Ben Frost: Καθαρτικός λυρισμός μέσα στο θόρυβο

Theory Of Machines

Η ιδιόμορφη περίπτωση του Ben Frost μας απασχολεί ευχάριστα ήδη από την προηγούμενη δεκαετία και έχοντας εδραιώσει την παρουσία της στη ζωή μας, επικοινωνεί και πάλι μαζί μας μέσα από ένα νεοφερμένο άλμπουμ ονόματι A U R O R A.

Αντιμετωπίζοντας τον ήχο και τις συχνότητες αυτού ως εξαιρετικά εύπλαστες οντότητες, ο γεννημένος το 1980 στη Μελβούρνη Ben Frost, γυρίζει τα κουμπιά των πάσης φύσεως μηχανημάτων του από τις αρχές των ’00s και μας καθοδηγεί λυτρωτικά σε προορισμούς που τριβελίζουν ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αυτό που δύνασαι πρωτίστως να διαπιστώσεις έπειτα από μια προσεκτική επαφή με τα δημιουργήματα του Ben Frost, είναι η ευχέρεια με την οποία ο εν λόγω δημιουργός ανατρέπει τα σχέδιά σου που αφορούν την κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση των ακουσμάτων σου. Με απαρχή εκείνο το κατανυκτικό αντάμωμα κλασικής μουσικής, electronica (trip hop, ambient, glitch…) και Sigur Ros αγγίγματος, στο ντεμπούτο του που εξέδωσε ιδιοίς εξόδοις πίσω στο 2001, το EP Music For Sad Children (τι αρμοστός τίτλος!), ο Αυστραλός, ας μου επιτραπεί η έκφραση, προβοκάτορας του ήχου, μας τροφοδότησε με πληθώρα ακουστικών ερεθισμάτων.

Κι αν στο παραπάνω, παρθενικό του εκφραστικό καταστάλαγμα δεν έδωσε για κάποιους επαρκή –ποιοτικά και ποσοτικά– δείγματα της ευρηματικότητας και της χρησιμότητας των εμπνεύσεών του, στην αμέσως επόμενη δισκογραφική του εμφάνιση μια διετία αργότερα, υπό το Steel Wound, θα το πράξει μεταδίδοντας έναν ισχυρό αντίκτυπο. Κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου άλμπουμ, ο Frost θα διαχειριστεί τις ιδέες του με ουσιαστική φειδώ και αξιοσημείωτα λεπτοσμιλεμένους ελιγμούς, γεγονός που θα αποδειχθεί προσοδοφόρο για το συνολικό αποτέλεσμα. Ένα οργανικό αποτέλεσμα «περιβαλλοντικής» μουσικής, βραδυφλεγές και δίχως έντονες εξάρσεις, που σφύζει από κενούς χώρους, τους οποίους o δημιουργός του παρεμβάλλει ανάμεσα στις γλυκόπιοτες/πικρόπιοτες (συγκινητικός, το δίχως άλλο, συνδυασμός) εκλύσεις κιθαριστικών αντηχήσεων και παραμορφώσεων. Υπεύθυνες για το ύφος του LP, είναι κατά κύριο λόγο οι αναφορές του Frost στη ροκ πραγματικότητα μετά την επίδραση των Talk Talk και Slint σε αυτή, στο απροσδιόριστα και αναιμικά τιτλοφορημένο post-rock. Σε παράλληλο χρόνο, ο προκείμενος ηχητικός σχεδιαστής (τον αποκαλείς και sound designer), θα ανατρέξει στις ημέρες που ο Brian Eno ετοίμαζε με κομψούς χειρισμούς και λιτότητα μέσων τις ambient κατασκευές του.

Διαβαίνοντας το κατώφλι του 2005, ο Frost μετοικίζει στο Ρέικιαβικ, ξέρετε στην πρωτεύουσα μιας ονειρεμένα ψυχρής χώρας, της Ισλανδίας, που από τα ’90s μας τροφοδότησε με χίλιες μύριες μουσικές αναμνήσεις. Ο γεωφυσικός ιστός αυτού του απόκοσμης ομορφιάς κράτους , που στο παρελθόν ώθησε αρκετούς καλλιτέχνες στην κατάθεση αριστουργημάτων, θα σταθεί ως εφαλτήριο στην προσπάθεια του Frost να ξετυλίξει ένα ιδιοσυγκρασιακό κουβάρι ηχοτοπίων. Μια προσπάθεια που εκκινεί ύστερα από μια διετία επί ισλανδικού εδάφους, με το δυστοπικό Theory Of Machines και μια μουσική γλώσσα περισσότερο αιχμηρή, ερεβώδη, πολυσήμαντη, ποικιλόμορφη, πολυσχιδή και ανοιχτή σε ερμηνείες. Με… συστατικά ηλεκτρονικής προέλευσης (beats, drones, βόμβοι, παραμορφωμένες συχνότητες, bleeps και παλλόμενες μελωδίες από synths), κιθαριστική τεχνοτροπία αλά post-rock όπως και no wave προσανατολισμών, με την επιρροή των Sonic Youth, των Swans (διόλου τυχαία τιτλοφορημένο κι ένα τρακ από εδώ ονόματι “We Love You Michael Gira”) και του… Fennesz να απλώνεται στα ογκώδη στρώματα από τα εφέ των πεταλιών, λυρικές σφήνες από έγχορδα και νεοκλασική μουσική αντίληψη, κρουστά με παγανιστικές βλέψεις, θραύσματα από επιτόπιες ηχογραφήσεις σε εξωτερικούς χώρους…

By The Throat

Η Γλώσσα των Μηχανών, λοιπόν, που αξιοποιεί ο Frost, και η οποία φαντάζει ψυχρή, στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με μια καθόλα ανθρώπινη διάλεκτο, προορισμένη για την ανάπλαση της ψυχοσύνθεσής μας. Κάτι τέτοιο, μου εντυπώνεται ακόμη πιο απτά και έντονα όταν έρχομαι σε επαφή με το αμέσως επόμενο τεχνούργημα του εδώ τιμώμενου προσώπου • το By The Throat που ξεμυτίζει δυο έτη μετά, σηματοδοτεί μια πορεία προς την επίτευξη της ψυχικής ανάτασης, παρά το εξτρεμιστικά νοσηρό του στίγμα. Η αρμονία στο θόρυβο και η οργάνωση στο χάος, είναι οι αποτυπώσεις που θέλουν τον Frost ως τον απόλυτο κυρίαρχο των δομών, των ενορχηστρώσεων και των κλιμακώσεων των εντάσεων στο δίσκο.

Σε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο οριακά μουσικά έργα των ’00s, ο εμπνευστής του χρησιμοποιεί ένα (μουσικό) λόγο γόνιμα πολυσύνθετο και άκρως αλληγορικό, με μεταφορές που δεν μένουν στα προφανή των τίτλων του άλμπουμ και των συνθέσεων αυτού. Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησε με το Theory Of Machines, προσδίδει ένα ευρύτερο νόημα, ένα επιπρόσθετο εκτόπισμα και περισσότερες προεκτάσεις στην Τέχνη του. Ο ειρμός του ακούγεται πια πιότερο εκφραστικός, συμπαγής, ογκώδης, συνεκτικός, πολυδαίδαλος, απολαυστικός… Από το εναρκτήριο “Killshot” μέχρι την έξοδο με το “Through The Mouth Of Your Eye”, αφουγκραζόμαστε ένα υλικό έτοιμο για να προκαλέσει κάθε μας αίσθηση και να εγείρει ερωτήσεις κι απορίες κάθε λογής, κάτι στο οποίο συνηγορεί καθοριστικά o υβριδικός χαρακτήρας καθενός εκ των έντεκα κομματιών. Τραχιές γραμμές από doom metal ατμόσφαιρα, μυσταγωγικές πομπές από κρουστά (gong, τύμπανα, καμπάνες…), υποβλητικά έγχορδα (harpsichord, dulcimer, προετοιμασμένο πιάνο, τσέλο, βιολί, βιόλα…) και πνευστά με μοντέρνα κλασική επίγευση (δες Krzysztov Penderecki, Jóhann Jóhannsson, Arvo Pärt…). Μαζί τους σε ένα τεταμένο ambient κλίμα, συνυπάρχουν, θρυμματισμένα beats και bleeps IDM (Aphex Twin είσαι εδώ;) αισθητικής, σκιαχτικό βιομηχανικό φόντο που παραπέμπει στους Coil, πηγαινοερχόμενοι ψηφιακοί βόμβοι, μπασοσυχνότητες που δένουν κόμπο το στομάχι, φωνές ανθρώπων και κραυγές των λύκων του εξωφύλλου…

«Και μετά τι;» θα αναρωτηθεί κανείς. Κι ο συνθέτης, πολυοργανίστας και παραγωγός Ben Frost, θα απαντήσει παραθέτοντας απλώς μια παραγωγικότητα που πηγαίνει αγκαζέ με την δημιουργικότητά του. Τη συνεργασία του με τον Tim Hecker (μέσω της παραγωγής στο σημαίνον Ravedeath, 1972 [2011] αυτού), εκείνη με τους Swans (αναπαράγοντας του ήχους της φωτιάς σε ένα κομμάτι του… The Seer [2012]), εκείνη με τον σαξοφωνίστα Colin Stetson (στην παραγωγή του τρίτου μέρους της συγκλονιστικής σειράς New History Warfare [2013]), εκείνη με τον Oren Ambarchi (για τις ανάγκες της ηχητικής υπόκρουσης του θεατρικού έργου Black Marrow [2013]), τρεις ακόμη αξιόλογες μουσικής πλαισιώσεις καλλιτεχνικών δρωμένων (για το δραματικό φιλμ Sleeping Beauty, για το πραγματευόμενο το μεταναστευτικό ζήτημα των Μεξικάνων ντοκιμαντέρ The Invisibles και για την χοροθεατρική παράσταση FAR).

Την πλέον ιδιαίτερη στιγμή, όμως, μετά την σαρωτική έλευση του By The Throat, θα σχηματοποιήσει το μινιμαλιστικό άλμπουμ Sólaris [2011] (εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία μυστηριώδους μελλοντολογίας του Tarkovksy), δηλαδή η δισκογραφημένη του σύμπραξη του Frost με τον Ισλανδό συνθέτη Daníel Bjarnason. Ένα φουτουριστικό ηχογράφημα από αργόσυρτα στιγμιότυπα, υπό το όραμα του οποίου οι εμμονές των δύο συνθετών τέμνονται. Τα εργαλεία διαμόρφωσης του οράματος αυτού, συγκεκριμένα: οι φειδωλές αναπτύξεις ενός προετοιμασμένου πιάνου από τον Bjarnason, οι κιθαριστικές απολήξεις του Frost και των πεταλιών του, οι ωδές της Συμφωνικής Ορχήστρας της Κρακοβίας και μια ψηφιακή επεξεργασία (ελέω pc λογισμικών) στα πρότυπα μιας αμπιεντίζουσας μοντέρνας κλασικής νοοτροπίας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πλάι στη διαδικασία «ύφανσης» του όλου έργου βρέθηκε ο Brian Eno, ο οποίος από το By The Throat κι έπειτα ανέπτυξε μια σχέση αλληλεπίδρασης με τoν Ben Frost, κατέχοντας μια θέση μέντορα απέναντι στη δράση του Ben. Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Eno επεδίωκε εδώ και δεκαετίες η μουσική του να ακούγεται αλλιώτικη σε κάθε αναπαραγωγή της, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν αρκετά κοινά σημεία με τον Frost, αφού κι ο τελευταίος δείχνει να πλησιάζει πραγματικά κοντά σε ένα τέτοιο στόχο σε ό,τι αφορά τις δικές του ηχογραφήσεις…

Πάραυτα, ο Ben Frost νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορήσει και πάλι ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ εκτός ειδικών συνθηκών (συνεργασία, σάουντρακ, κλπ). Το A U R O R A, σκάει τούτη τη χρονιά ως μια γενναιόδωρη πράξη λατρείας του Frost για τους εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς και συνιστά ένα LP που δικαιώνει τις προσδοκίες των μέχρι τώρα υποστηρικτών του. Την ίδια στιγμή, ανανεώνει τη διάθεση του δημιουργού του για προτάσεις με σαφή προσωπική σφραγίδα, παραμερίζοντας αρκετά από τα αξιοποιηθέντα στο παρελθόν φυσικά όργανα (εγχορδά, πιάνο, κιθάρα) προς χάριν της ψηφιακής τεχνολογίας (του λάπτοτ, των συνθετητών, των ηλεκτρονικών εργαλείων) και τοποθετώντας καταπληκτικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τις πελώριες αναπτύξεις των κρουστών. Για την περάτωση αυτού του εγχειρήματος, ο Frost θα «ντύσει» συνοδοιπόρους τους Shahzad Ismaily (πολυοργανίστας και ενεργό μέλος της νεουρκέζικης ηχητικής πραγματικότητας), Greg Fox (ο πρώην ντράμερ των Liturgy) και Thor Harris (ο περκασιονίστας των Swans) και σύμφωνα με τις επιταγές της φιλοσοφίας του άλμπουμ, θα εγκατασταθεί μαζί τους για να το γράψει στους πρόποδες του ενεργού ηφαιστείου Nyiragongo στο ανατολικό άκρο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Στο… πλήρωμα, θα προστεθούν αρκετοί ακόμη που θα επωμιστούν από κοινού με τον Frost την παραγωγή, όπως οι Tim Hecker και Lawrence English (θα δώσουν κι επιπλέον βοήθειες στο στήσιμο των συνθέσεων με τα ηλεκτρονικά τους), ο Paul Corley, ο Valgeir Sigurðsson και ο Daniel Rejmer.

Στα 40 λεπτά του A U R O R A, ο 34χρονος, πια, συνθέτης και η παρέα του θα φροντίσουν να ξετυλίξουν τις εκφάνσεις ενός μυαλού που πηγαίνει με χίλια και ταυτόχρονα μπορεί να χωρέσει στις ίδιες σκέψεις πληθώρα αναζητήσεων. Φερ’ ειπείν, σμίγεις με τα “Nolan” και “A Single Point Of Building Light” και παρατηρείς καρποφόρες αναζητήσεις που ξεκινούν από στοιχειώδες τερέν θορύβου, για να εξαπλωθούν σε ένα υπέροχο κρεσέντο trance δεδομένων με άφρο μνήμες και ποπ (ναι ΠΟΠ) χροιά στη μελωδική τους ραχοκοκαλιά. Προχωρείς στις τυμπανοκρουσίες, τις ιαχές από τις καμπάνες και τις σπειροειδείς synth αρμονίες του “Venter” και βυθίζεσαι αβίαστα σε έναν μυστικισμό ανάλογο με εκείνον του Forest Swords. Στο “Secant” μεταφερόμαστε σε «περιοχές» όπου η μεταλλική υφή των θορύβων και το επίμονο σφυροκόπημα των κρουστών λειτουργούν σαν περίβλημα για την υφέρπουσα μελωδία που εξέρχεται από αυτό. Στα “No Sorrowing” και “Sola Fide”, το βιομηχανικό drone παραπέτασμα μπορεί να κάνει υπερήφανους μέχρι και τους Philip Jeck, Fennesz και Matmos.

Στη δεκαπενταετή περιπλάνησή του, ο Ben Frost ουδέποτε απευθύνθηκε σε μια δήθεν κάστα ελιτιστών. Αντιθέτως, επιθυμούσε και επιθυμεί να μεταδώσει το ελευθεριάζον όραμά του σε οποιονδήποτε αφήνει ορθάνοιχτα τα παραθύρια του νου και της ψυχής του, διατηρώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μας από τις αρχές της τρέχουσας χιλιετίας.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2014 στο mixtape.gr.

Advertisements

Nosferatu: H ανατριχιαστική αισθαντικότητα των Popol Vuh στο σινεμά του Herzog

Herzog

Εξετάζοντας τα έργα και τις ημέρες του Florian Fricke με τους Popol Vuh, το μυαλό προσανατολίζεται ασυναίσθητα και στη σημαίνουσα συνεισφορά αυτού στο κινηματογραφικό πεδίο. Κι η «κοσμική» ηχητική υπόκρουση που απέθεσε στα ζοφερά πλάνα του Werner Herzog στην επανερμηνεία της ταινίας Nosferatu, εξακολουθεί να μας διοχετεύει αγωνία και συγκίνηση τριανταέξι χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση. Και είναι πραγματικά ευχής έργον το γεγονός ότι, το εν λόγω σάουντρακ θα επανακυκλοφορήσει τον προσεχή Αύγουστο σε συσκευασία που θα περιέχει δύο βινύλια!

Μεταβαίνοντας στην αχανή δισκογραφική συγκομιδή του σπουδαίου Florian Fricke, έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με απύθμενης «κοσμικής» ψυχεδέλειας έργα υπό το πρότζεκτ αυτού Popol Vuh, στο οποίο θα συνδράμουν, ανάλογα με την περίσταση, κι αρκετοί ακόμη μουσικοί.

Μέσα από εικοσιδύο κυκλοφορημένες δουλειές, υπό την εν λόγω ονομασία που προήλθε κατευθείαν από την ομώνυμη βίβλο των Μάγια, ο Fricke παρουσίασε ενδελεχώς – με απαρχή το 1969 – μια ιδιοσυγκρασία που ενδιαφερόταν τόσο για τον σύγχρονο όσο και για τον αρχαίο κόσμο. Η εξελικτική πορεία των τεχνολογικών μέσων από τα ’50s κι έπειτα, εφοδίασε τον Γερμανό καλλιτέχνη με πληκτροφόρα όργανα (με το Moog III synthesizer να πρωτοστατεί) και μέσα παραγωγής/ηχογράφησης, τα οποία σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα μουσικά εργαλεία, μετουσίωσαν τις εμπνεύσεις του σε ηχητικό υλικό αναρίθμητων προεκτάσεων. Τα ταξίδια του στην Αφρική και την Μέση και Άπω Ανατολή, θα εμπλουτίσουν με περισσότερες «πνευματικές» παραστάσεις τα δημιουργήματά του.

Popol Vuh

Πέραν των «κανονικών» άλμπουμ, στον κατάλογο των Popol Vuh ανταμώνει κανείς με πέντε μουσικές «επενδύσεις» για το σινεμά. Όλες τους, για λογαριασμό της – βρίθουσας ιδεαλιστικών συγκρούσεων – κινηματογραφικής οπτικής του συμπατριώτη τους Werner Herzog. Διόλου τυχαίο, αν αναλογιστείς ότι ο ιθύνων νους των PV βρέθηκε στο καστ της παρθενικής ταινίας του Herzog, Lebenszeichen, πίσω στο 1968…

Έκτοτε, λοιπόν, θα αναζητήσουν ξανά σημεία τομής και θα συμπράξουν στα Aguirre: The Wrath Of God (1972), Heart Of Glass (1976), Nosferatu: The Vampyre (1979), Fitzcarraldo (1982) και Cobra Verde (1987). Κατά την άποψή μου, τουλάχιστον τα Aguirre και Nosferatu αποτελούν υποδειγματικές περιπτώσεις όπου ήχος και εικόνα αλληλεπιδρούν καθηλωτικά για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης. Εστιάζω, λοιπόν, στη δεύτερη από τις δύο αυτές επιτυχημένες οπτικοακουστικές συμπράξεις, αυτή που λαμβάνει χώρα στο Nosferatu, επιχειρώντας μια ανάλυσή της παρακάτω…

Βρισκόμαστε πάντοτε επί γερμανικού εδάφους, κι αφού προηγήθηκαν δέκα πλήρους διάρκειας άλμπουμ, οι Popol Vuh θα περιβάλλουν μυστικιστικά τα αργόσυρτα καρέ τρόμου του Nosferatu, την εκδοχή του Herzog – που εκδόθηκε το 1979 – για το πρωτότυπο βουβό φιλμ του ’22. Στις συνθέσεις του σάουντρακ, επισκέπτονται τις τελετουργίες κάθαρσης, τα στιγμιότυπα πνευματικής και ψυχικής περισυλλογής, που τόσο στιγμάτισαν την παρακαταθήκη τους. Στη διάρκεια αυτών, ο Fricke θα προσδώσει στις συχνότητες του moog του όπως και σε αυτές του πιάνου, ένα χαρακτήρα στοιχειού στον οποίο υπεισέρχεται μια υποβλητική θρησκευτικότητα. Ταυτόχρονα, θα λάβει την καθοριστική συμπαράσταση του Daniel Fichelscher σε ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα καθώς και σε κρουστά.

Στους συντελεστές, εντοπίζουμε και μια εκκλησιαστική χορωδία από το Μόναχο, καθώς και τους Robert Eliscu, Alois Gromer και Ted De Jong, οι οποίοι θα προσθέσουν εκστατικά μοτίβα σε όμποε, σιτάρ και ταμπουρά αντίστοιχα… Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, από τα δεκατέσσερα κομμάτια συμπεριελήφθησαν τελικά μόνο τα πέντε στην ταινία, δύο από τα οποία περιέχονται στo άλμπουμ του 1978 με τον τίτλο (που σε έκδοση του soundtrack θα βρείτε ως σημείωση) Brüder Des Schattens – Söhne Des Lichts (δες εδώ κι εδώ) που γράφτηκε γι’ αυτήν και ακόμη τρία από τα δέκα εκείνου με αρχειακό υλικό, που κυκλοφόρησε ως επίσημο score της ταινίας την ίδια χρονιά.

popol vuh

Ενόσω επί της οθόνης ο Bruno Ganz (στο ρόλο του άμοιρου υπαλλήλου κτηματομεσιτικού γραφείου, που αναλαμβάνει την παράδοση εγγράφων αγοραπωλησίας μιας οικείας στον Κόμη Δράκουλα) και ο Klaus Kinski (ενσαρκώνοντας έναν κόμη Δράκουλα με υπαρξιακές ανησυχίες) πρωταγωνιστούν σε ένα μπαράζ σκιαχτικών καταστάσεων (αιματοκύλισης, επιδημιών κλπ) το προκείμενο συγκρότημα παραθέτει ηχητικές πράξεις που επιζητούν τη λύτρωση μέσα από την εμμονική επανάληψη. Ένα σύνολο μουσικών θεμάτων που εναποθέτουν τη δυναμική τους στη σύζευξη ανατολίτικων, αφρικανικών, ινδιάνικων (προσεγγίζοντας την κουλτούρα των Μάγια) και δυτικών στοιχείων, και εκμεταλλευόμενα τη διαρκή υπογράμμιση των μελωδιών/θορύβων και των ρυθμών τους, κατορθώνουν να τρυπώσουν βαθιά στο νου. Φανταστείτε τους ηλεκτρονικούς αυτοσχεδιασμούς που ξεμύτισαν στο δεύτερο LP των PV In Der Gärten Pharaos, να διασταυρώνονται μυσταγωγικά με τις μετέπειτα ψυχεδελικές φολκ-ροκ (με new age σιγοντάρισμα) ιδιοκατασκευές τους, καθώς το σκοτάδι πέφτει πηχτό και μαύρο σαν πίσσα στα πλάνα του Herzog.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνηγορούν σε ένα ενιαίο και ομοιόμορφο αποτέλεσμα. Διακόπτω, όμως, εδώ τον μονόλογο και σας αφήνω να το απολαύσετε.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

Blade Runner: O ηλεκτρονικός λυρισμός του Vangelis στον κινηματογράφο

Blade Runner

Ο ηλεκτρονικός λυρισμός του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που αγκάλιασε μουσικά τα κατηφή κινηματογραφικά καρέ του Ridley Scott στο δεικτικό sci-fi σύμπαν του Blade Runner, εξακολουθεί να ηχεί συγκλονιστικά ιδιαίτερος τριάντα και πλέον χρόνια μετά. Τον ανακαλώ, με αφορμή την έναρξη των προετοιμασιών για το sequel της μνημειώδους αυτής ταινίας και με την ελπίδα να συνδράμει σε αυτό ξανά ο… Vangelis, με νέες ηλεκτρονικές βινιέτες εφάμιλλες εκείνων που αγαπήσαμε στο πρώτο μέρος του φιλμ.

Η απόπειρα διάκρισης ορισμένων εκ των αντιπροσωπευτικότερων στιγμών μιας πολυετούς και πολύκροτης σταδιοδρομίας, μπορεί μοιραία να αποβεί άκαρπη. Σε περίπτωση που εστιάσει κανείς στην αστείρευτη καλλιτεχνικά παρακαταθήκη του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ο δείκτης δυσκολίας σαφώς και αυξάνει. Έργα, δε, εφάμιλλα της ηχητικής επένδυσης των μελλοντολογικών σκηνών της -βασισμένης στο μυθιστόρημα Do Androids Dream Of Electric Sheep? του Philip K. Dick– μνημειώδους ταινίας Blade Runner, σπανίως παραλείπονται ως σημείο αναφοράς ακόμα κι όταν πέφτει στο τραπέζι μια γενικότερη συζήτηση περί φιλμικών σάουντρακ.

Η ιστορία γύρω απ’ το εγχείρημα είναι λίγο πολύ γνωστή, παρόλο που σπανίως μεταδίδεται εγχώρια από γενιά σε γενιά η αρμόζουσα προσοχή στην πορεία του Vangelis, αποκλειστικό όνομα με το οποίο κυκλοφορεί αδιάλειπτα ο εν λόγω συνθέτης και πολυοργανίστας στα καλλιτεχνικά λημέρια… Ο κινηματογραφιστής που προηγουμένως παρέδωσε εμφατικά τα διαπιστευτήριά του αποσπώντας διθυράμβους του Τύπου, παραληρηματικές αντιδράσεις του κοινού και εν τέλει Όσκαρ, Ridley Scott, επέλεξε να πλαισιώσει τις κινούμενες εικόνες τού φουτουριστικού του θρίλερ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1982, με την αρωγή του Παπαθανασίου. Αμφότερες οι πλευρές δικαιώνονται απ’ το αισθητικό αποτέλεσμα και τόσο το φιλμ όσο και το αυθεντικό score του- υποψήφιο για BAFTA και χρυσή σφαίρα- ξετυλίγουν με ευδαιμονία ένα κουβάρι χωροχρονικών περιπλανήσεων έως και τις μέρες μας. Η μουσική του κληρονομιά, ειδικότερα, κατατίθεται μέχρι προσφάτως με εντυπωσιακό τρόπο σε μουσικούς λογαριασμούς, όπως αυτοί των Symmetry και Kuedo.

Vangelis

Το σκηνικό που διαμορφώνει ο Παπαθανασίου είναι απολύτως συνυφασμένο με τις διαγαλαξιακές σκιαγραφήσεις του Scott. Τα πλούσια σε εκφραστικές οδούς θέματά του προσιδιάζουν σε τοπία, εσωτερικά κι εξωτερικά, γνώριμα μα ταυτοχρόνως ασυνήθιστα, γήινα και απόκοσμα, που ευθυγραμμίζουν τον πειραματισμό με την αμεσότητα. Στέκονται ακέραια στο μεταίχμιο δύο κόσμων· αυτού που διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με το «δοκιμασμένο» παρελθόν και εκείνου, ο οποίος ατενίζει το μέλλον όντας βαθιά στυλωμένος στο παρόν. Αρχής γενομένης απ’ τα κεντρικά μοτίβα των τίτλων και με σταθερή αφοσίωση κι αμείωτη προσήλωση, έως το “Tears In Rain” που θα απλώσει μελαγχολικές νότες σε ένα καμβά, στον οποίο θα δράσει επί της οθόνης ένα απ’ τα πλέον συγκινητικά και περισσότερο δυστοπικά φινάλε στα χρονικά της έβδομης τέχνης.

Η πηγαία φυσικότητα με την οποία ψηλαφίζει μουσικά κάθε μεταβολή σε μια τεχνολογικά κι επιστημονικά ματαιόδοξη κοινωνία σε αποσύνθεση, όπου οι διακρίσεις πληθαίνουν, τα χάσματα διευρύνονται, η καθημερινότητα υποκινείται μέσω απολυταρχικών πρακτικών, αφοπλίζει. Κι αρθρώνει μια συνθετική άποψη με διάχυτο ρομαντισμό, εγκλωβίζοντας ένα συμφωνικής χροιάς ηλεκτρονικό σύμπαν σε κομμάτια πολλαπλών αναγνώσεων και νοημάτων. Οι παραπομπές του απαντώνται σε προηγούμενες δουλειές του Βολιώτη δημιουργού, οι οποίες ακουμπούσαν αφενός στην πρώιμη καθώς και την ’70s electronica, και αφετέρου σε ένα μεταμοντέρνο περιβάλλον κλασικότροπης δομής. Με προεξέχουσες, λοιπόν, παραπομπές στη δική του αλληλουχία δίσκων Heaven and HellSpiralChariots Of Fire, καταθέτει ένα οικοδόμημα που θεμελιώνεται με αδιαμφισβήτητο πυλώνα τους πάσης φύσεως ήχους των συνθεσάιζερ και την περίπλοκη αξιοποίηση των εξελιγμένων δυνατοτήτων με τις οποίες εξόπλιζαν οι στουντιακές εγκαταστάσεις τούς ευρηματικούς παραγωγούς.

Σταχυολογώντας εκείνα τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν σε αυτό το OST να ορθώνει ανάστημα τρεις δεκαετίες και βάλε, προσκρούεις σε ένα περιπετειώδες μελωδικό αισθητήριο που κρύβει παράλληλα μια ευθύτητα και αυθορμητισμό. Οι ιδέες ακούγονται εύληπτες και συγχρόνως εξεζητημένες. Φερ’ ειπείν, στο συνταρακτικό ρυθμικό σφυροκόπημα του “Blade Runner (End Title)” που συγκεράζει μια μοντέρνα οπτική στην ηλεκτρονική γραφή με αναγεννησιακές new age ιαχές. Αλήστου μνήμης, τόσο η ασύλληπτη διατύπωση στο αισθαντικό μπλουζ του “Love Theme” με τα λυγμικά φυσήματα του Dick Morissey από σαξοφώνου, όσο και η δραματική ένταση που υποβόσκει στο “Wait For Me”, ώστε να τονίσει την παραδοξότητα στο ρομάντζο μεταξύ μιας ρεπλίκας-τεχνητού ανθρωποειδούς που προορίζεται για κάθε λογής εκμετάλλευση και ενός ανθρώπου-κυνηγού παραστρατημένων ρεπλικών, ρόλος θαυμάσια ενσαρκωμένος απ’ τον Harrison Ford.

Harisson Ford

Θύμησες συναισθηματικής παράλυσης θα τονίζονται εσαεί κι απ’ το “Blush Response”, με τις πλατιές γραμμές των υπερβατικών synths και τους πλαστικούς ρυθμούς, καθώς βιώνουμε μέρος του διαλόγου ανάμεσα στους ερωτοχτυπημένους. Το “Blade Runner Blues” δεσπόζει με επίκεντρο μια ambient πλατφόρμα για να στηθούν οι μπλουζ ιστορίες, τις οποίες “αφηγούνται” ξανά οι συνθετητές. Το σπαραξικάρδιο ρέκβιεμ (“Rachel’s Song”) στη ρεπλίκα Rachel, συγκροτείται από αιθέρια γυναικεία φωνητικά που δρουν σαν επιπρόσθετο όργανο πλάι στις σταλαγματιές των πλήκτρων. Όσο για την παράταιρη τζαζ/R&B στιγμή του “One More Kiss, Dear” (φωνή-Don Percival,στίχοι-Peter Skellern) και τις ανατολίτικες προθέσεις των “Tales Of The Future” (με το μικρόφωνο στον εκστασιασμένο Ντέμη Ρούσσο) και “Damask Rose”, θα λέγαμε πως βρίσκουν χώρο να σφηνώσουν στο υποσυνείδητο.

Η ενιαία αισθητική του άλμπουμ λειτουργεί ευφυώς και εκτός κινηματογραφικών συνθηκών. Σε κάθε περίσταση, είναι κομμάτι δύσκολο να συγκρατήσεις τις neo-noir αναπαραστάσεις του Ridley δίχως τις γενναιόδωρες σε μελωδική ευφορία βινιέτες του Vangelis (το ξανάπα!) και τούμπαλιν. Στις πιανιστικές μεσογειακές πνοές του “Memories Of Green”θα έπρεπε μια ανακουφιστική στροφή του σεναρίου, και ναι υπάρχει κι αυτή. Αντιστοίχως καθησυχαστικό γεγονός, αποτελεί αυτό που θέλει το σάουντρακ να φτάνει στις προθήκες των δισκοπωλείων 12(!) χρόνια μετά την έκδοση της ταινίας. Μετέπειτα, η επαυξημένες επανέκδόσεις του (σε τριπλό cd καθώς και σε βινύλιο 180gr audiophile ποιότητας), οι ανεπίσημες εκδοχές του, κι η επανεκτέλεση μερών του από άλλους, συνέβαλαν με τη σειρά τους στη συνολική αύρα.

Καθώς τριγυρνάς στα σοκάκια των ελληνικών πόλεων κατά το διάστημα στο οποίο οι σωροί των σκουπιδιών κάνουν επιβλητικά αισθητή την παρουσία τους και με τα ακουστικά να σε συνδέουν με τις οπτικοηχητικές αναμνήσεις του Blade Runner, διακόπτεις το βηματισμό σου και κοντοστέκεσαι εμβρόντητος μπροστά σε ένα ζοφερό τοπίο. Ο χρόνος θα φανερώσει αν είναι το σύγχρονο ανάλογο του φανταστικά μεταποιημένου Λος Άντζελες στα 2019, που στέγασε την πολιτεία-βαβέλ του Ridley Scott.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.