Interstellar Overdrive: 15 χρόνια μετά το καθηλωτικό φερώνυμο ντεμπούτο τους

pegasus records

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την κυκλοφορία τού υπέροχου ντεμπούτου του αθηναϊκού σχήματος Interstellar Overdrive, κι η Δισκοπάθεια ανασύρει τους λόγους που το συγκεκριμένο ηχογράφημα παραμένει ανέγγιχτο από το διάβα του χρόνου.

Αναζητάτε ένα μουσικό άλμπουμ με το οποίο θα κολλήσετε και μονομιάς θα ξεχάσετε τη γνωστή συνήθεια που σας στέλνει στην κατηγοριοποίηση και κατάταξη των ακουσμάτων σας; Αν η απάντησή σας είναι θετική, τότε το παρθενικό ηχογράφημα των Interstellar Overdrive που φέρει το όνομα τους, θα σας κατατοπίσει αναλόγως. Από τα πρώτα του κιόλας λεπτά θα αντικρίσετε τον εαυτό σας να εντυπωσιάζεται από το ευρύ υφολογικό υπόβαθρο αυτού. Και θα προσμετρήσετε κι άλλες εκπλήξεις μέχρι τον επίλογο του δίσκου, οκτώ κομμάτια μετά. Κι εκείνο το υπέροχο εικαστικό του μέρος (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο κλπ) δια χειρός Στέφανου Ρόκου (στα πρώτα του βήματα επί του καμβά…), παραμένει μέχρι και σήμερα ως ένα από τα πλέον ιδιαίτερα στην εγχώρια δισκογραφική σοδειά. Όπως και να έχει, το ομότιτλο άλμπουμ του αθηναϊκού σχήματος άνοιξε ένα δίαυλο επικοινωνίας με τους ακροατές, ο οποίος δεν έχει κλείσει (ευτυχώς!) από το 2000 που αυτό εκδόθηκε -από την Pegasus Records– έως και σήμερα.

Τελευταίο σημείο δισκογραφικής ζωής για τους Interstellar Overdrive, δόθηκε με το καταπληκτικό Hibernation πίσω στο 2008. Μέσα στο προαναφερθέν, οι ίδιοι κατέθεσαν την πιο ομοιογενή ευρύτητα στον ήχο τους μέχρι και σήμερα. Από την αυγή των zeroes, εντούτοις, είχαν ήδη παραδώσει ουσιώδη και ιδιαίτερα δείγματα καλλιτεχνικής ευστροφίας, επιχειρώντας το αντάμωμα ετερόκλητων ηχητικών συντεταγμένων. Τοποθέτησαν μανιασμένο progressive rock πλάι σε ανατολίτικα ηχοχρώματα goth υφής, ωδές ενός βιολιού γεμάτου από ευδαιμονία να ντύνουν κιθαριστικά ξεσπάσματα που πλαισιώνονται από ευάλωτες φωνητικές αρμονίες, οι οποίες με τη σειρά τους ακουμπούσαν σε μεσαιωνικά προσκείμενες προσεγγίσεις κλασικής και φολκ μουσικής τεχνοτροπίας. Μερικοί δικαίως θα μιλήσουν και για κιθάρες και μπάσο που κρατούν απ’ το μελανόμορφο indie rock των ’80s τόσο της βρετανικής όσο και της εξεγερμένης αμερικανικής γενιάς.

interstellar overdrive

Η «προσεδάφιση» στα τοπία των Interstellar Overdrive γίνεται καταλυτικά με τον καθαρτήριο μελοδραματισμό του εναρκτήριου “In The Cycle”. Μέσα του σμίγεις με την αιθέρια χροιά της Άρτεμις Μπόγρη, που σε καθένα απ’ τα τραγούδια του δίσκου διατρέχει τις μελωδίες με μια λυτρωτικά νοσταλγική πνοή. Σαν ο ερχομός του «αύριο» να μην την απασχολεί και να δίνεται ολοκληρωτικά στο «τώρα» κι ούτε καν στο «σήμερα». Παρακάτω, η περιστασιακή σύμπραξη της Πέπης Κοσμά των Weaver’s Daze, η οποία ξεσπά όπου κι όποτε πρέπει στο “Flattered”, παραδίδει υπέροχες πινελιές στο φροντισμένο κομψοτέχνημα του συγκροτήματος. Στο εν λόγω τραγούδι οι εμβατηριακές πομπές βιολιού και κρουστών συνοδεύονται από κιθαριστικές πρακτικές που απορρέουν από την κοιτίδα των Sonic Youth και Smashing Pumpkins.

Το πενταμελές σύνολο αψηφά φόρμες, συμβάσεις και λοιπές συνταγές, παρακινούμενο από μια συνθετική αντίληψη που ναι μεν αποτελεί στην πλειονότητά της αυτοσχεδιαστική, αλλά δεν καταλήγει να προβάλει ηθελημένα εξεζητημένη. Με επιστέγασμα κομμάτια που δεν στερούνται χαρακτηριστικών και κολλητικών στιγμών. Τέτοιες στιγμές, σχηματίζουν οι παραληρηματικές δοξαριές του βιολιού και τα σόλο των κιθάρων στο “Hide Your Love”, το συμπαγές κιθαριστικό άρπισμα εν μέσω παραμόρφωσης του “Shade”, ο υπέροχος mid-tempo βηματισμός (“Its Golden Light”) με οδηγό το ιδιόμορφο φαλτσέτο του Δημήτρη Ιωάννου εκ των στυλοβατών της εγχώριας ανεξάρτητης ροκ πραγματικότητας Bokomolech. Από κοντά κι η μελωδική heavy rock έκρηξη του “Derelict” με ανδρόγυνη διφωνία, καθώς και ο αισθαντικός κλοιός του “And I Weep”, που φρονείς πως εσωκλείει κάτι το «θρησκευτικό» με τις υψίφωνες ωδές της Μπόγρη. Ενώ, μοναδική χλιαρή και αχρείαστη προσθήκη φαίνεται να αποτελεί το σκληροτράχηλο “I Won’t Follow”.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση και ευκαιρία, οφείλει κανείς να προσέξει τον καθένα απ’ τους κρίκους αυτής της θεσπέσια σφυρηλατημένης αλυσίδας. Από το δίδυμο Ορέστη ΚαραμανλήΆρη Οικονόμου που «σήκωσε μανίκια» αναλαμβάνοντας ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, μέχρι το ιδιαιτέρως συνεκτικό αποτέλεσμα της σύμπνοιας Γρηγόρη Κοκκόνου (κρουστά) και Άρη Εφραιμίδη (μπάσο). Απαραίτητος συνοδοιπόρος κι ο Ντίνος Μπουραντάς, που από τις χορδές του βιολιού του παρέθεσε υπέροχους μελωδικούς προσανατολισμούς. Εσύ θα μείνεις απ’ έξω;

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

Flud: Το πολυδιάστατο ντεμπούτο των ξεχωριστών This Fluid

Flud

Φέτος συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τότε που «πάτησαν» το κουμπί της εκκίνησης οι Αθηναίοι This Fluid. Με αφορμή αυτή την… επέτειο, η Δισκοπάθεια θυμάται το συναρπαστικότερο μέχρι και σήμερα άλμπουμ αυτής της ξεχωριστής παρέας. Το ντεμπούτο LP τους, Flud, που κυκλοφόρησε το 1997.

Κάθε που γυρίζεις σελίδα σελίδα το παραγνωρισμένο μουσικό παρελθόν της ημεδαπής, εντυπωσιάζεσαι με την πληθώρα των ηχογραφημάτων που θα έπρεπε να κοσμούν οποιαδήποτε ορθώς «ενημερωμένη» δισκοθήκη. Καρφώνοντας βλέμμα και προσοχή στο 1997, διασταυρώνεσαι με το δισκογραφικό ποδαρικό των καλλιτεχνικά ανήσυχων This Fluid. Ενός σχήματος που διάλεξε από την εκκίνηση των δραστηριοτήτων του, κιόλας, να διαβεί ηχητικά κατώφλια που απαιτούν μια ανοιχτόμυαλη και προοδευτική (με την ευρεία έννοια) θεώρηση περί του ύφους, της τεχνοτροπίας εν γένει και των μέσων παραγωγής στη μουσική.

Τούτο το τρίο συγκροτήθηκε αρχικά (για να αλλάξει σύσταση στα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα) από τους αδερφούς Σπύρο (στίχοι, φωνητικά, κιθάρα, e-bow, μπάσο, sequencer, sampler, προσομοιωτής συνθεσάιζερ) και Μάκη Φάρο (φωνητικά, συνθεσάιζερ, διάφορα πληκτροφόρα, sequencer, κρουστά, μαγνητοταινίες, sampler, pc) και την Άννα Μαράτου (φωνητικά, διάφορα πληκτροφόρα, τσέλο, μπεντίρ). Οι δύο πρώτοι διετέλεσαν προηγουμένως μέλη διαφόρων συνόλων, όπως αυτά των Headleaders, Yell-O-Yell, Rehearsed Dreams, Spider’s Web και Melting Ashes, συμβάλλοντας πρωτίστως σε σκοτεινές μετά-πανκ υφάνσεις. Εκείνη, δε, η ομιχλώδης (παρ)αίσθηση του παρελθόντος τους, θα τους ακολουθήσει και στο όραμα των This Fluid, μα θα αναπτυχθεί σε ένα υβριδικό «τερέν». Στο οποίο («τερέν») η ενορχήστρωση αποτελεί ίσης σημασίας θέμα με την ίδια τη σύνθεση, με τα διάφορα φυσικά όργανα να συμπράττουν με αμιγώς ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Σε αυτό συνηγορούν και οι «καλεσμένοι» μουσικοί, Κώστας Τυριτζής (ούτι, μαντολίνο), Μαρία Μαράτου (τζέμπε), Αντώνης Μαράτος (μπεντίρ, τζέμπε, κρουστά), Πολύτιμη Φάρου (φωνητικά), Βίκη Μπέτσου (φωνητικά), Nataly Dannenberg (φωνητικά).

Ένα όραμα που πρωτοεμφανίστηκε στο πολύμορφο, αυτοφυές και δύσκολα προσδιοριζόμενο υλικό του ντεμπούτου LP τους, Flud, που κυκλοφόρησε η Hitch Hyke Records. Μια αλληλουχία στιγμιοτύπων που αξιώνει επανειλημμένες ακροάσεις από το δέκτη για να προσεγγιστεί το βάθος της, αναζητά επαρκές πεδίο για να ενεργήσει, απλώνει μια υποβόσκουσα ένταση και την αφήνει ως τέτοια μέχρι τέλους. Δίνει την εντύπωση ενός γκρίζου, ερμητικού, απροσπέλαστου και ημιφωταγωγημένου μέρους, που αποκρύπτει επιμελώς αφθονία λεπτομερειών και αποκαλύπτει μονάχα τα προφανή. Αποτελεί, συγχρόνως, ένα από τα έργα που μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αυθύπαρκτης ουσίας του. Ακόμη κι αν, σε μερικές περιστάσεις, οι επιρροές των εμπνευστών του (έργου) μας κατευθύνουν σαν πυξίδα στην ανάλυσή του.

Τρεις παράγραφοι και εξακολουθώ να διστάζω στα του ξεδιπλώματος του στυλ του προκείμενου αθηναϊκού γκρουπ. Το επιχειρώ, λοιπόν… H Ήπειρος, η Κρήτη, και εν γένει οι νησιωτικές ηχητικές μας μνήμες μπλέκονται με εκείνες της ιαπωνικής, κέλτικης και αφρικανικής κουλτούρας, καθώς εσωκλείονται ιδιόμορφα και αποτελεσματικά στο Flud. Πλάι τους, σμίγει κανείς με μια δομική αντίληψη που ξεκινά από την αυτοσχεδιαστική (ηλεκτρονική και μη) φύση της γερμανικής (kraut) παρακαταθήκης των ’70s, έχοντας πρώτα αντλήσει ιδέες από την ηλεκτρακουστική μουσική, περνάει στις πειραματικές εξελίξεις των (βρετανικών κλπ) new wave ημερών (βλέπε κι αυτές της 4AD) και φτάνει μέχρι την ψηφιακή electronica των ’90s.

Flud

Από την εναρκτήρια τριάδα των “EON”, “Dreams ‘n’ Roll” και “Fairy Tales”, οι This Fluid αναγκάζουν το δέκτη να ανασηκώσει φρύδια και να θυμηθεί την κλειστοφοβική αύρα των Tuxedomoon του Desire και τις ιδιόμορφες tribal τελετουργίες των Talking Heads εποχής Fear Of Music. Το ασφυκτικό περιβάλλον του “Elli’s Cage” σκάει ως μια ακόμη τρανή τεκμηρίωση. «Προσκρούεις», επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις τύπου “Walls (Of Your Room)” και αντιλαμβάνεσαι πως έχουν εντρυφήσει στην αστείρευτη πηγή  της γηγενούς παράδοσης.

Οι This Fluid διαθέτουν και εξωτερικεύουν μια εκφραστική ευρύτητα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην αφομοίωση των όσων τους έχουν καθοδηγήσει και εκείνων που οι ίδιοι επιθυμούν να προτείνουν. Ακούγονται ουσιώδεις, συνειδητοποιημένοι, ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εμπνεύσεών τους, διαχειρίζονται χωρίς την παρουσία άγχους την πολυπλοκότητα της όποιας φόρμας τους. Και λέω όποιας, διότι στο Flud δεν υφίσταται προδιαγεγραμμένη τροχιά, η λέξη πεπατημένη δεν έχει κανένα αντίκρισμα εδώ και οι ταξινομήσεις καταρρέουν η μία μετά την άλλη.

Εισπνέεις, εκπνέεις και γεύεσαι ανενδοίαστα μια αισθαντική πλοκή σαν αυτή του “Chink”, να παραδίδει τις ambient pop εκτάσεις του στις όλο σκέρτσο φωνητικές παρεμβολές της Μαράτου. Απαράμιλλης αισθητικής και η αναμόρφωση του δημοτικού “Πάνω Σε Τρίκορφο Βουνό”, που συντίθεται από ηπειρώτικους φωνητικούς ακροβατισμούς, τζαζ ρυθμολογία και μελωδική πρέζα που συναγωνίζεται τις αργόσυρτες επενδύσεις του Badalamenti στο Twin Peaks. Από τo δημοτικό μας τραγούδι, επίσης, «κρατούν» τόσο τα πνευστά όσο και το τέμπο του “Deep Sky Blue ”.

Σε ανύποπτο χρόνο συναντάς  και το “Sha La La”, που υποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε το όνομα του γκρουπ· το πρώτο συνθετικό κατευθύνει στον τίτλο του εξτρεμιστικού μετά-πανκ συγκροτήματος των This Heat. Ακολουθούν, το τοποθετημένο σε αισθαντικό David Sylvian σκηνικό “Spirit”, με έγχορδα που βρίθουν ελληνικότητας και η art pop του “Powder”, η οποία υπογραμμίζει έναν αφοπλιστικό μινιμαλισμό που παραπέμπει στον αντίστοιχο της Laurie Anderson.

Αναζητούμε συχνά τους λόγους που επισφραγίζουν την αξία ενός μουσικού έργου. Εν προκειμένω, όμως, δεν χρειάζεται παρά να αφεθούμε έως ότου παρέλθουν οι ακροάσεις και μας βρει η ίδια η αξία, αγέρωχη και με αυτοπεποίθηση που δεν εξασθένησε δεκαοκτώ έτη μετά.

|>| Στήσε αυτί |<|

ή εναλλακτικά το ακούς ολόκληρο εδώ

*Μια έκδοση του κειμένου δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

Silver Apples: Τελετουργίες electro-rock ψυχεδέλειας

Silver Apples

Βυθισμένοι μονίμως σε μια ψυχεδελική δίνη, οι Silver Apples έσπειραν παραισθητικές συχνότητες και θέρισαν τους καρπούς αυτών στην ηχητική έκβαση του ντεμπούτου άλμπουμ τους, που αποτελεί θεμέλιο electro-rock λίθο μέχρι και σήμερα. Η Δισκοπάθεια θυμάται αυτό τους το… ανδραγάθημα, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του περκασιονίστα και 1/2 του εν λόγω σχήματος, Danny Taylor.

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και ένα παραληρηματικό ντουέτο από το «Μεγάλο Μήλο» βάλθηκε να επεκτείνει τις αρετές του ηλεκτρονικού ήχου. Οι Simeon Oliver Coxe III (ή απλά Simeon) και Danny Taylor πάτησαν γκάζι από τη γραμμή εκκίνησης του 1967, για να εκθέσουν ανεμπόδιστα φουριόζοι το πρώτο τους ολοκληρωμένο όραμα με τον ομώνυμο τους δίσκο την αμέσως επόμενη χρονιά, υιοθετώντας το προσωνύμιο Silver Apples κατευθείαν από το ποίημα The Song Of The Wandering Aengus του William Butler Yeats. Κι αν εκείνη την περίοδο δεν στάθηκε δυνατό να διακριθεί το επιδραστικό αποτύπωμά τους στη μουσική ιστορία, οι δεκαετίες που θα κατέφθαναν θα το αναδείκνυαν εμφατικά.

Silver Apples

Για καλή μας τύχη, στα έτη που ακολούθησαν εκδηλώθηκαν μουσικές τάσεις που εμπλέκονταν με τη δραστηριότητα του εν λόγω νεοϋορκέζικου σχήματος. Βλέπετε, ο χειμαρρώδης συγκερασμός εκστατικού ροκ και ηλεκτρονικών πειραματισμών στον οποίο επιδιδόταν αυτό, διοχετεύτηκε σε ποικίλα ιδιώματα και δικαιώθηκε για το ουσιαστικό του βάθος και το λειτουργικό εύρος του. Επόμενο ήταν, το ντεμπούτο τούτων των Αμερικανών (μετεξέλιξη του οποίου αποτέλεσε το δεύτερο LP τους Contact, ένα χρόνο μετά) να χαρακτηριστεί προπομπός του krautrock και την ίδια στιγμή να φιγουράρει σε λίστες με τα αξιοπρόσεκτα proto-punk άλμπουμ. Η παρακαταθήκη τους εντοπίζεται στο έργο πολλών και ετερόκλητων καλλιτεχνών και συνόλων, με τα ονόματα των Suicide, Flaming Lips, Animal Collective, Merzbow, Stereolab, όπως και των εγχώριων Baby Guru, να έρχονται στο νου.

Σε μια ανατρεπτική μορφή αυτοσχεδιασμού που καρποφορεί στη σύνθεση τραγουδιών, το δίδυμο προτάσσει μια σειρά από ηλεκτρονικούς ταλαντωτές και όργανα χειρισμού αυτών, ούτως ώστε να παράγει ηχητικές συχνότητες και εφέ με μηχανική, βιομηχανική χροιά που εκκινούσε από αρμονικούς παλμούς για να προσεγγίσει τα όρια του απόκοσμου, εξωγήινου. Κι η ακρόαση των κατορθωμάτων τους, λαμβάνει το βάπτισμα του πυρός υπό τις διεισδυτικές συνθετικές αρμονίες του “Oscillations”. Έπονται, εν μέσω «κοσμικού» νέφους από bleeps το “Seagreen Serenades”, σαν ένα mantra το οποίο διατρέχουν μια θαυμάσια μελωδία με ινδιάνικες ρίζες και η θρησκευτικότητα της από μικροφώνου ερμηνείας του Simeon, καθώς και το “Lovefingers” με την εμμονική οξύτητα των στρωμάτων ήχου. Σε παράλληλο χρόνο, ο έτερος ιθύνων νους Danny Taylor, τοποθετεί πολλά κρουστά μέλη που θα σχηματίσουν έναν τρομακτικά στιβαρό drumming εξοπλισμό.

Contact

Μπορεί οι ίδιοι να ισχυρίζονται πως δεν επηρεάστηκαν από avant garde συνθέτες με ηλεκτρονική κατεύθυνση όπως οι Raymond Scott, Morton Subotnick και Karlheinz Stockhausen, εντούτοις, ο προσανατολισμός των Silver Apples παραπέμπει σε μια συνέχεια και εμπλουτισμό της προσφοράς αυτών. Με τη διαφορά, ότι καταλήγουν σε ένα ψυχεδελικό μόρφωμα που ακούγεται τόσο εύστοχα ακαδημαϊκό όσο και σχετικά εύληπτα απολαυστικό, αποσπώντας την προσοχή ακροατών που επιζητούσαν κάτι το ιντριγκαδόρικα ευκολομνημόνευτο. Οι πλημμυρισμένες από εθιστικές φανκ μπασογραμμές, αλαλάζοντες ρυθμούς και βόμβους, και ενίοτε samples (προερχόμενα ακόμη κι από Vivalvi) αναπτύξεις των “Program”, “Whirly-Bird” και “Misty Mountain”, συνιστούν τέτοια δείγματα. Στα σήματα κατατεθέντα τους, συγκαταλέγεται η λιτή επαναληπτικότητα στο τέμπο, η οποία δίνει όμως μια αίσθηση συνεχούς ρυθμικής εξέλιξης, που (ω ναι!) προσιδιάζει στην αντίστοιχη της motorik τεχνοτροπίας του krautrock (στήστε αυτί και στο “Velvet Cave”). Όσο για τα συστατικά των φωνητικών και της εν γένει ατμόσφαιρας, στο μεγαλύτερό μέρος του δίσκου παρατηρούνται ενταγμένα σε ένα mantra περίγραμμα (θα σας καθοδηγήσουν και τα “Dust”, “Dancing Goods”).

Πασχίζω να συγκεντρώσω περιπτώσεις καλλιτεχνών που έδρασαν στο περιθώριο των μουσικών τεκταινομένων πατεντάροντας έναν ιδιάζοντα ήχο, και οι Silver Apples βρίσκονται στις πρώτες μου επιλογές. Σαρανταεπτά χρόνια μετά το παρθενικό τους αποτύπωμα, αντιλαμβάνομαι απόλυτα τους λόγους…

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.