25 Χρόνια μετά το Selected Ambient Works 85-92

Selected Ambient Works

Στο κομβικό σημείο όπου η γόνιμη εκκεντρικότητα σμίγει με μια πολυσχιδή ευφυΐα, στήθηκε ο δημιουργικός οίστρος του Aphex Twin.

Όταν το εισιτήριο βγήκε δίχως επιστροφή πίσω στο 1991, θαρρείς πως ο Richard David James γνώριζε το μέγεθος του αντίκτυπου που θα πυροδοτούσε ο εκφραστικός του αναβρασμός. Απ’ τα δεκατέσσερά του χρόνια καλλιεργούσε μια αχαλίνωτη δημιουργικότητα, η οποία έμελλε να αποτυπωθεί στο σπουδαιότερο έως σήμερα τεχνούργημά του. Υπό την καλλιτεχνική προέκτασή του, Aphex Twin, καταθέτει ένα άλμπουμ που ξεσκονίζει δυο δεκαετίες (τα ’70s και τα ’80s) ηλεκτρονικών πειραματισμών, μεταπλάθοντας τα ερεθίσματα και τα πρότυπά του σε πρωτόγνωρες ηχητικές ενδοσκοπήσεις. Ως φυσικό επακόλουθο, θα επηρεάσει αξιοθαύμαστο σε ευρύτητα φάσμα μουσικών, με αποτέλεσμα να έρθουν εν συνεχεία στο φως ηχογραφήματα με εξαιρετικά ενδιαφέρον περιεχόμενο. Βλέπετε, η electronica του με το εκκεντρικό περιβάλλον δύναται να σε στείλει σε ποικίλα σημεία του ορίζοντα.

Η καθοριστική και οριακή, το δίχως άλλο, συμβολή του Selected Ambient Works 85-92 αντανακλάται στην αέναη κίνηση που τίθενται το πνεύμα και το σώμα. Σαν να τραβάς μια νοητή γραμμή απ’ τη στιγμή που εκκινεί η ακρόασή του και από κάτω να σημειώνεις διαδοχικά τις αντιδράσεις σου. Ανασύρεις, λοιπόν, απ’ το θυμικό την πρώτη φορά που άκουσες το “By This River” του Brian Eno πλάι στις αχανείς πεδιάδες πραότητας των Tangerine Dream και τη συνδέεις άρρηκτα με τις ιδροκοπημένες αναμνήσεις των νυχτερινών σου εξορμήσεων. Εξ ου κι οι περιγραφές του κλίματος που έκαναν λόγο για ambient techno και εν γένει για ένα νευραλγικό κρίκο της ευφυούς χορευτικής μουσικής (IDM).

Όσοι από εμάς δεν “βιώσαμε” εγκαίρως τις οργασμικές ηχητικές συνευρέσεις στο Detroit λίγο πριν και ύστερα απ’ την αυγή των ’90s, θα κοπιάζουμε ξανά και ξανά στις γωνίες του δίσκου. Παράλληλα, θα διασταυρωνόμαστε με το άγρυπνο γερμανικό βλέμμα και την αυστηρή τευτονική μετρονομία των Kraftwerk που θα κλιθούν ώστε να εμποτίσουν ξανά και ξανά τα παρόντα synth pop σχήματα.

Η μουσική του Aphex Twin διακατέχεται από μια σπάνια θαλπωρή για τη μηχανιστική της φιλοσοφία. Φροντίζει να αγκαλιάσει με θέρμη τον αποδέκτη, ακόμα κι αν μετέρχεται κατεξοχήν άψυχα μέσα. Κι εκεί εδράζεται η ουσιαστική αξιοποίηση των όσων έχει στα χέρια του ο δημιουργός. Το άψυχο λαμβάνει άμεσα ψυχή, το ψυχρό μετατρέπεται μονομιάς σε θερμό, το κάδρο δεν είναι πια περιορισμένο, έχει μια απέραντη επιφάνεια να καλύψει. Και θα την συμπληρώσει με επιβλητική καλαισθησία.

O Aphex Twin έχει εμπεδώσει τη λεπτεπίλεπτη μελωδικότητα και την παρεμβάλλει μεταξύ των υποβλητικών κι αλλοπαρμένων ρυθμικών του συλλήψεων. Αδράξτε την στο συναρπαστικό εναρκτήριο “Xtal”, με τα αφαιρετικά γυναικεία house φωνητικά να δείχνουν το δρόμο ακόμα και στο chillwave κίνημα των ημερών μας. Χορέψτε την ανάμεσα στα βαθιά synths και τη γκρούβα του “Ageispolis”. Χαθείτε στο εσωτερικό της χάρις στο breakbeat του “Heliosphan” και το αινιγματικά κυκλικό “Hedphelym”. Θυμηθείτε πως το lounge, ως ηχητική έννοια, υπήρξε κάποτε καλοδεχούμενη άφιξη (“We Are The Music Makers”). Κι αν η πορεία του AP σας εξέπληξε, εκεί θα βρείτε συνθέσεις (“Schottkey 7th Path”) που ακόμα κι ένας μοντέρνος κλασικός συνθέτης θα ζήλευε. Εξάλλου, τα ψήγματα κλασικής μουσικής θα λάβουν περισσότερο τα ηνία σε μετέπειτα εγχειρήματα του Βρετανού, βλέπε το φερώνυμο άλμπουμ του τέσσερα χρόνια μετά.

Για να μην μακρηγορεί κανείς, θα μπορούσε πράγματι να καταλήξει στο ότι μοτίβα όπως αυτό της σύμπραξης βιομηχανικού ρυθμού και ambient ευαισθησίας στο “Green Calx”, του μινιμαλιστικά αναπτυσσόμενου “Tha” και των κλαμπ φαντασιώσεων του “Delphium”, αποτελούν σημεία εστίασης για όποιον εξέφρασε ανησυχίες για το προς τα πού τράβηξε το ηλεκτρονικό ρεύμα της μουσικής απ’ τα 90s και δώθε. Μη γελιέστε, το Selected Ambient Works 85-92 βρίσκεται στην υπηρεσία μας μια εικοσαετία ολάκερη.

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 2012 στο mixtape.gr, με αφορμή, τότε, τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την κυκλοφορία του δίσκου.

Advertisements

Interstellar Overdrive: 15 χρόνια μετά το καθηλωτικό φερώνυμο ντεμπούτο τους

pegasus records

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την κυκλοφορία τού υπέροχου ντεμπούτου του αθηναϊκού σχήματος Interstellar Overdrive, κι η Δισκοπάθεια ανασύρει τους λόγους που το συγκεκριμένο ηχογράφημα παραμένει ανέγγιχτο από το διάβα του χρόνου.

Αναζητάτε ένα μουσικό άλμπουμ με το οποίο θα κολλήσετε και μονομιάς θα ξεχάσετε τη γνωστή συνήθεια που σας στέλνει στην κατηγοριοποίηση και κατάταξη των ακουσμάτων σας; Αν η απάντησή σας είναι θετική, τότε το παρθενικό ηχογράφημα των Interstellar Overdrive που φέρει το όνομα τους, θα σας κατατοπίσει αναλόγως. Από τα πρώτα του κιόλας λεπτά θα αντικρίσετε τον εαυτό σας να εντυπωσιάζεται από το ευρύ υφολογικό υπόβαθρο αυτού. Και θα προσμετρήσετε κι άλλες εκπλήξεις μέχρι τον επίλογο του δίσκου, οκτώ κομμάτια μετά. Κι εκείνο το υπέροχο εικαστικό του μέρος (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο κλπ) δια χειρός Στέφανου Ρόκου (στα πρώτα του βήματα επί του καμβά…), παραμένει μέχρι και σήμερα ως ένα από τα πλέον ιδιαίτερα στην εγχώρια δισκογραφική σοδειά. Όπως και να έχει, το ομότιτλο άλμπουμ του αθηναϊκού σχήματος άνοιξε ένα δίαυλο επικοινωνίας με τους ακροατές, ο οποίος δεν έχει κλείσει (ευτυχώς!) από το 2000 που αυτό εκδόθηκε -από την Pegasus Records– έως και σήμερα.

Τελευταίο σημείο δισκογραφικής ζωής για τους Interstellar Overdrive, δόθηκε με το καταπληκτικό Hibernation πίσω στο 2008. Μέσα στο προαναφερθέν, οι ίδιοι κατέθεσαν την πιο ομοιογενή ευρύτητα στον ήχο τους μέχρι και σήμερα. Από την αυγή των zeroes, εντούτοις, είχαν ήδη παραδώσει ουσιώδη και ιδιαίτερα δείγματα καλλιτεχνικής ευστροφίας, επιχειρώντας το αντάμωμα ετερόκλητων ηχητικών συντεταγμένων. Τοποθέτησαν μανιασμένο progressive rock πλάι σε ανατολίτικα ηχοχρώματα goth υφής, ωδές ενός βιολιού γεμάτου από ευδαιμονία να ντύνουν κιθαριστικά ξεσπάσματα που πλαισιώνονται από ευάλωτες φωνητικές αρμονίες, οι οποίες με τη σειρά τους ακουμπούσαν σε μεσαιωνικά προσκείμενες προσεγγίσεις κλασικής και φολκ μουσικής τεχνοτροπίας. Μερικοί δικαίως θα μιλήσουν και για κιθάρες και μπάσο που κρατούν απ’ το μελανόμορφο indie rock των ’80s τόσο της βρετανικής όσο και της εξεγερμένης αμερικανικής γενιάς.

interstellar overdrive

Η «προσεδάφιση» στα τοπία των Interstellar Overdrive γίνεται καταλυτικά με τον καθαρτήριο μελοδραματισμό του εναρκτήριου “In The Cycle”. Μέσα του σμίγεις με την αιθέρια χροιά της Άρτεμις Μπόγρη, που σε καθένα απ’ τα τραγούδια του δίσκου διατρέχει τις μελωδίες με μια λυτρωτικά νοσταλγική πνοή. Σαν ο ερχομός του «αύριο» να μην την απασχολεί και να δίνεται ολοκληρωτικά στο «τώρα» κι ούτε καν στο «σήμερα». Παρακάτω, η περιστασιακή σύμπραξη της Πέπης Κοσμά των Weaver’s Daze, η οποία ξεσπά όπου κι όποτε πρέπει στο “Flattered”, παραδίδει υπέροχες πινελιές στο φροντισμένο κομψοτέχνημα του συγκροτήματος. Στο εν λόγω τραγούδι οι εμβατηριακές πομπές βιολιού και κρουστών συνοδεύονται από κιθαριστικές πρακτικές που απορρέουν από την κοιτίδα των Sonic Youth και Smashing Pumpkins.

Το πενταμελές σύνολο αψηφά φόρμες, συμβάσεις και λοιπές συνταγές, παρακινούμενο από μια συνθετική αντίληψη που ναι μεν αποτελεί στην πλειονότητά της αυτοσχεδιαστική, αλλά δεν καταλήγει να προβάλει ηθελημένα εξεζητημένη. Με επιστέγασμα κομμάτια που δεν στερούνται χαρακτηριστικών και κολλητικών στιγμών. Τέτοιες στιγμές, σχηματίζουν οι παραληρηματικές δοξαριές του βιολιού και τα σόλο των κιθάρων στο “Hide Your Love”, το συμπαγές κιθαριστικό άρπισμα εν μέσω παραμόρφωσης του “Shade”, ο υπέροχος mid-tempo βηματισμός (“Its Golden Light”) με οδηγό το ιδιόμορφο φαλτσέτο του Δημήτρη Ιωάννου εκ των στυλοβατών της εγχώριας ανεξάρτητης ροκ πραγματικότητας Bokomolech. Από κοντά κι η μελωδική heavy rock έκρηξη του “Derelict” με ανδρόγυνη διφωνία, καθώς και ο αισθαντικός κλοιός του “And I Weep”, που φρονείς πως εσωκλείει κάτι το «θρησκευτικό» με τις υψίφωνες ωδές της Μπόγρη. Ενώ, μοναδική χλιαρή και αχρείαστη προσθήκη φαίνεται να αποτελεί το σκληροτράχηλο “I Won’t Follow”.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση και ευκαιρία, οφείλει κανείς να προσέξει τον καθένα απ’ τους κρίκους αυτής της θεσπέσια σφυρηλατημένης αλυσίδας. Από το δίδυμο Ορέστη ΚαραμανλήΆρη Οικονόμου που «σήκωσε μανίκια» αναλαμβάνοντας ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, μέχρι το ιδιαιτέρως συνεκτικό αποτέλεσμα της σύμπνοιας Γρηγόρη Κοκκόνου (κρουστά) και Άρη Εφραιμίδη (μπάσο). Απαραίτητος συνοδοιπόρος κι ο Ντίνος Μπουραντάς, που από τις χορδές του βιολιού του παρέθεσε υπέροχους μελωδικούς προσανατολισμούς. Εσύ θα μείνεις απ’ έξω;

|>| Στήσε αυτί |<|

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.

Flud: Το πολυδιάστατο ντεμπούτο των ξεχωριστών This Fluid

Flud

Φέτος συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τότε που «πάτησαν» το κουμπί της εκκίνησης οι Αθηναίοι This Fluid. Με αφορμή αυτή την… επέτειο, η Δισκοπάθεια θυμάται το συναρπαστικότερο μέχρι και σήμερα άλμπουμ αυτής της ξεχωριστής παρέας. Το ντεμπούτο LP τους, Flud, που κυκλοφόρησε το 1997.

Κάθε που γυρίζεις σελίδα σελίδα το παραγνωρισμένο μουσικό παρελθόν της ημεδαπής, εντυπωσιάζεσαι με την πληθώρα των ηχογραφημάτων που θα έπρεπε να κοσμούν οποιαδήποτε ορθώς «ενημερωμένη» δισκοθήκη. Καρφώνοντας βλέμμα και προσοχή στο 1997, διασταυρώνεσαι με το δισκογραφικό ποδαρικό των καλλιτεχνικά ανήσυχων This Fluid. Ενός σχήματος που διάλεξε από την εκκίνηση των δραστηριοτήτων του, κιόλας, να διαβεί ηχητικά κατώφλια που απαιτούν μια ανοιχτόμυαλη και προοδευτική (με την ευρεία έννοια) θεώρηση περί του ύφους, της τεχνοτροπίας εν γένει και των μέσων παραγωγής στη μουσική.

Τούτο το τρίο συγκροτήθηκε αρχικά (για να αλλάξει σύσταση στα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα) από τους αδερφούς Σπύρο (στίχοι, φωνητικά, κιθάρα, e-bow, μπάσο, sequencer, sampler, προσομοιωτής συνθεσάιζερ) και Μάκη Φάρο (φωνητικά, συνθεσάιζερ, διάφορα πληκτροφόρα, sequencer, κρουστά, μαγνητοταινίες, sampler, pc) και την Άννα Μαράτου (φωνητικά, διάφορα πληκτροφόρα, τσέλο, μπεντίρ). Οι δύο πρώτοι διετέλεσαν προηγουμένως μέλη διαφόρων συνόλων, όπως αυτά των Headleaders, Yell-O-Yell, Rehearsed Dreams, Spider’s Web και Melting Ashes, συμβάλλοντας πρωτίστως σε σκοτεινές μετά-πανκ υφάνσεις. Εκείνη, δε, η ομιχλώδης (παρ)αίσθηση του παρελθόντος τους, θα τους ακολουθήσει και στο όραμα των This Fluid, μα θα αναπτυχθεί σε ένα υβριδικό «τερέν». Στο οποίο («τερέν») η ενορχήστρωση αποτελεί ίσης σημασίας θέμα με την ίδια τη σύνθεση, με τα διάφορα φυσικά όργανα να συμπράττουν με αμιγώς ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Σε αυτό συνηγορούν και οι «καλεσμένοι» μουσικοί, Κώστας Τυριτζής (ούτι, μαντολίνο), Μαρία Μαράτου (τζέμπε), Αντώνης Μαράτος (μπεντίρ, τζέμπε, κρουστά), Πολύτιμη Φάρου (φωνητικά), Βίκη Μπέτσου (φωνητικά), Nataly Dannenberg (φωνητικά).

Ένα όραμα που πρωτοεμφανίστηκε στο πολύμορφο, αυτοφυές και δύσκολα προσδιοριζόμενο υλικό του ντεμπούτου LP τους, Flud, που κυκλοφόρησε η Hitch Hyke Records. Μια αλληλουχία στιγμιοτύπων που αξιώνει επανειλημμένες ακροάσεις από το δέκτη για να προσεγγιστεί το βάθος της, αναζητά επαρκές πεδίο για να ενεργήσει, απλώνει μια υποβόσκουσα ένταση και την αφήνει ως τέτοια μέχρι τέλους. Δίνει την εντύπωση ενός γκρίζου, ερμητικού, απροσπέλαστου και ημιφωταγωγημένου μέρους, που αποκρύπτει επιμελώς αφθονία λεπτομερειών και αποκαλύπτει μονάχα τα προφανή. Αποτελεί, συγχρόνως, ένα από τα έργα που μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αυθύπαρκτης ουσίας του. Ακόμη κι αν, σε μερικές περιστάσεις, οι επιρροές των εμπνευστών του (έργου) μας κατευθύνουν σαν πυξίδα στην ανάλυσή του.

Τρεις παράγραφοι και εξακολουθώ να διστάζω στα του ξεδιπλώματος του στυλ του προκείμενου αθηναϊκού γκρουπ. Το επιχειρώ, λοιπόν… H Ήπειρος, η Κρήτη, και εν γένει οι νησιωτικές ηχητικές μας μνήμες μπλέκονται με εκείνες της ιαπωνικής, κέλτικης και αφρικανικής κουλτούρας, καθώς εσωκλείονται ιδιόμορφα και αποτελεσματικά στο Flud. Πλάι τους, σμίγει κανείς με μια δομική αντίληψη που ξεκινά από την αυτοσχεδιαστική (ηλεκτρονική και μη) φύση της γερμανικής (kraut) παρακαταθήκης των ’70s, έχοντας πρώτα αντλήσει ιδέες από την ηλεκτρακουστική μουσική, περνάει στις πειραματικές εξελίξεις των (βρετανικών κλπ) new wave ημερών (βλέπε κι αυτές της 4AD) και φτάνει μέχρι την ψηφιακή electronica των ’90s.

Flud

Από την εναρκτήρια τριάδα των “EON”, “Dreams ‘n’ Roll” και “Fairy Tales”, οι This Fluid αναγκάζουν το δέκτη να ανασηκώσει φρύδια και να θυμηθεί την κλειστοφοβική αύρα των Tuxedomoon του Desire και τις ιδιόμορφες tribal τελετουργίες των Talking Heads εποχής Fear Of Music. Το ασφυκτικό περιβάλλον του “Elli’s Cage” σκάει ως μια ακόμη τρανή τεκμηρίωση. «Προσκρούεις», επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις τύπου “Walls (Of Your Room)” και αντιλαμβάνεσαι πως έχουν εντρυφήσει στην αστείρευτη πηγή  της γηγενούς παράδοσης.

Οι This Fluid διαθέτουν και εξωτερικεύουν μια εκφραστική ευρύτητα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην αφομοίωση των όσων τους έχουν καθοδηγήσει και εκείνων που οι ίδιοι επιθυμούν να προτείνουν. Ακούγονται ουσιώδεις, συνειδητοποιημένοι, ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εμπνεύσεών τους, διαχειρίζονται χωρίς την παρουσία άγχους την πολυπλοκότητα της όποιας φόρμας τους. Και λέω όποιας, διότι στο Flud δεν υφίσταται προδιαγεγραμμένη τροχιά, η λέξη πεπατημένη δεν έχει κανένα αντίκρισμα εδώ και οι ταξινομήσεις καταρρέουν η μία μετά την άλλη.

Εισπνέεις, εκπνέεις και γεύεσαι ανενδοίαστα μια αισθαντική πλοκή σαν αυτή του “Chink”, να παραδίδει τις ambient pop εκτάσεις του στις όλο σκέρτσο φωνητικές παρεμβολές της Μαράτου. Απαράμιλλης αισθητικής και η αναμόρφωση του δημοτικού “Πάνω Σε Τρίκορφο Βουνό”, που συντίθεται από ηπειρώτικους φωνητικούς ακροβατισμούς, τζαζ ρυθμολογία και μελωδική πρέζα που συναγωνίζεται τις αργόσυρτες επενδύσεις του Badalamenti στο Twin Peaks. Από τo δημοτικό μας τραγούδι, επίσης, «κρατούν» τόσο τα πνευστά όσο και το τέμπο του “Deep Sky Blue ”.

Σε ανύποπτο χρόνο συναντάς  και το “Sha La La”, που υποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε το όνομα του γκρουπ· το πρώτο συνθετικό κατευθύνει στον τίτλο του εξτρεμιστικού μετά-πανκ συγκροτήματος των This Heat. Ακολουθούν, το τοποθετημένο σε αισθαντικό David Sylvian σκηνικό “Spirit”, με έγχορδα που βρίθουν ελληνικότητας και η art pop του “Powder”, η οποία υπογραμμίζει έναν αφοπλιστικό μινιμαλισμό που παραπέμπει στον αντίστοιχο της Laurie Anderson.

Αναζητούμε συχνά τους λόγους που επισφραγίζουν την αξία ενός μουσικού έργου. Εν προκειμένω, όμως, δεν χρειάζεται παρά να αφεθούμε έως ότου παρέλθουν οι ακροάσεις και μας βρει η ίδια η αξία, αγέρωχη και με αυτοπεποίθηση που δεν εξασθένησε δεκαοκτώ έτη μετά.

|>| Στήσε αυτί |<|

ή εναλλακτικά το ακούς ολόκληρο εδώ

*Μια έκδοση του κειμένου δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.