigur Ros αγγίγματος, στο ντεμπούτο του που εξέδωσε ιδιοίς εξόδοις πίσω στο 2001, το EP Music For Sad Children (τι αρμοστός τίτλος!), ο Αυστραλός, ας μου επιτραπεί η έκφραση, προβοκάτορας του ήχου, μας τροφοδότησε με πληθώρα ακουστικών ερεθισμάτων.

Κι αν στο παραπάνω, παρθενικό του εκφραστικό καταστάλαγμα δεν έδωσε για κάποιους επαρκή –ποιοτικά και ποσοτικά– δείγματα της ευρηματικότητας και της χρησιμότητας των εμπνεύσεών του, στην αμέσως επόμενη δισκογραφική του εμφάνιση μια διετία αργότερα, υπό το Steel Wound, θα το πράξει μεταδίδοντας έναν ισχυρό αντίκτυπο. Κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου άλμπουμ, ο Frost θα διαχειριστεί τις ιδέες του με ουσιαστική φειδώ και αξιοσημείωτα λεπτοσμιλεμένους ελιγμούς, γεγονός που θα αποδειχθεί προσοδοφόρο για το συνολικό αποτέλεσμα. Ένα οργανικό αποτέλεσμα «περιβαλλοντικής» μουσικής, βραδυφλεγές και δίχως έντονες εξάρσεις, που σφύζει από κενούς χώρους, τους οποίους o δημιουργός του παρεμβάλλει ανάμεσα στις γλυκόπιοτες/πικρόπιοτες (συγκινητικός, το δίχως άλλο, συνδυασμός) εκλύσεις κιθαριστικών αντηχήσεων και παραμορφώσεων. Υπεύθυνες για το ύφος του LP, είναι κατά κύριο λόγο οι αναφορές του Frost στη ροκ πραγματικότητα μετά την επίδραση των Talk Talk και Slint σε αυτή, στο απροσδιόριστα και αναιμικά τιτλοφορημένο post-rock. Σε παράλληλο χρόνο, ο προκείμενος ηχητικός σχεδιαστής (τον αποκαλείς και sound designer), θα ανατρέξει στις ημέρες που ο Brian Eno ετοίμαζε με κομψούς χειρισμούς και λιτότητα μέσων τις ambient κατασκευές του.

Διαβαίνοντας το κατώφλι του 2005, ο Frost μετοικίζει στο Ρέικιαβικ, ξέρετε στην πρωτεύουσα μιας ονειρεμένα ψυχρής χώρας, της Ισλανδίας, που από τα ’90s μας τροφοδότησε με χίλιες μύριες μουσικές αναμνήσεις. Ο γεωφυσικός ιστός αυτού του απόκοσμης ομορφιάς κράτους , που στο παρελθόν ώθησε αρκετούς καλλιτέχνες στην κατάθεση αριστουργημάτων, θα σταθεί ως εφαλτήριο στην προσπάθεια του Frost να ξετυλίξει ένα ιδιοσυγκρασιακό κουβάρι ηχοτοπίων. Μια προσπάθεια που εκκινεί ύστερα από μια διετία επί ισλανδικού εδάφους, με το δυστοπικό Theory Of Machines και μια μουσική γλώσσα περισσότερο αιχμηρή, ερεβώδη, πολυσήμαντη, ποικιλόμορφη, πολυσχιδή και ανοιχτή σε ερμηνείες. Με… συστατικά ηλεκτρονικής προέλευσης (beats, drones, βόμβοι, παραμορφωμένες συχνότητες, bleeps και παλλόμενες μελωδίες από synths), κιθαριστική τεχνοτροπία αλά post-rock όπως και no wave προσανατολισμών, με την επιρροή των Sonic Youth, των Swans (διόλου τυχαία τιτλοφορημένο κι ένα τρακ από εδώ ονόματι “We Love You Michael Gira”) και του… Fennesz να απλώνεται στα ογκώδη στρώματα από τα εφέ των πεταλιών, λυρικές σφήνες από έγχορδα και νεοκλασική μουσική αντίληψη, κρουστά με παγανιστικές βλέψεις, θραύσματα από επιτόπιες ηχογραφήσεις σε εξωτερικούς χώρους…

By The Throat

Η Γλώσσα των Μηχανών, λοιπόν, που αξιοποιεί ο Frost, και η οποία φαντάζει ψυχρή, στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με μια καθόλα ανθρώπινη διάλεκτο, προορισμένη για την ανάπλαση της ψυχοσύνθεσής μας. Κάτι τέτοιο, μου εντυπώνεται ακόμη πιο απτά και έντονα όταν έρχομαι σε επαφή με το αμέσως επόμενο τεχνούργημα του εδώ τιμώμενου προσώπου • το By The Throat που ξεμυτίζει δυο έτη μετά, σηματοδοτεί μια πορεία προς την επίτευξη της ψυχικής ανάτασης, παρά το εξτρεμιστικά νοσηρό του στίγμα. Η αρμονία στο θόρυβο και η οργάνωση στο χάος, είναι οι αποτυπώσεις που θέλουν τον Frost ως τον απόλυτο κυρίαρχο των δομών, των ενορχηστρώσεων και των κλιμακώσεων των εντάσεων στο δίσκο.

Σε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο οριακά μουσικά έργα των ’00s, ο εμπνευστής του χρησιμοποιεί ένα (μουσικό) λόγο γόνιμα πολυσύνθετο και άκρως αλληγορικό, με μεταφορές που δεν μένουν στα προφανή των τίτλων του άλμπουμ και των συνθέσεων αυτού. Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησε με το Theory Of Machines, προσδίδει ένα ευρύτερο νόημα, ένα επιπρόσθετο εκτόπισμα και περισσότερες προεκτάσεις στην Τέχνη του. Ο ειρμός του ακούγεται πια πιότερο εκφραστικός, συμπαγής, ογκώδης, συνεκτικός, πολυδαίδαλος, απολαυστικός… Από το εναρκτήριο “Killshot” μέχρι την έξοδο με το “Through The Mouth Of Your Eye”, αφουγκραζόμαστε ένα υλικό έτοιμο για να προκαλέσει κάθε μας αίσθηση και να εγείρει ερωτήσεις κι απορίες κάθε λογής, κάτι στο οποίο συνηγορεί καθοριστικά o υβριδικός χαρακτήρας καθενός εκ των έντεκα κομματιών. Τραχιές γραμμές από doom metal ατμόσφαιρα, μυσταγωγικές πομπές από κρουστά (gong, τύμπανα, καμπάνες…), υποβλητικά έγχορδα (harpsichord, dulcimer, προετοιμασμένο πιάνο, τσέλο, βιολί, βιόλα…) και πνευστά με μοντέρνα κλασική επίγευση (δες Krzysztov Penderecki, Jóhann Jóhannsson, Arvo Pärt…). Μαζί τους σε ένα τεταμένο ambient κλίμα, συνυπάρχουν, θρυμματισμένα beats και bleeps IDM (Aphex Twin είσαι εδώ;) αισθητικής, σκιαχτικό βιομηχανικό φόντο που παραπέμπει στους Coil, πηγαινοερχόμενοι ψηφιακοί βόμβοι, μπασοσυχνότητες που δένουν κόμπο το στομάχι, φωνές ανθρώπων και κραυγές των λύκων του εξωφύλλου…

«Και μετά τι;» θα αναρωτηθεί κανείς. Κι ο συνθέτης, πολυοργανίστας και παραγωγός Ben Frost, θα απαντήσει παραθέτοντας απλώς μια παραγωγικότητα που πηγαίνει αγκαζέ με την δημιουργικότητά του. Τη συνεργασία του με τον Tim Hecker (μέσω της παραγωγής στο σημαίνον Ravedeath, 1972 [2011] αυτού), εκείνη με τους Swans (αναπαράγοντας του ήχους της φωτιάς σε ένα κομμάτι του… The Seer [2012]), εκείνη με τον σαξοφωνίστα Colin Stetson (στην παραγωγή του τρίτου μέρους της συγκλονιστικής σειράς New History Warfare [2013]), εκείνη με τον Oren Ambarchi (για τις ανάγκες της ηχητικής υπόκρουσης του θεατρικού έργου Black Marrow [2013]), τρεις ακόμη αξιόλογες μουσικής πλαισιώσεις καλλιτεχνικών δρωμένων (για το δραματικό φιλμ Sleeping Beauty, για το πραγματευόμενο το μεταναστευτικό ζήτημα των Μεξικάνων ντοκιμαντέρ The Invisibles και για την χοροθεατρική παράσταση FAR).

Την πλέον ιδιαίτερη στιγμή, όμως, μετά την σαρωτική έλευση του By The Throat, θα σχηματοποιήσει το μινιμαλιστικό άλμπουμ Sólaris [2011] (εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία μυστηριώδους μελλοντολογίας του Tarkovksy), δηλαδή η δισκογραφημένη του σύμπραξη του Frost με τον Ισλανδό συνθέτη Daníel Bjarnason. Ένα φουτουριστικό ηχογράφημα από αργόσυρτα στιγμιότυπα, υπό το όραμα του οποίου οι εμμονές των δύο συνθετών τέμνονται. Τα εργαλεία διαμόρφωσης του οράματος αυτού, συγκεκριμένα: οι φειδωλές αναπτύξεις ενός προετοιμασμένου πιάνου από τον Bjarnason, οι κιθαριστικές απολήξεις του Frost και των πεταλιών του, οι ωδές της Συμφωνικής Ορχήστρας της Κρακοβίας και μια ψηφιακή επεξεργασία (ελέω pc λογισμικών) στα πρότυπα μιας αμπιεντίζουσας μοντέρνας κλασικής νοοτροπίας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πλάι στη διαδικασία «ύφανσης» του όλου έργου βρέθηκε ο Brian Eno, ο οποίος από το By The Throat κι έπειτα ανέπτυξε μια σχέση αλληλεπίδρασης με τoν Ben Frost, κατέχοντας μια θέση μέντορα απέναντι στη δράση του Ben. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Eno επεδίωκε εδώ και δεκαετίες η μουσική του να ακούγεται αλλιώτικη σε κάθε αναπαραγωγή της, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν αρκετά κοινά σημεία με τον Frost, αφού κι ο τελευταίος δείχνει να πλησιάζει πραγματικά κοντά σε ένα τέτοιο στόχο σε ό,τι αφορά τις δικές του ηχογραφήσεις…

Πάραυτα, ο Ben Frost νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορήσει και πάλι ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ εκτός ειδικών συνθηκών (συνεργασία, σάουντρακ, κλπ). Το A U R O R A, σκάει τούτη τη χρονιά ως μια γενναιόδωρη πράξη λατρείας του Frost για τους εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς και συνιστά ένα LP που δικαιώνει τις προσδοκίες των μέχρι τώρα υποστηρικτών του. Την ίδια στιγμή, ανανεώνει τη διάθεση του δημιουργού του για προτάσεις με σαφή προσωπική σφραγίδα, παραμερίζοντας αρκετά από τα αξιοποιηθέντα στο παρελθόν φυσικά όργανα (εγχορδά, πιάνο, κιθάρα) προς χάριν της ψηφιακής τεχνολογίας (του λάπτοτ, των συνθετητών, των ηλεκτρονικών εργαλείων) και τοποθετώντας καταπληκτικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τις πελώριες αναπτύξεις των κρουστών. Για την περάτωση αυτού του εγχειρήματος, ο Frost θα «ντύσει» συνοδοιπόρους τους Shahzad Ismaily (πολυοργανίστας και ενεργό μέλος της νεουρκέζικης ηχητικής πραγματικότητας), Greg Fox (ο πρώην ντράμερ των Liturgy) και Thor Harris (ο περκασιονίστας των Swans) και σύμφωνα με τις επιταγές της φιλοσοφίας του άλμπουμ, θα εγκατασταθεί μαζί τους για να το γράψει στους πρόποδες του ενεργού ηφαιστείου Nyiragongo στο ανατολικό άκρο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Στο… πλήρωμα, θα προστεθούν αρκετοί ακόμη που θα επωμιστούν από κοινού με τον Frost την παραγωγή, όπως οι Tim Hecker και Lawrence English (θα δώσουν κι επιπλέον βοήθειες στο στήσιμο των συνθέσεων με τα ηλεκτρονικά τους), ο Paul Corley, ο Valgeir Sigurðsson και ο Daniel Rejmer.

Στα 40 λεπτά του A U R O R A, ο 34χρονος, πια, συνθέτης και η παρέα του θα φροντίσουν να ξετυλίξουν τις εκφάνσεις ενός μυαλού που πηγαίνει με χίλια και ταυτόχρονα μπορεί να χωρέσει στις ίδιες σκέψεις πληθώρα αναζητήσεων. Φερ’ ειπείν, σμίγεις με τα “Nolan” και “A Single Point Of Building Light” και παρατηρείς καρποφόρες αναζητήσεις που ξεκινούν από στοιχειώδες τερέν θορύβου, για να εξαπλωθούν σε ένα υπέροχο κρεσέντο trance δεδομένων με άφρο μνήμες και ποπ (ναι ΠΟΠ) χροιά στη μελωδική τους ραχοκοκαλιά. Προχωρείς στις τυμπανοκρουσίες, τις ιαχές από τις καμπάνες και τις σπειροειδείς synth αρμονίες του “Venter” και βυθίζεσαι αβίαστα σε έναν μυστικισμό ανάλογο με εκείνον του Forest Swords. Στο “Secant” μεταφερόμαστε σε «περιοχές» όπου η μεταλλική υφή των θορύβων και το επίμονο σφυροκόπημα των κρουστών λειτουργούν σαν περίβλημα για την υφέρπουσα μελωδία που εξέρχεται από αυτό. Στα “No Sorrowing” και “Sola Fide”, το βιομηχανικό drone παραπέτασμα μπορεί να κάνει υπερήφανους μέχρι και τους Philip Jeck, Fennesz και Matmos.

Στη δεκαπενταετή περιπλάνησή του, ο Ben Frost ουδέποτε απευθύνθηκε σε μια δήθεν κάστα ελιτιστών. Αντιθέτως, επιθυμούσε και επιθυμεί να μεταδώσει το ελευθεριάζον όραμά του σε οποιονδήποτε αφήνει ορθάνοιχτα τα παραθύρια του νου και της ψυχής του, διατηρώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μας από τις αρχές της τρέχουσας χιλιετίας.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2014 στο mixtape.gr.

Nosferatu: H ανατριχιαστική αισθαντικότητα των Popol Vuh στο σινεμά του Herzog

Herzog

Εξετάζοντας τα έργα και τις ημέρες του Florian Fricke με τους Popol Vuh, το μυαλό προσανατολίζεται ασυναίσθητα και στη σημαίνουσα συνεισφορά αυτού στο κινηματογραφικό πεδίο. Κι η «κοσμική» ηχητική υπόκρουση που απέθεσε στα ζοφερά πλάνα του Werner Herzog στην επανερμηνεία της ταινίας Nosferatu, εξακολουθεί να μας διοχετεύει αγωνία και συγκίνηση τριανταέξι χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση. Και είναι πραγματικά ευχής έργον το γεγονός ότι, το εν λόγω σάουντρακ θα επανακυκλοφορήσει τον προσεχή Αύγουστο σε συσκευασία που θα περιέχει δύο βινύλια!

Μεταβαίνοντας στην αχανή δισκογραφική συγκομιδή του σπουδαίου Florian Fricke, έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με απύθμενης «κοσμικής» ψυχεδέλειας έργα υπό το πρότζεκτ αυτού Popol Vuh, στο οποίο θα συνδράμουν, ανάλογα με την περίσταση, κι αρκετοί ακόμη μουσικοί.

Μέσα από εικοσιδύο κυκλοφορημένες δουλειές, υπό την εν λόγω ονομασία που προήλθε κατευθείαν από την ομώνυμη βίβλο των Μάγια, ο Fricke παρουσίασε ενδελεχώς – με απαρχή το 1969 – μια ιδιοσυγκρασία που ενδιαφερόταν τόσο για τον σύγχρονο όσο και για τον αρχαίο κόσμο. Η εξελικτική πορεία των τεχνολογικών μέσων από τα ’50s κι έπειτα, εφοδίασε τον Γερμανό καλλιτέχνη με πληκτροφόρα όργανα (με το Moog III synthesizer να πρωτοστατεί) και μέσα παραγωγής/ηχογράφησης, τα οποία σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα μουσικά εργαλεία, μετουσίωσαν τις εμπνεύσεις του σε ηχητικό υλικό αναρίθμητων προεκτάσεων. Τα ταξίδια του στην Αφρική και την Μέση και Άπω Ανατολή, θα εμπλουτίσουν με περισσότερες «πνευματικές» παραστάσεις τα δημιουργήματά του.

Popol Vuh

Πέραν των «κανονικών» άλμπουμ, στον κατάλογο των Popol Vuh ανταμώνει κανείς με πέντε μουσικές «επενδύσεις» για το σινεμά. Όλες τους, για λογαριασμό της – βρίθουσας ιδεαλιστικών συγκρούσεων – κινηματογραφικής οπτικής του συμπατριώτη τους Werner Herzog. Διόλου τυχαίο, αν αναλογιστείς ότι ο ιθύνων νους των PV βρέθηκε στο καστ της παρθενικής ταινίας του Herzog, Lebenszeichen, πίσω στο 1968…

Έκτοτε, λοιπόν, θα αναζητήσουν ξανά σημεία τομής και θα συμπράξουν στα Aguirre: The Wrath Of God (1972), Heart Of Glass (1976), Nosferatu: The Vampyre (1979), Fitzcarraldo (1982) και Cobra Verde (1987). Κατά την άποψή μου, τουλάχιστον τα Aguirre και Nosferatu αποτελούν υποδειγματικές περιπτώσεις όπου ήχος και εικόνα αλληλεπιδρούν καθηλωτικά για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης. Εστιάζω, λοιπόν, στη δεύτερη από τις δύο αυτές επιτυχημένες οπτικοακουστικές συμπράξεις, αυτή που λαμβάνει χώρα στο Nosferatu, επιχειρώντας μια ανάλυσή της παρακάτω…

Βρισκόμαστε πάντοτε επί γερμανικού εδάφους, κι αφού προηγήθηκαν δέκα πλήρους διάρκειας άλμπουμ, οι Popol Vuh θα περιβάλλουν μυστικιστικά τα αργόσυρτα καρέ τρόμου του Nosferatu, την εκδοχή του Herzog – που εκδόθηκε το 1979 – για το πρωτότυπο βουβό φιλμ του ’22. Στις συνθέσεις του σάουντρακ, επισκέπτονται τις τελετουργίες κάθαρσης, τα στιγμιότυπα πνευματικής και ψυχικής περισυλλογής, που τόσο στιγμάτισαν την παρακαταθήκη τους. Στη διάρκεια αυτών, ο Fricke θα προσδώσει στις συχνότητες του moog του όπως και σε αυτές του πιάνου, ένα χαρακτήρα στοιχειού στον οποίο υπεισέρχεται μια υποβλητική θρησκευτικότητα. Ταυτόχρονα, θα λάβει την καθοριστική συμπαράσταση του Daniel Fichelscher σε ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα καθώς και σε κρουστά.

Στους συντελεστές, εντοπίζουμε και μια εκκλησιαστική χορωδία από το Μόναχο, καθώς και τους Robert Eliscu, Alois Gromer και Ted De Jong, οι οποίοι θα προσθέσουν εκστατικά μοτίβα σε όμποε, σιτάρ και ταμπουρά αντίστοιχα… Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, από τα δεκατέσσερα κομμάτια συμπεριελήφθησαν τελικά μόνο τα πέντε στην ταινία, δύο από τα οποία περιέχονται στo άλμπουμ του 1978 με τον τίτλο (που σε έκδοση του soundtrack θα βρείτε ως σημείωση) Brüder Des Schattens – Söhne Des Lichts (δες εδώ κι εδώ) που γράφτηκε γι’ αυτήν και ακόμη τρία από τα δέκα εκείνου με αρχειακό υλικό, που κυκλοφόρησε ως επίσημο score της ταινίας την ίδια χρονιά.

popol vuh

Ενόσω επί της οθόνης ο Bruno Ganz (στο ρόλο του άμοιρου υπαλλήλου κτηματομεσιτικού γραφείου, που αναλαμβάνει την παράδοση εγγράφων αγοραπωλησίας μιας οικείας στον Κόμη Δράκουλα) και ο Klaus Kinski (ενσαρκώνοντας έναν κόμη Δράκουλα με υπαρξιακές ανησυχίες) πρωταγωνιστούν σε ένα μπαράζ σκιαχτικών καταστάσεων (αιματοκύλισης, επιδημιών κλπ) το προκείμενο συγκρότημα παραθέτει ηχητικές πράξεις που επιζητούν τη λύτρωση μέσα από την εμμονική επανάληψη. Ένα σύνολο μουσικών θεμάτων που εναποθέτουν τη δυναμική τους στη σύζευξη ανατολίτικων, αφρικανικών, ινδιάνικων (προσεγγίζοντας την κουλτούρα των Μάγια) και δυτικών στοιχείων, και εκμεταλλευόμενα τη διαρκή υπογράμμιση των μελωδιών/θορύβων και των ρυθμών τους, κατορθώνουν να τρυπώσουν βαθιά στο νου. Φανταστείτε τους ηλεκτρονικούς αυτοσχεδιασμούς που ξεμύτισαν στο δεύτερο LP των PV In Der Gärten Pharaos, να διασταυρώνονται μυσταγωγικά με τις μετέπειτα ψυχεδελικές φολκ-ροκ (με new age σιγοντάρισμα) ιδιοκατασκευές τους, καθώς το σκοτάδι πέφτει πηχτό και μαύρο σαν πίσσα στα πλάνα του Herzog.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνηγορούν σε ένα ενιαίο και ομοιόμορφο αποτέλεσμα. Διακόπτω, όμως, εδώ τον μονόλογο και σας αφήνω να το απολαύσετε.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.