Κωνσταντίνος Βήτα: Ρυθμ Μποξ Αλήθειες

Δεν αρκεί να επιστρατεύσεις χαρακτηρισμούς όπως “εικονοπλάστης”, “ποιητής των αστικών κέντρων”, “εκφραστής των οξύμωρων σχημάτων της καθημερινότητας”, για να αποτυπώσεις τον αντίκτυπο της εικοσαετούς και πλέον ηχητικής περιπλάνησης του Κωνσταντίνου Βήτα. Η εξήγηση δια στόματος του ιδίου, στις γραμμές που ακολουθούν…

Καταρχάς, τι είναι αυτό που εξιτάρει τον Κωνσταντίνο Βήτα στη διαδικασία συγγραφής ενός μουσικού κομματιού;

Υπάρχει ο χρόνος που συλλαμβάνεις την ιδέα και υπάρχει και ο χρόνος που η ιδέα πρέπει να αποκτήσει μια μορφή κατά κάποιον τρόπο, το τελικό αισθητικό της αποτέλεσμα. Όταν γράφω μουσική νομίζω πως επικοινωνώ με ένα άγνωστο σύστημα. Κι όμως, νιώθω πως πρέπει να βρω μια γλώσσα να επικοινωνήσω μαζί του. Είναι μια διαφορετική γλώσσα το να συνθέτεις, ποτέ δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτήν, δεν έχει σχέση με το συναίσθημα τόσο, όσο με την αντίληψη.

Αντιμετωπίζετε τη σύνθεση μουσικής για κινηματογράφο/θέατρο/χορό με διαφορετική οπτική σε σχέση με αυτή που προορίζετε για την προσωπική σας δισκογραφία;

Σίγουρα είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Καταρχάς υπάρχει ο σκηνοθέτης που σε προσκαλεί στον κόσμο του και σε κατευθύνει ώστε να υλοποιήσεις τις ιδέες του. Δουλεύεις σε συγκεκριμένες ιδέες, σε συγκεκριμένες συνθήκες, με συγκεκριμένους ανθρώπους. Σίγουρα αφήνεις τη δική σου μετάφραση σε κάτι που έχει σκεφτεί κάποιος άλλος. Στις συνεργασίες αυτές πάντα προκύπτουν πολύ όμορφα πράγματα, γιατί ο μουσικός φεύγει από τη δική του αναφορά και μέσα από την προσπάθεια του να τα καταφέρει, επεκτείνεται σε άλλα πεδία.

Τι σας ωθεί ώστε να επενδύσετε με μερικές λέξεις τους ήχους σας εν έτει 2012;

Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα, συμπεριφορές, βλέμματα, στάσεις που έχουν ενδιαφέρον. Αν προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου σε κάτι καλύτερο και να διορθώσεις τα λάθη του χτες, τότε ανακαλύπτεις πως δεν έχεις και πολύ χρόνο. Η ζωή για μένα είναι ουσιαστικές αλλαγές, οτιδήποτε άλλο με βυθίζει στα γνωστά στερεότυπα. Μου αρέσουν κι αυτά, αλλά πιστεύω πως δεν είμαι τέλειος σε τίποτα και χρειάζομαι πολλή δουλειά.

Λόγω της αδιάλειπτης δραστηριοποίησής σας επί είκοσι συναπτά χρόνια, θα ήθελα να μάθω ποια είναι η σχέση σας με τον άσπλαχνο παράγοντα του χρόνου. Εάν έπρεπε, να τι θα επιλέγατε να ξεχωρίσετε από τη διαδρομή αυτή; 

Νιώθω πως είμαι περαστικός από αυτή τη ζωή, δεν θα ήθελα να δώσω παραπάνω διαστάσεις στα πράγματα από αυτό που είναι. Δεν θέλω να την μυθοποιήσω και να γραπωθώ από τις στιγμές ή τον ανθρώπινο συναισθηματισμό. Ο χρόνος που έχουμε είναι λίγος αν σκεφτούμε ποια είναι η ουσία της ζωής.

Πόσο άλλαξε ο Κωνσταντίνος Βήτα του Κλεμμένου Ποδηλάτου” και πόσο απέχει από τον εαυτό που αποτυπώθηκε στο “Μοτοκούζι” ; 

Νομίζω πως έμαθα κάτι περισσότερο για τη ζωή, για τον εαυτό μου. Η νεότητα πέρα από τη λάμψη της είναι σαν τσιγάρο που καίγεται. Στο  Μοτοκούζι” έχω αποτυπώσει τις θλιβερές μέρες που ο Κηφισός ποταμός γινόταν μπετόν μέχρι τη θάλασσα και τις πολιτικές καταστάσεις που θυμίζουν αρκετά τις σημερινές. Τότε η κρίση ήταν εξωτερική, σήμερα είναι και εσωτερική. Τότε στα τραγούδια μου με ενδιέφερε πολύ το χάος του αστικού τοπίου και οι συνθήκες ζωής. Με τον χρόνο μού άρεσε να επικεντρώνομαι και σε θέματα πιο εσωτερικά, πιο υπαρξιακά. Συνεχίζουν, όμως, να με ενδιαφέρουν εξίσου τα πάντα. Ζω μες στους δρόμους.

Από τα κατά μονάς εγχειρήματά σας, έπειτα από το ουσιαστικό αντίο των Στέρεο Νόβα, σε ποια εξελικτικά σας σημεία θα εστιάζατε ως δημιουργός

Τι να σας πω, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι ή να σταθώ σε κάτι συγκεκριμένο. Η κάθε δουλειά έχει έναν δικό της κόσμο. Νιώθω ότι μέσα στα τραγούδια που φτιάχνω υπάρχει ειλικρίνεια. Από κει και πέρα ας κρίνει ο κόσμος ποια είναι τα αγαπημένα του τραγούδια και άλμπουμ. Δεν είναι δική μου δουλειά να το κάνω αυτό.

Στα του τελευταίου σας άλμπουμ, που τιτλοφορείται ως “Χρυσαλλίδα”, τώρα, θα έλεγε κανείς πως εξακολουθείτε να καταγράφετε την αστική πραγματικότητα, αλλά περισσότερο αραιά από το παρελθόν. Ποιες εκφάνσεις  της καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων χρίζουν επιπρόσθετου σχολιασμού από τη σκοπιά σας;

Πάντα μου άρεσε να καταγράφω στα τραγούδια μου ασήμαντες και αθέατες πλευρές της ζωής, ώστε μέσα από αυτές να φτάνω στο κέντρο του στοχασμού. Δεν με ενδιαφέρει μόνο το τελικό γεγονός, αλλά και η πορεία της εξέλιξής του, γιατί μέσα από αυτήν θα μπορέσω να καταλάβω τα αίτια που το προκάλεσαν. Όλα έχουν σημασία, νομίζω όλα πρέπει να τα αγκαλιάζουμε και να τα κατανοούμε.

Πέραν της προηγηθείσας διαπίστωσης και της ερώτησης που προέκυψε, εντοπίζεται μια πιο φωτεινή και εύθυμα ρυθμική πτυχή να διέπει αυτό το νέο σας ηχογράφημα. Από που πηγάζει η εν λόγω κατεύθυνση;

Από το γεγονός ότι όλοι γύρω μου στις αρχές της κρίσης είχαν βουλιάξει σε ένα καναπέ και έκλαιγαν τη μοίρα τους. Κοίταξα τους Πατατοφάγους του Βαν Γκογκ και ένιωσα ότι πρέπει να ξαναπιάσω το ρυθμ μποξ και να κάνω επανεκκίνηση.

Στη “Χρυσαλλίδα”, φαίνεται πως στο επίκεντρο τοποθετείτε electro-pop, disco και funk συστατικά. Ποια ονόματα καλλιτεχνών αυτών των προσανατολισμών θα επιστρατεύατε ως αναφορές;

Αυτά τα στοιχεία που αναφέρετε είναι απλά μία φόρμα. Η φόρμα είναι φόρμα, τι να πει κάνεις γι’ αυτήν, δεν είμαι λάτρης του φορμαλισμού. Απλά χρησιμοποιώ αυτά τα είδη κάποιες φορές για να επικοινωνήσω με τον κόσμο.

Σε τι εξυπηρετεί μια ιδιαίτερα πλούσια και εξωστρεφής παραγωγή σε αντιδιαστολή με την ακουστική λιτότητα που παρατηρούταν στις προηγούμενες δουλειές σας;

Είναι μια αναφορά στη ματαιοδοξία του μεγάλου τίποτα. Επέλεξα αυτό τον ήχο γιατί θυμήθηκα τη θλιβερή δεκαετία του 1980, όπου η μουσική σκηνή είχε βαρύγδουπους μετά-ντίσκο ήχους και μιλούσε πάλι για αόρατες απειλές, την κατάρρευση των σχέσεων, για θανατηφόρες ασθένειες. Ήθελα να κάνω μια εξωστρεφή παραγωγή μιλώντας για μικρές, καθημερινές αλήθειες.

Έχετε κατά νου νέα κύκλο εμφανίσεων ή θα αργήσουμε να σας συναντήσουμε σε επί σκηνής παράστασή σας;

Φέτος το χειμώνα, κάθε Πέμπτη από τις 25 Οκτωβρίου θα εμφανίζομαι στην Απανεμιά, μια μικρή μπουάτ κάτω από την Ακρόπολη, όπου με δύο μουσικούς θα κάνουμε ένα ακουστικό σετ. Θα παρουσιάσουμε μαζί με τα παλιά μου τραγούδια και την “Χρυσαλλίδα” σε ακουστική μορφή. Ταυτόχρονα θα περιοδεύσουμε και σε άλλες πόλεις, όπου μπορούμε, ώστε να μας ακούσουν φίλοι μας.

Για τον επίλογο, αναφέρετέ μας μια πρόσφατη συναυλία που χαράκθηκε στη μνήμη σας;

Πήγα στον Morrissey στο Λυκαβηττό. Πέρασα πολύ όμορφα.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Imagine, στο τεύχος Οκτωβρίου του 2012.

Advertisements

Gioumourtzina: Ευφάνταστη Electronica

gioumourtzina

Ντουέτο από τη Θεσσαλονίκη, που αποτυπώνει ευφάνταστα σε ηλεκτρονικά ηχοχρώματα την ουτοπία του.

Εν μέσω γενικευμένης κρίσης, στην πρωτεύουσα, στη συμπρωτεύουσα όπως και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας μας, δραστηριοποιούνται ακόμη άνθρωποι και συλλογικότητες με πραγματική καλλιτεχνική πυγμή και όραμα. Το εισπράττεις από τα έργα τους, το βλέπεις στο βλέμμα τους όταν πέφτεις πάνω τους σε εκδηλώσεις και συναντήσεις, το εμπεδώνεις καθώς εμβαθύνεις στις ιδέες τους.

Το μουσικό δίδυμο των Gioumourtzina συγκαταλέγεται σε αυτές τις «περιπτώσεις» και από την πόλη της Θεσσαλονίκης μας στέλνει τις εμπειρίες και τα όνειρά του πακετάροντάς τις/τα σε αιθέριες ηλεκτρονικές αρμονίες. Το ½ του ντουέτου, ο Ανέστης (συνθεσάιζερ, drum machines, φωνή) θα μου εκμυστηρευτεί πως «δεν γινόταν διαφορετικά» λέγοντάς μου: “Όταν πρωτοήρθα Θεσσαλονίκη ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα (εκτός της αναζήτησης δουλειάς) ήταν να ψάξω να βρω μουσικούς για ένα ηλεκτρονικό πρότζεκτ που είχα στο μυαλό μου. Τελικά, αν και βγήκα με αρκετούς κατέληξα σε μια γόνιμη συνεργασία με τον  ο οποίος, πέρα από ντράμερ είναι και συγγραφέας.” 

Τον ρωτάω αν το όνομά τους κρύβει κάποια επιπρόσθετη πληροφορία γύρω από αυτούς και μου απαντά: “Φυσικά. Σημαίνει «πόλη της λάσπης» στα τούρκικα και είναι η Κομοτηνή. Αλλά ακόμη και να μην σημαίνει αυτό θα ήθελα να το πιστέψω γιατί μου αρέσει πολύ σαν εξήγηση! Η αλήθεια είναι ότι είμαι από Κομοτηνή και ήθελα να κάνω μια αναφορά εκεί. Σε πολλά από τα κομμάτια μας μπορεί να βρει κάποιος, που σπούδασε εκεί η μένει τέλος πάντων, πολλά Easter eggs για την πόλη!”

Αξιοποιώντας τις δυνατότητες πληκτροφόρων οργάνων και ηλεκτρονικών εξαρτημάτων εν γένει, όπως ένα Midi keyboard της Maudio, ένα Korg LP10, το Ableton Live, αρκετά Vst, οι Gioumourtzina δεν βρίσκουν απλώς καταφύγιο στις μελωδίες. Οι μελωδίες είναι ο αγαπημένος τόπος κατοικίας τους, με τη ζεστή διαφάνειά αυτών να απλώνεται στις ηχογραφημένες στιγμές του σχήματος, τοποθετώντας στο προσκήνιο μια γλυκόπικρη νοσταλγία που με κάνει να ανασύρω μνήμες από τη δράση των Boards Of Canada. Αναζητώντας λοιπόν τις πηγές αυτής της συμπεριφοράς τους, προσπαθώ να αποσπάσω στοιχεία σχετικά με τις επιρροές, τα ερεθίσματα και τις αναφορές τους, λαμβάνοντας την εξής απόκριση από τον Ανέστη: “Δεν θα σου πω ψέματα. Ξεκίνησα να ακούω χαζομαρούλες. Με την ηλεκτρονική ασχολήθηκα λόγω του Αphex Τwin και το Αmbient Works. Μετά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Ανακάλυψα τον Brian Eno. Όσο για τις κοινές μας αναφορές με τον Νίκο, θα έλεγα ότι είναι κυρίως o Tycho και οι Boards Of Canada. Εκείνος, πάντως, ακούει αρκετά και Nick Cave.”

nymphea

Την ίδια στιγμή, στη ρυθμολογία τους και το στίγμα των μελωδιών, θορύβων και των παραμορφώσεών τους, συγχωνεύουν την αθωότητα της παιδικής ηλικίας με τη συνειδητοποίηση της σκληρότητας που φέρει η καθημερινότητα. Οι λείες επιφάνειες ήχων εναλλάσσονται με τραχιές μέσω των ψηφιακών και αναλογικών συστατικών, ενόσω θεωρίες φουτουριστικού περιεχομένου, μετά-αποκαλυπτικών εμμονών και επιστημονικής φαντασίας διατρέχουν τις ακροάσεις του υλικού τους. Μέρος του υλικού αυτού, αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα σε κασέτα από την Pink Motel Records και σε βινύλιο/cd από την Made Of Stone Records, εσωκλειόμενο στο παρθενικό δημιούργημα του γκρουπ, ένα EP με τίτλο Nymphea. Μια δουλειά, της οποίας η πρώιμη (χωρίς μάστερ και τελική μίξη) μορφή μας έχει ήδη αποκαλυφθεί διαδικτυακά μέσα από διάφορες πλατφόρμες (soundcloud, youtube) και η κεντρική της θέση είναι η ουτοπία την οποία ζουν οι Gioumourtzina μέσω της μουσικής τους, σε “έναν κόσμο που αν πεις στους γονείς σου “είμαι γκέι” δεν σε λούζουν με αγιασμό!” Κι είναι κομμάτι δύσκολο να μη χαθείς μέσα στη σπιτική της φροντίδα και την υπέροχη lo-fi αισθητική της. Σε περίπτωση, δε, που την ακούσεις και προσεκτικά, θα ανακαλύψεις και τα γαβγίσματα ενός σκύλου (αυτόν του Ανέστη) ανάμεσα στα αφαιρετικά αιθέρια φωνητικά.

Απολαυστική ποπ σε ευφορικές ηλεκτρονικές εκτάσεις, επί των οποίων κινητοποιούνται ευέλικτες φανκ μπασογραμμές, ιδωμένες υπό το αρτιστικό πρίσμα του Brian Eno, μετά/ντίσκο-πανκ θύμησες (New Order είστε εδώ;) τυλιγμένες σε shoegaze reverb, leftield hip hop ρυθμικά σκέλη, techno παρεισφρήσεις… Κάποιοι ενδέχεται να κατατάξουν κομμάτια τους όπως τα “Russian Market”, “Palaces In The Night Terror” και “Chinese Battleship” στο chillwave κίνημα των ημερών μας…

Είμαι περίεργος να μάθω τι επιζητούν από το μέλλον και πώς εισπράττουν την παρούσα κατρακύλα της Ελλάδας και ο Ανέστης μου λύνει γρήγορα την απορία: “Θα ήθελα κάποια στιγμή να φύγω εξωτερικό και να γράφω μουσική από εκεί. Βέβαια με τα οικονομικά μου ούτε μέχρι την Κομοτηνή δεν φτάνω! Όσον αφορά την κατάσταση στη χώρα μας, την φαντάζομαι σαν μια απέραντη έρημο με συντρίμμια και φυλές να πολεμάνε μεταξύ τους για ένα μισογεμάτο μπουκάλι νερό (στυλ Μad Μax)! Μέχρι να γίνει αυτό θα πρέπει να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε τους νεοέλληνες που προσπαθούν να… συνέλθουν από τις δίμηνες διακοπές τους και τις γιαγιάδες που πετάγονται 3 μέτρα πίσω όταν περνάς με το σκύλο σου από δίπλα τους !!!!”

Η μουσική των Gioumourtzina μοιάζει με τα φωτεινά όνειρα, στα οποία μπορεί αυτός που τα βλέπει να επεμβαίνει μεταβάλλοντας τη ροή και την έκβασή τους. Διαπιστώστε το…

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο mixtape.gr.