Eziak: No Place Land // Chalkida Calling

eziak
             [G.O.D. Records, 2015]

Διανύαμε, θυμάμαι, τον Οκτώβρη του 2012, όταν και πρωτοήρθα σε επαφή με τον εκφραστικό πλουραλισμό των Eziak. Αυτός ο πλουραλισμός καταγράφηκε στο παρθενικό τους πλήρους διάρκειας ηχογράφημα με τίτλο Nomads και διακρινόταν (και διακρίνεται ακόμη) για την ευστοχία του, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο την επιτυγχάνει. Κι είχαν παρέλθει δύο μόλις χρόνια από την ίδρυσή τους…

Μέσα από καθόλα οργανικές αναπτύξεις στις οποίες δεν παρεισέφρεε ανθρώπινη φωνή, το τριμελές σχήμα από τη Χαλκίδα εκδήλωνε τις προθέσεις του σε στέρεες βάσεις. Ο Βαγγέλης Βάρης (ντραμς, κρουστά, καλίμπα), ο Ξενοφώντας Αθανασίου (κιθάρες) και ο Νεκτάριος Μανάρας (κιθάρες, φλικόρνο, monome, πλήκτρα), με τη συμπόρευση του Στέλιου Ρωμαλιάδη (φλάουτο), του Δημήτρη Δημητριάδη (κοντραμπάσο, arco μπάσο) και του Στέφανου Μανάρα (ηλεκτρικό μπάσο), παρουσίασαν μια συγκομιδή λεπτοσμιλεμένων μοτίβων, που οικοδομούνταν μεθοδικά και αυτοσχεδιαστικά (παρά την ύπαρξη πλάνου). Σε ένα αισθητικό αποτέλεσμα, το οποίο έβριθε σε μυσταγωγία και που τελικά στάθηκε αταξινόμητο, διαπεραστικό και προορισμένο για αλλεπάλληλες ακροάσεις.

Υπήρχε (και υπάρχει), βλέπετε, ένα υπόβαθρο σε καταβολές και εργασία γύρω από τη σύνθεση, την εκτέλεση και την παραγωγή που έστρωνε το «δρόμο». Το προκείμενο τρίο δεν είχε απλώς εντρυφήσει στην οδό μέσα από την οποία διοχέτευαν οι αγαπημένοι του μουσικοί και τα συγκροτήματα τις συλλήψεις τους, αλλά κατόρθωσε να αναπτύξει τη δική του, ιδιόκτητη «γλώσσα». Ένα σύνολο ψυχεδελικών συντεταγμένων που εσωκλειόταν σε ηχητικά περιβάλλοντα (η ambient-rock φύση…), αξιοποιούσε την ελευθεριότητα της jazz, συντονιζόταν με την πρωτόλεια δίψα των krautrock (στα ’60s/’70s) συγκροτημάτων για πειραματισμό και ελίσσονταν σε προοδευτικά folk περάσματα. Σε κάθε περίσταση, προήγαγε το λυρισμό όσο λίγα ακροάματα στα ’10s.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, στο 2015, η «γλώσσα» των Eziak αποκτά μια πλατύτερη ευρύτητα, μιας και απλώνεται απτά σε τέτοιο βαθμό που δεν έχει νόημα πια να πασχίζεις να ενώσεις τις επιμέρους «κουκκίδες», ώστε να σχηματίσεις τη συνολική «εικόνα». Κι αυτό, διότι στο δεύτερο LP τους, No Place Land, ξεπροβάλλουν με έναν ηχητικό σχεδιασμό που τοποθετεί τη μορφολογία στην ίδια ευθεία με την αμεσότητα. Κοντολογίς, όσο πολυσυλλεκτικές και ανά στιγμές δαιδαλώδεις κι αν ακούγονται οι δομές τους, άλλο τόσο άμεσες είναι. Η όποια αφαιρετικότητα του παρελθόντος παραμερίζεται προς χάριν μιας περισσότερο προσανατολισμένης τεχνοτροπίας, που ενσωματώνει στοιχεία από διάφορα ιδιώματα για να ηχήσει τελικά ως ένα ιδιοσυγκρασιακό, ενιαίο, αδιαίρετο και «κατανοήσιμο» σώμα. Το εισπράττεις από το εναρκτήριο, κιόλας, κομμάτι, “Jiddu”, η γλυκόπικρη μελαγχολία στη μελωδία των πνευστών σφηνώνεται στο νου καθώς εκεί που αρχικά θαρρείς πως σε στέλνει στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα ειδικότερα, την επόμενη στιγμή νιώθεις πως σε μεταφέρει στη σκανδιναβική τζαζ πραγματικότητα ενός Arve Henriksen.

Είναι κι αυτές οι κιθάρες, που όπως και στο προαναφερθέν κομμάτι, έτσι και στην υπόλοιπη διάρκεια του δίσκου, κουδουνίζουν με τα ποικίλα εφέ τους σαν ένας πραγματικός ζωντανός οργανισμός που συνεχώς μεταβάλλει την ύπαρξή του… Οι αποχρώσεις τους ρυθμίζονται πότε σε δυτικά πρότυπα και πότε σε ανατολίτικα, παρέχοντας σε αυτές ευελιξία. Η οποία (ευελιξία τους), στέκεται επάξια δίπλα σε εκείνες της ρυθμικής βάσης (κρουστών και μπάσου), των πλουμιστά μελωδικών πνευστών, των λυρικών σφηνών του βιολιού, των διακριτικών ηλεκτρονικών παλμών και της περιστασιακά χρησιμοποιημένης ρομαντικής χροιάς του μεταλόφωνου. Το “The War Is Over!”, που συνιστά μια από τις πλέον αξιομνημόνευτες στιγμές, συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω αρετές σε εξίμισι λεπτά…

Περνώντας από το καθηλωτικό εντεκάλεπτο “Tymfi”, όπου η θέα από το ομώνυμο βουνό της Ηπείρου βρίσκει την αρμόζουσα ηχητική της υπόκρουση σε μια φανταστική συνομιλία των Hoelderlin και των Neu!, στην κατακλείδα ηπειρώτικων (όνομα και πράγμα εδώ) χαρακτηριστικών “Tzamala”, αναρωτιέμαι αν άφησαν τίποτα στην τύχη αυτοί οι τρεις οικοδεσπότες δημιουργοί και οι, επίσης, τρεις σπουδαίοι καλεσμένοι τους, ο Φίλιππος Γαρδέλης (Zenjungle) με το σαξόφωνό του, ο Αλέξανδρος Καρλής με το κοντραμπάσο του και ο Γιάννης Παπαδήμος με το βιολί του. Η απάντηση είναι ότι άφησαν αρχικά αδιαμόρφωτο το πεδίο των συναισθημάτων, για να το γεμίσει με τέτοια η χαρά της δημιουργίας, η οποία αποτελεί και το κυρίαρχο συστατικό αυτού του υπέροχου δίσκου…

———
8,5/10
———

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο progrocks.gr, παράλληλα με την κριτική του Νίκου Πάκου.

Κτίρια τη Νύχτα: Σαχτούρης // Υπερρεαλισμός ποίησης και μουσικής

Σαχτούρης
               [Tenant Records, 2015]

Σε μια αποτίμηση των όσων βιώσαμε στα ηχητικά τεκταινόμενα της ημεδαπής στο πρώτο μισό της τρέχουσας δεκαετίας (2010–2014), μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό μια αληθινά χαρακτηριστική περίπτωση δημιουργού · ο Κτίρια τη Νύχτα. Ένας καλλιτέχνης που μπορεί να ξεκίνησε στα ’00s σχεδιάζοντας και υλοποιώντας στιγμιότυπα ήχων δίχως (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) τη στήριξη των στίχων και των φθόγγων της ελληνικής –ή οποιασδήποτε άλλης– γλώσσας, μα την αμέσως επόμενη δεκαετία οικοδόμησε με προσήλωση, μεθοδικότητα, υπομονή και επιμονή, μια ιδιοσυγκρασιακή τραγουδοποιία. Μια συγκομιδή τραγουδιών, αν θέλετε, αστικής θεώρησης της πραγματικότητας, στην οποία οι φράσεις δεν απέρρεαν μονάχα από τη μουσική, αλλά και από τις φωνητικές ερμηνείες του εμπνευστή τους και τις λέξεις που αυτές παρείχαν.

Από την αφετηρία μιας τεχνοτροπίας αφαιρετικών διαθέσεων και αναπτύξεων, η οποία εσώκλειε καλαίσθητα σε ambient σκηνικό στοιχεία ηλεκτρονικών πειραματισμών από τα ’70s έως και τα ’00s, η οποία τεχνοτροπία αποτυπώθηκε στα δύο πρώτα πλήρους διάρκειας άλμπουμ του, κτίριο 707 (2007) και Loop Loop (2009), o Κτίρια τη Νύχτα μετέθεσε τις ανάγκες και τις αναζητήσεις του σε ένα ύφος συντεθειμένο από folktronica περιπλανήσεις ενός DIY τροβαδούρου της νέας χιλιετίας. Οι πάντοτε συνδεδεμένες με την καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων συλλήψεις του, ή καλύτερα με αυτή της Αθήνας όπου ο ίδιος διαμένει και δραστηροποιείται, έχοντας τον ανθρώπινο λόγο σε περίοπτη θέση ενδύονταν από τα ’10s με μουσικά θέματα από κιθάρες και διαφόρων ειδών ηλεκτρονικά εξαρτήματα, καθώς και με ποικίλα δείγματα από ιδιόκτητες επιτόπιες ηχογραφήσεις του εντός και εκτός κτιρίων. Η… «στροφή» στην οποία αναφέρομαι έπιασε ένα ζενίθ (ας ελπίσουμε να ναι προσωρινό) αποτελεσματικότητας στο άλμπουμ του ΩΕΜ και η λαίμαργη αγάπη, οι υποθέσεις του πέμπτου κόσμου (2010), με μελωδικότητα και εξαιρετικά εικονοπλαστικό στίγμα στους στίχους, για να επεκταθεί στις Σημειώσεις άλυτων θεμάτων (2011), και να επανεμφανιστεί με ένα πιο αυτοσχεδιαστικό «πρόσωπο» και περισσότερα ηλεκτρονικά ερείσματα στο LP Κενοί χώροι, το 2013.

Κι είμαστε πια στο 2015, με μια εκπεφρασμένη εμμονή του Κτίρια τη Νύχτα να βρίσκει τον κατάλληλο χώρο και χρόνο ούτως ώστε να δράσει. Ο λόγος για την αγάπη που εκδηλώνει από χρόνια ο προκείμενος πειραματιστής για το έργο του Μίλτου Σαχτούρη, παρουσιάζοντας ζωντανά (φερ’ ειπείν σε live του στην Knot Gallery) τη δική του άποψη επί των πονημάτων του σπουδαίου αποθανόντα ποιητή, μεταφέροντάς τα στο προσωπικό του ηχητικό «σύμπαν». Μια άποψη η οποία μετά από αρκετό μετέπειτα παίδεμα εξελίχθηκε και καταγράφεται στο φρεσκοκυκλοφορημένο και γλαφυρά τιτλοφορημένο άλμπουμ του, Σαχτούρης.

Σαχτούρης
[Το εξώφυλλο της συνολικής έκδοσης, στο οποίο εσωκλείεται το προηγηθέν]

Πρόκειται για  ένα άλμπουμ 22 συνθέσεων (με μέση διάρκεια  περίπου το ένα λεπτό) που αφορμώνται από ισάριθμα ποιήματα του Σαχτούρη και κατορθώνουν να ισοδυναμούν με γέφυρες που ενώνουν δύο κόσμους · αυτόν της ποίησης, που προβάλλει ως εφαλτήριο για τον παρόντα δίσκο και εκείνον της μουσικής ή καλύτερα του ηχητικού σχεδιασμού. Ο γλωσσικός υπερρεαλισμός του Σαχτούρη με τις αλλόκοτα απόκοσμες μα βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις του, φιλτράρεται από την οπτική και τις παραστάσεις του Κτίρια τη νύχτα και εκτίθεται όμορφα μέσα από μια οργανική λιτότητα, αφού για να περατωθεί το εγχείρημα αξιοποιούνται μονάχα ακουστικές και κλασικές κιθάρες, με ή δίχως εφέ από pedal και ηλεκτρονική επεξεργασία κλπ. Οι εικόνες από μια παράλληλη πραγματικότητα συναντούν την καθηλωτική τους αναπαράσταση σε ένα μουσικό καταστάλαγμα διάρκειας 23 λεπτών.

Το όραμα του Κτίρια τη νύχτα ακούγεται εκ του αποτελέσματος πραγματικά γόνιμο. Στην πραγμάτωση αυτού του οράματος συνέβαλλαν ο σεβασμός και η εξερευνητική βουλιμία σύμφωνα με τα οποία ο δημιουργός προσεγγίζει τα ποιήματα που αποτελούν θεμέλιο για τη δουλειά του, όπως και το γεγονός ότι οι εμπνεύσεις του μέχρι και σήμερα οδηγούνταν από μια ποιητικότητα, σουρεαλιστική ως επί το πλείστον. Στην πραγματικότητα, τα εν λόγω κείμενα με την σπασμωδική ροή τού δίνουν το έναυσμα για να αναπτύξει τις δικές του συνθετικές δεξιότητες, κι εντρυφώντας στο βάθος τους παράγει εν τέλει τραγούδια με… κολλητικές ιδιότητες, παρά την ανορθόδοξη φύση τους και την ανυπαρξία κουπλέ-ρεφρέν κλιμακώσεων. Ο εδώ καλλιτέχνης δεν προτάσσει απλώς ηχητικά σχήματα, ήτοι ψυχεδελικές φωνητικές τοποθετήσεις, συγχορδίες και riff, εξώκοσμα ηλεκτρονικά θραύσματα και βόμβους, ώστε να υποστηρίξει τις ήδη υπάρχουσες λέξεις, μα φτιάχνει με σπιτική φροντίδα, αυθορμητισμό και αυτοσχεδιαστική ροή, τραγουδοποιία ανοιχτών οριζόντων και αέναου «χασίματος». Μια ακουστική τραγουδοποιία που πηγαίνει πέρα από το υπαρκτό, το προφανές, το γνώριμο, το απτό, το γενικώς αποδεκτό, το σίγουρο… Μια καθόλα συναρπαστική μορφή εξιστορήσεων, με νοσταλγική (για κάτι… άφταστο ίσως) χροιά. Μια συνεκτική αλληλεπίδραση ήχων συγγενική προς την καθ’ ημάς μουσική παρακαταθήκη, των Στέρεο Νόβα, του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy), του Άγγελου Κυρίου, του Διονύση Σαββόπουλου, του Μάρκου Βαμβακάρη, της Λένας Πλάτωνος, του Μιχάλη Σιγανίδη…

Η αίσθηση του ονειρικού και του απόκοσμου, λοιπόν, που φέρουν οι ξεχωριστές φράσεις του Σαχτούρη, επιτείνεται από τις καίριες ενέργειες του Κτίρια τη Νύχτα. Λέξεις και νότες συντονίζονται με σκοπό να μεταδώσουν φανταστικές και μοναδικές ιστορίες για, ένα μαύρο πέπλο που τη μέρα το καίει ο ήλιος και το βράδυ το φεγγάρι το ματώνει (στο κομμάτι “Κερδίζω”), ένα παιδί που φωνάζει το όνομα κάποιου (του Σαχτούρη ή της περσόνας που επινόησε) μέσα στη νύχτα και μια κοπέλα που κοιμάται πλάι στα ερείπια, πλάι στα σπίτια που κάποιος (ο Σαχτούρης ξανά ή η… επινοημένη περσόνα) γκρέμισε, ένα κορίτσι που γυρεύει κάτι στο σκοτάδι της καρέκλας και γδύνεται γρήγορα καθώς νυχτώνει σε φθινοπωρινό σκηνικό (“Φθινόπωρο”), κάποιον που δεν έχει γράψει ποιήματα και καρφώνει μόνο σταυρούς σε μνήματα, μέσα από μια ζωή που κύλησε μέσα σε κρότους (“O στρατιώτης ποιητής”). Επίσης, οι αφηγήσεις σχετίζονται με ένα θηρίο με σιδερένια δόντια σε καταστάσεις φυγής (“Του θηρίου”), έναν απίστευτα τρελό λαγό (“O τρελός λαγός”),  έναν μαύρο κόκορα που γέλασε όταν του είπαν ότι θα τον σφάξουν (“O μαύρος κόκορας”), για μια Σοφία εν είδει χαλασμένης συσκευής που κάθεται σε ένα δέντρο με σπασμένα κλαδιά καθώς τα σύννεφα περνούν από μπροστά της (“Η Σοφία”)…

Κατά το παρελθόν υπήρξαν κι άλλοι δημιουργοί από τον ντόπιο μουσικό χώρο που μετέφεραν επιτυχημένα σε αυτόν τα ποιητικά πονήματα του Σαχτούρη, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μιχάλης Σιγανίδης, οι Lost Bodies, ο Vasra Dikon, η Μαρία Βουμβάκη, ο Ντίνος Σαδίκης. Πλάι σε όλους αυτούς προσθέστε οπωσδήποτε τον Κτίρια τη Νύχτα, με το άχρονο αυτό ηχητικό του κομψοτέχνημα…

———
8,5/10
———

|>| Στήσε αυτί |<|

Μαρία Λατσίνου: Μια Ανάσα Δρόμος // Τραγουδοποιία ποικίλων προεκτάσεων

Μαρία Λατσίνου
                 [Puzzlemusik, 2015]

Ορισμένες φορές, με ιντριγκάρει ιδιαιτέρως η προσπάθεια αποσυναρμολόγησης ενός μουσικού έργου, με σκοπό να καταλήξουμε στα εξέχοντα χαρακτηριστικά αυτού. Ορισμένες άλλες (φορές), απολαμβάνω τη διάθεση που δείχνουμε να αφήσουμε την επαφή μας με ένα τέτοιο (μουσικό έργο) να εξελιχθεί δίχως να έχουμε εντρυφήσει προηγουμένως στα μέρη που το ορίζουν, λογίζοντάς το μονάχα ως όλον.

Οι ακροάσεις του άλμπουμ της Μαρίας ΛατσίνουΜια Ανάσα Δρόμος, με ωθεί να ασπαστώ συγχρόνως και τις δύο παραπάνω «εκδοχές». Αφενός, διότι ο εν λόγω δίσκος διαθέτει μέρη που μπορούν να σταθούν αυτόφωτα, με τις λεπτομέρειές τους να ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί κερδίζοντας συχνά επικροτήσεις. Αφετέρου, γιατί το ηχητικό αποτέλεσμα που καταγράφεται σε σαρανταέξι λεπτά, δύναται να εκληφθεί ως ένα συνεκτικό, ρέον, κι ενιαίας αισθητικής και στόχευσης σύνολο.

Ο εν λόγω δίσκος φέρει την πρώτη προσωπική (με άμεση… συμπαράσταση) συγκομιδή τραγουδιών της προκείμενης ερμηνεύτριας, που οι περισσότεροι γνωρίζουν ως επί το πλείστον από τα εγχειρήματα των Live Project Band, σχήμα το οποίο πλαισίωνε (μιας και δεν υφίσταται πια) τον Socos στα ηχογραφήματα και τις συναυλίες του. Έπειτα από το τέλος των δραστηριότητων με το προαναφερθέν γκρουπ, η Λατσίνου τοποθετείται πίσω από το μικρόφωνο στο παρόν άλμπουμ, ενόσω αποτυπώνει στη διάρκεια αυτού και τη δική της οπτική στο πεδίο της ενορχήστρωσης. Κι αν για τις φωνητικές της αρετές μπορούμε να ανατρέξουμε και στα κομμάτια του Socos, καθώς και στις συμμετοχές της στις δουλειές του Χρήστου Στυλιανού (με επίκεντρο μοντερνά κλασική τεχνοτροπία), του V-Sag (μέσα από house φόρμες) και του Χρήστου Αλεξόπουλου (σε ένα πολυσυλλεκτικό «τερέν» μουσικότητας), για τις θέσεις της στην ενορχήστρωση δεν υφίσταται κάποιο προϋπάρχον έρεισμα.

Στο πλάι της Λατσίνου βρίσκουμε τον Χρήστο Αλεξόπουλο, στον οποίο πιστώνονται εξ ολοκλήρου οι συνθέσεις (κάποιες από τις οποίες προϋπήρχαν σε διαφορετική εκδοχή σε άλμπουμ του ίδιου του Αλεξόπουλου), η παραγωγή και τα πιανιστικά σημεία στο εν λόγω LP, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των στίχων. Η σύμπραξη αυτή, λαμβάνει χώρα σε δώδεκα κομμάτια που στην πλειονότητά τους εκφράζουν ένα δέσιμο, μια συμπαγή από κοινού δράση, μια γόνιμη αλληλεπίδραση. Μια αλληλεπίδραση που συντελείται σε ένα περιβάλλον -ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- υβριδικής δημιουργικής αντίληψης. Μιας αντίληψης, η οποία αφορμάται αρχικά (μονάχα) από τη δεκαετία του ’30 και τη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή τον Μεσοπόλεμο, για να επισκεφθεί ποικίλα ηχητικά ιδιώματα και λαογραφικά συστατικά, ούτως ώστε να μεταδώσει εν τέλει το στίγμα του «σήμερα», της εποχής που απλώνεται πια μπρος μας.

Από τη gypsy jazz, τα γαλλικά chanson, την cool jazz εξ Αμερικής, τα βαλς και εν γένει την αισθητική των καπνισμένων καμπαρέ, ο ειρμός της Λατσίνου, του Αλεξόπουλου και των υπολοίπων (με διόλου αμελητέο μερίδιο) συμμετεχόντων «μετοικίζει» σε διάφορες περιοχές της ροκ και της ποπ έκφρασης, περιδιαβαίνοντας και τη μουσική παρακαταθήκη της Μεσογείου, με την ελληνικότητα να βρίσκει ενίοτε χώρο δράσης. Η απαρχή οικοδόμησης των περιοχών αυτών, εντοπίζεται μεταγενέστερα χρονικά σε σχέση με εκείνες που ανέφερα πρωτύτερα (gypsy/cool jazz, κλπ), μα όλες τους επεκτείνονται μέχρι και τις μέρες μας, εξαιτίας μουσικών που επιδεικνύουν δεξιότητες στην ανάπλαση των παραστάσεων του παρελθόντος σε κάτι αληθινά σύγχρονο. Κάτι, το οποίο πράττουν κι οι εδώ μουσικοί σε φωνές, στίχους, πιάνο, μπάσο, ακορντεόν, κρητική λύρα, μεταλλόφωνο, βιμπράφωνο και ντραμς, με τον Αλεξόπουλο να εξακολουθεί να παρουσιάζει την εξερευνητική του διάθεση- που πρωτακούσαμε στις κιθαριστικές ποπ στιγμές των Common Sense του στα ’90s- μέσα από την αποτελεσματική συνύπαρξη εμπεριστατωμένων γνώσεων, σκληρής δουλειάς και υπομονετικής υλοποίησης των ιδεών του.

Με τη θεατρικότητα και το ρομαντισμό σε πρώτο πλάνο τόσο στις φωνητικές ερμηνείες της Λατσίνου, όσο και στις πομπές των οργάνων, η ευρύτητα στην νοοτροπία των συντελεστών του δίσκου, την οποία σημείωσα προηγουμένως, πριμοδοτεί την καθεμία από τις συνθέσεις που τον απαρτίζουν με μια αλλιώτικη χροιά. Για την ευάερα μπαλαντοειδή midtempo αλληλουχία “Θα Είμαι Εκεί” – “Χαμένη Γενιά” υπάρχει η συναισθηματική εξωστρέφεια και οι ρυθμικές «φιτιλιές» της ακολουθίας  “(Αν δεν σ’ αρέσει το) Κρασί” – “O Θίασος Κοιμάται”. Για τη διαμπερή και ευέλικτη ενορχηστρωτική λογική των εξαιρετικών “Θα Μάγευα Λουλούδια”, “Σπασμένο Γυαλί” και “Ο Χρόνος Μου Τελειώνει”, υφίσταται η καθαρτική ψυχεδέλεια της κορυφογραμμής του LP “Έκαψες Το Μάρτη Σου” – “Τα Λέμε Αύριο”. Η πρώτη εξ αυτών των συνθέσεων της… κορυφογραμμής προσεγγίζει την καθ’ ημάς Ανατολή μέσα από progressive rock οδό, ενώ η δεύτερη περνάει από την οδό αυτή για να μας στείλει ακόμη και σε kraut μνήμες.

Στο Μια Ανάσα Δρόμος σχηματοποιήθηκε ένα ηχητικό αποτέλεσμα που ακούγεται πιο μεστό και καίριο όταν οι τοποθετήσεις της φωνής της Λατσίνου και οι οργανικές αναπτύξεις δεν «παίζουν» με τις κλίμακες καθώς αποτυπώνονται με ευθύτητα και αμεσότητα. Ένα πραγματικά ενδιαφέρον μουσικό στιγμιότυπο, στο οποίο καθημερινές εμπειρίες και προβληματισμοί (λ.χ. για μια… “Χαμένη Γενιά”) συγχωνεύονται καλαίσθητα.

———
7,5/10
———

|>| Στήσε αυτί |<|